Τάσος Λειβαδίτης/Tasos Livaditis

Tasos Livaditis_Vanilla

ΒΡΑΔΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

 

Έπρεπε ν’ ανακαλύψω γρήγορα το μυστικό — ήταν μια υπόθεση

σκοτεινή, μια συνωμοσία θα `λεγα, για την οποία όλοι απέφευγαν

να μιλήσουν, ακόμα κι ο ίδιος ο πατέρας μου μετά το δείπνο άναβε

τσιγάρο κι έμενε σιωπηλός, εγώ ονειρευόμουν ένα λεοφωρείο μια

νύχτα φθινοπωρινή, μια εκδρομή με παλιούς φίλους στο χαμένο μας

όνειρο ή άφηνα τις μύγες πάνω στο πρόσωπό μου διότι λησμόνησα

να σας πω ότι είχα πεθάνει από καιρό, μόνο που έπρεπε να το

κρύβω, γιατί τί άλλο πιο επαίσχυντο από συντρόφους που λιποτα-

κτούν ή ακόμα χειρότερο που επιμένουν να ονειροπολούνε.

Κι ίσως, σκέφτομαι, η Κόλαση είναι ένα παιγνίδι

που κερδίζεις.

 

 

 

EVENING THOUGHTS

 

I had to discover that secret fast — it was a dark case, a conspiracy

I would say, of which everyone avoided talking even my own father

after dinner he would light a cigarette and he would remain silent while

I dreamed of a bus on an autumn night, an outing with old friends into

our lost dream or I would leave flies on my face because I forgot

to tell you I had been dead for a long time though I had to keep it secret

because what else is more shameful but friends who desert or even

worst who insist to daydream.

And perhaps, I think, Hell is just a game

you win.

 

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

Tasos Livaditis/translated by Manolis Aligizakis

cover

 

ΚΑΤΩ απ’ το μανδύα ενός άλλου πηγαίνουμε, πού προχωράει

σιωπηλός, δίχως όνομα, ίσως γι’ αυτό και πιο αληθινός, κι όταν

σηκώνουμε το κύπελλο, είναι κι εκείνο μες στο μυστικό και δεν

ξεδιψάμε, γιατι η πρόνοια μας θέλει βιαστικούς, ολομόναχους μες

στην υπόσχεση, σαν τα χωράφια που πηγαίνουν σκεπασμένα το

φθινόπωρο, και μόνον όποιος φεύγει ξαναβρήκε την πατρίδα, αφού

κάθε μας λέξη εδώ μια πόρτα σφαλά εκεί ή ένα παράθυρο, κι αυτό

που έρχεται σαν σκόνη ή σαν σφάλμα κάθεται πάνω στο τραπέζι.

Όμως τα βράδια, ο οποιοσδήποτε είναι ένα πρόσωπο προορι-

σμένο.

 

 

 

WE WALK under the heavy coat of someone else who walks on

silently, who has no name, perhaps for this he’s truer to himself and

when we raise the cup it also hides in the secret so we don’t quench

our thirst because providence wants us to be fast, lonely, inside

the promise like the fields that in the fall go covered and only one

who leaves rediscovers his motherland since our every word shuts

a door here or a window there and what comes as dust or mistake sits

on the table.

However at night anybody can be the destined person.

 

 

~Tasos Livaditis-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Yannis Ritsos-Romiosini//translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

I

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτὲς οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ᾿ τα ξένα βήματα,
αυτὰ τα πρόσωπα δε βολεύονται παρὰ μόνο στον ήλιο,
αυτὲς οι καρδιὲς δε βολεύονται παρὰ μόνο στο δίκιο.

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρὸ σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανὲς ελιές του και τ᾿ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ᾿ οι φωνὲς μες στον ασβέστη του ήλιου.
Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μία μπουκιὰ ουρανὸ πάνου απ᾿ την πίκρα τους.
Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ᾿ την αγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνὰ το λιόγερμα.

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμὸ
κ᾿ έχουνε τον καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μία γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μες απ᾿ τ᾿ άγρια γένια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ᾿ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωὴ τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι απὸ στεριὰ και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ᾿ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιὲς της πλατείας
απὸ τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφὴ σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχὴ χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιὰ και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Τo ψωμὶ σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι απὸ στεριὰ και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη
και κάθε αυγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ᾿ τα χέρια τους

για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

 

ROMIOSINI

I

These trees don’t take comfort in less sky

these rocks don’t take comfort under foreigners’

footsteps

these faces don’t take comfort but only

in the sun

these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence

it hugs its fiery rocks tightly in its bosom

it hugs tightly in the sun its orphan olive trees

and grapevines

it clenches its teeth. There is no water. Only light.

