Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΝΥΧΤΑ

Εκείνο τ’ ασημένιο κηροπήγιο, τοποθετημένο
ανάμεσα σε δυο κενά. Δοκίμασε
να σβύσει το κερί και να πλαγιάσει. Τότε
διέκρινε την ένταση της αναπνοής του
επάνω στην αντίσταση της φλόγας, διέκρινε
την καμπύλη της φλόγας—μια ελάχιστη
υπόκλιση (σ’ αυτόν;), μια συγκατάνευση,
κ’ ύστερα η τρέμουσα ευθυστασία.
Δεν πλάγιασε.
Έμεινε να παρατηρεί μες απ’ αυτή τη φλόγα,
σ’ ένα απροσμέτρητο, λησμονημένο βάθος,
εκείνο το ίδιο σώμα, ολόγυμνο, άτρωτο,
σε νέα ανάληψη, καθόλου φωταγωγημένη,
ενώ στο δεξί πόδι του ανερχόμενου, δεμένο
το ίδιο σκοινί, συνέχιζε να τον ακολουθεί.

 
ANOTHER NIGHT

That silver candleholder, placed
between two empty spaces. He tried
to put the candle out and go to bed. Then he
compared the strength of his breath
opposite the resistance of the flame,
he discerned the flame’s contour – a faint
bow (to him?) a consent,
and then the trembling upright pose.
He didn’t lie down.
He stayed and observed within this flame,
in an immeasurable, forgotten depth,
that same body, naked, invincible,
in a new ascension, not at all illuminated,
while on the right foot of the ascending, the same
rope was tied and kept following him.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Dimitris Liantinis-Poems/Δημήτρη Λιαντίνη-Ποιήματα

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP
ΚΡΙΟΣ

Ἀφήνει τόν νυσταγμένο κάμπο
νά καλαμίζει ἀσημένιες κλωστές
καί χαράζει μέ τ’ ἀκράνυχα τοῦ ποδιοῦ στά χαλίκια
πόσα μεσημέρια τόν εἶδαν
να συγυρίζει τό παπάζι ἀκριβῆς ὀδαλίσκης.
Μέσα στά ἰσόπεδα κυττάγματα
στούς ἀντίδικους ἀναπαημούς τῆς ἄλλης
πλαγιᾶς
στό χελιδόνισμα σκλαβωμένων νερῶν
καί στόν περιβολάρη τό χάρο.
Γιά λίγο παύει νά μηρυκάζει φύλλα σιωπῆς
καί ξεμακραίνοντας κομμάτι
ἀντροκαλιέται τόν ἴσκιο τῶν βράχων.

RAM

He leaves the sleepy plain
to wind silver threads and
with his toenails in the pebbles he incises
the noon hours they saw him
adjusting the hat of the pricy odalisque.
Between the equated glances
in the opposing quietness of the other
slope
in the swallowing of slave waters
and in the reaper Hades.
For a moment he stops and ruminates the silent leaves
and distancing himself a little
he challenges the shadow of the rocks like a brute.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis

 

 

C. P. Cavafy/Translated by Manolis Aligizakis-Κ. Π. Καβάφη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

cavafy copy

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ

—Τί περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

—Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τί κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τί νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχτεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

—Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
καί τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
Κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

—Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κι η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τί σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

 

WAITING FOR THE BARBARIANS

—What are we waiting for, gathered in the agora?

The barbarians are to arrive today.
—Why such inactivity in the Senate?
Why do the senators sit and pass no laws?

Because the barbarians will arrive today.
What laws should the senators pass?
When the barbarians come they will pass laws.

—Why did our emperor wake up so early
and sits by the city’s main gate
on the throne, officially, wearing his crown?

Because the barbarians will arrive today.
And the emperor is waiting to receive
their leader. In fact, he’s prepared
a declaration for him. In it he wrote
a lot of titles and honorable names.

—Why have our praetors and two consuls come out
today in their red, embroidered togas?
Why do they wear bracelets with so many amethysts
and rings with richly glittering emeralds;
why they carry expensive canes today
superbly decorated in silver and gold?

Because the barbarians will arrive today;
and such things dazzle the barbarians.

—Why don’t the famous orators come as usual
to make their speeches and have their say?

Because the barbarians will arrive today;
and they are bored by eloquent oratory.

—Why have this sudden anxiety and confusion?
(The faces, how solemn they have become.)
Why do the streets and the plazas empty so quickly
why is everyone returning home deep in thought?

Because night has arrived and the barbarians haven’t come.
A few travelers, just in from the borders,
say the barbarians no longer exist.

And what will become of us without them?
Those people were a kind of solution.

Κωνσταντίνου Καβάφη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Constantine Cavafy/Translated by Manolis Aligizakis