The road vanishes in light and the shadow of the fence wall

is made of steel.

Trees rivers and voices turn to marble

in the sun’s whitewash.

The root stumbles on the marble. The dusty

bulrush.

The mule and the rock. They all pant. There is

no water.

They’ve all been thirsty for years and years. They all

chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep

a deep wrinkle is wedged between their eyebrows

like a cypress between two mountains

at sundown

their hands are glued to their rifles

their rifles are extensions of their hands

their hands extensions of their souls –

they have anger on their lips

and grief deep within their eyes

like a star in a pothole of salt.

When they clasp a hand the sun is certain

of the world

when they smile a small swallow flies away from

their rough beards

when they sleep twelve stars fall from their

empty pockets

when they are killed life follows the uphill with

flags and drums.

For so many years they’ve all starved they’ve all thirsted

they’ve all been killed

besieged by land and sea

sweltering has devoured their fields and salinity has

drenched their homes

wind pushed down their doors and the few lilac shrubs

of the plaza

death goes in and out the holes of their overcoats

their tongues are astringent like cypress cones

their dogs died wrapped in their own shadows

the rain pounds on their bones.

Petrified on their battlements they smoke

the cow dung and during the night

they keep watch on the furious pelagos where

the broken mast of the moon sank.

The bread running out the ammunition spent

now they load their cannons with only their

hearts.

So many years besieged by land

and sea

they are all hungry they are all killed and yet

nobody died –

on their battlements their eyes shine

a large flag a great conflagration

totally red

and every dawn thousands of doves fly out

from their hands

to the four gates of the horizon

 

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2011

 

Tasos Livaditis/translated by Manolis Aligizakis

cover

ΒΡΑΔΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

 

Έπρεπε ν’ ανακαλύψω γρήγορα το μυστικό — ήταν μια υπόθεση

σκοτεινή, μια συνωμοσία θα `λεγα, για την οποία όλοι απέφευγαν

να μιλήσουν, ακόμα κι ο ίδιος ο πατέρας μου μετά το δείπνο άναβε

τσιγάρο κι έμενε σιωπηλός, εγώ ονειρευόμουν ένα λεοφωρείο μια

νύχτα φθινοπωρινή, μια εκδρομή με παλιούς φίλους στο χαμένο μας

όνειρο ή άφηνα τις μύγες πάνω στο πρόσωπό μου διότι λησμόνησα

να σας πω ότι είχα πεθάνει από καιρό, μόνο που έπρεπε να το

κρύβω, γιατί τί άλλο πιο επαίσχυντο από συντρόφους που λιποτα-

κτούν ή ακόμα χειρότερο που επιμένουν να ονειροπολούνε.

Κι ίσως, σκέφτομαι, η Κόλαση είναι ένα παιγνίδι

που κερδίζεις.

 

 

 

 

EVENING THOUGHTS

 

I had to discover that secret fast — it was a dark case, a conspiracy

I would say, of which everyone avoided talking even my own father

after dinner he would light a cigarette and he would remain silent while

I dreamed of a bus on an autumn night, an outing with old friends into

our lost dream or I would leave flies on my face because I forgot

to tell you I had been dead for a long time though I had to keep it secret

because what else is more shameful but friends who desert or even

worst who insist to daydream.

And perhaps, I think, Hell is just a game

you win.

 

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

ritsos front cover

ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ

Νυχτώνει αργά στη συνοικία. Δε μας παίρνει ο ύπνος.
Περιμένουμε να ξημερώσει. Περιμένουμε
να χτυπήσει ο ήλιος σα σφυρί τις λαμαρίνες των υπόστεγων
να χτυπήσει το μέτωπό μας, την καρδιά μας
να γίνει ένας ήχος, ν’ ακουστεί ο ήχος—ένας ήχος άλλος,
γιατί η σιωπή είναι γεμάτη πυροβολισμούς από άγνωστα σημεία.

 

WE WAIT

Night falls late in the neighborhood. We can’t sleep.
We wait for daybreak. We wait
for the sun to strike like a hammer the tin roofs of the store covers,
to strike our foreheads, our hearts,
to turn into sound that can be heard – a different sound
because silence is filled by gunshots from unknown points.

 

ΤΟ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Εσύ δε θα μου πεις ευχαριστώ,
όπως δε λες ευχαριστώ στους χτύπους της καρδιάς σου
που σμιλεύουν το πρόσωπο της ζωής σου.

Όμως εγώ θα σου λέω ευχαριστώ
γιατί γνωρίζω τι σου οφείλω.

Αυτό το ευχαριστώ είναι το τραγούδι μου.
THANK YOU

You won’t say thank you to me
as you don’t say thank you to your heartbeats
which carve the face of your life.

But I shall say thank you to you
because I know what I owe you.

This thank you is my song.

http://www.libroslibertad.ca
http://www.ekstasiseditions.ca

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

Image

FIRES OF ST JOHN

Our fate, spilled lead, it can’t be altered
you can do nothing about it.
They spilled the lead in the water pitcher under the stars
and let the fires burn.

If you stand naked before the mirror at midnight
you see
you see the man moving through the mirror’s depth
your destined man, who will rule your body
in loneliness and in silence, the man
of loneliness and silence
and let the fires burn.

At the hour when one day ends and the other hasn’t commenced
at the hour when time is stopped
you need to find the man
who now and from the very beginning ruled your body
you must search for him, so that someone else may find him
when you are dead.

It’s the children who light the fires and yell before the fires
in the hot night
(Was there ever a fire not started by a child,
oh, Herostratus)
and they throw salt in the flames to sparkle it
(How strange the houses suddenly stare at us
the crucibles of men, when the gleam of fire
falls on them).

But you who met with the stone’s grace on the sea-whipped rock
the evening when stillness came
you heard from afar the human voice of solitude and silence
in your body
that night of St John
when all the fires went out
and you studied the ashes under the stars.

ΦΩΤΙΕΣ ΤΟΥ ΑΪ ΓΙΑΝΝΗ
Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα `χεις πεθάνει.

Είναι παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ώ Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα τις φλόγες για να πλαταγίσουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια
ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο
θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αϊ Γιάννη
όταν έσβησαν όλες τις φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

HOURS OF THE STARS

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

ORION

Your sin will always be more than enough
in the silent hospitality of earth
your evil thought will always harm your eyes
that you carry in your two hands
like broken street lamps
yet you’ll follow the path of the sun
guided by the hammering of water
that builds houses and laboratories
of gods in the sea floor
you’ll follow the path of the sun
accepting the advice of children
who direct flocks of shadows and thunderbolts
that you’ll have as a roommate the fairy
dressed in the morning shyness
that you’ll reign over
the fruitful earldom of October
hunted hunter
with the insubordinate belt
brother of my fear and my lust
and blood brother

ΩΡΙΩΝ

Πάντα θά περισσεύει τό κρίμα σου
πάνω στή βουβή φιλοξενία τῆς γῆς.
Πάντα ἡ κακή σου γνώμη
θά σοῦ σαραβαλιάζει τά μάτια
νά τά κρατᾶς στά δυό σου χέρια
σά σπασμένα φανάρια.
Ὅμως θά παίρνεις τοῦ ἥλιου τό δρόμο
ὁδηγημένος ἀπό τῶν νερῶν τίς σφυριές
πού χτίζουν στούς βυθούς
τά σπίτια τῶν θεῶν καί τ’ ἀργαστήρια.
Θά παίρνεις τοῦ ἥλιου τό δρόμο
ἔχοντας συβουλατόρους τά παιδιά
πού σαλαγᾶνε τά κοπάδια τῶν ἴσκιων καί τῶν κεραυνῶν.
Γιά νά ᾽χεις ὁμοθάλαμη κάποια νεράϊδα
ντυμένη πρωινή ντροπαλοσύνη.
Γιά νά ἡγεμονεύεις
στίς καρπερές κομητεῖες τοῦ Ὀκτώβρη.
Κυνηγημένος κυνηγός
μέ τήν ἀδάμαστη ζώνη.
Τοῦ φόβου καί τοῦ πόθου μου ἀδερφός.
καί ἀδερφοποιτός.

HOURS OF THE STARS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Manolis Anagnostakis-Μανώλης Αναγνωστάκης

93119261_134154321279
Funereal

You passed too — and you too became: a good
fine man, a family man, a patriot
thirty six wreaths accompanied you, three speeches by vice-presidents
seven votes of approval for the superb service you offered

ah, Lavrentis, I only who knew what a scum you were
what a cheap bum who lived all your life in a lie
rest in peace, I won’t come to disturb your equanimity

(I shall try to exchange all my life with silence
with a heavy price and not only with my flesh as payment)

rest in peace as you have been all life-long: a good
fine man, a family man, a patriot.

You won’t be the first, not even the last.

Ἐπιτύμβιον

Πέθανες- κι ἔγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρὸς ἄνθρωπος, ο οἰκογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα για τις ὑπέροχες ὑπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, ἐγὼ που μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μια ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στο ψέμα
Κοιμοῦ εν εἰρήνῃ, δεν θα ῾ρθῶ την ἡσυχία σου να ταράξω.

(Ἐγώ, μια ὁλόκληρη ζωὴ μες στη σιωπὴ θα την ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο.)

Κοιμοῦ εν εἰρήνῃ. Ως ἤσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
Ο λαμπρὸς ἄνθρωπος, ο οἰκογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα ῾σαι ο πρῶτος οὔτε δα κι ο τελευταῖος.

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα

Tasos Livaditis_Vanilla

ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ όψεως, βέβαια, όλοι φαίνονται απροσδόκητα
ενώ αυτό που φοβόμαστε έχει γίνει από καιρό, κι ήτανε μέσα μας,
κι εμείς το πηγαίναμε στην επικίνδυνη ώρα και συχνά σταματού-
σες στη μέση της σκάλας, γιατί ποιός ξέρει πού είναι το άλλο
σκαλοπάτι, ιδιαίτερα το βράδυ καθώς διάβαινες τις άδειες κάμα-
ρες, σου `πεφτε πάντα κάτι απ’ τα χέρια, σαν να `θελε να ξαναγυ-
ρίσει, και τότε, όπως γονάτιζες να το βρεις, συναντούσες τον
άλλον
αφού κάθε κίνηση μας προδίνει, κι ένα άλλο ποτήρι σηκώνεις
απ’ αυτό που πήγαινες, προτίμησα, λοιπόν, να σωπάσω, μα όταν
μες στο σκοτάδι χτύπησαν μεσάνυχτα, όλο το σπίτι ράγισε άξαφνα,
και τότε, στο βάθος του διαδρόμου, το είδαμε που πέρασε εντελώς
καθαρά.

AT FIRST glance of course everything seem to be unexpected
while what we’ve feared had already taken place and was inside us
and we carried it to the dangerous hour and often you would stop
in the middle of the stairs because, who knows where was the next
step; especially in the night as you walked through the empty rooms
something always fell off your hands as if wanting to return and
then as you’d kneel to find it you would meet the other man
since every gesture gives us up and you carry a different
glass from the one you wanted, I therefore chose to keep silent;
but when in darkness midnight struck suddenly the whole
house shook and then at the end of the hallway we saw him
as he quite clearly walked by us.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com
http://www.smashwords.com

Dimitrsi Liantinis-Poems/Δημήτρη Λιαντίνη-Ποιήματα

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP
ΚΡΙΟΣ

Ἀφήνει τόν νυσταγμένο κάμπο
νά καλαμίζει ἀσημένιες κλωστές
καί χαράζει μέ τ’ ἀκράνυχα τοῦ ποδιοῦ στά χαλίκια
πόσα μεσημέρια τόν εἶδαν
να συγυρίζει τό παπάζι ἀκριβῆς ὀδαλίσκης.
Μέσα στά ἰσόπεδα κυττάγματα
στούς ἀντίδικους ἀναπαημούς τῆς ἄλλης
πλαγιᾶς
στό χελιδόνισμα σκλαβωμένων νερῶν
καί στόν περιβολάρη τό χάρο.
Γιά λίγο παύει νά μηρυκάζει φύλλα σιωπῆς
καί ξεμακραίνοντας κομμάτι
ἀντροκαλιέται τόν ἴσκιο τῶν βράχων.

RAM

He leaves the sleepy plain
to wind silver threads and
with his toenails in the pebbles he incises
the noon hours they saw him
adjusting the hat of the pricy odalisque.
Between the equated glances
in the opposing quietness of the other
slope
in the swallowing of slave waters
and in the reaper Hades.
For a moment he stops and ruminates the silent leaves
and distancing himself a little
he challenges the shadow of the rocks like a brute.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis