ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ–ARGONAUTS

George Seferis_cover

ΑΡΓΟΝΑΥΤΕΣ

Καί ψυχή

ει μέλλει γνώσεσθαι αυτήν

εις ψυχήν

αυτή βλεπτέον:

τόν ξένον καί τόν εχθρόν τόν είδαμε στόν καθρέφτη.

Ήτανε καλά παιδιά οι συντρόφοι, δέ φωνάζαν

ούτε από τόν κάματο ούτε από τή δίψα ούτε από

       τήν παγωνιά,

είχανε τό φέρσιμο τών δέντρων καί τών κυμάτων

πού δέχονται τόν άνεμο καί τή βροχή

δέχονται τη νύχτα καί τόν ήλιο

χωρίς ν’ αλλάξουν μέσα στήν αλλαγή.

Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες

ίδρωναν στό κουπί μέ χαμηλωμένα μάτια

ανασαίνοντας μέ ρυθμό

καί τό αίμα τους κοκκίνιζε ένα δέρμα υποταγμένο.

Κάποτε τραγούδησαν, μέ χαμηλωμένα μάτια

όταν περάσαμε τό ερημόνησο μέ τίς αραποσυκιές

κατά τή δύση, πέρα από  τόν κάβο τών σκύλων

πού γαυγίζουν.

ARGONAUTS

And the soul

if it is to know itself

must look

into its own soul

the stranger and the enemy, we have seen him in the mirror.

 

They were good boys, the comrades, they didn’t complain

about the tiredness or the thirst or

        the frost

they had the behaviour of the trees and the waves

that accept the wind and the rain

that accept the night and the sun

without changing in the middle of change.

They were good boys, for days on

they sweated at the oars with lowered eyes

breathing in rhythm

and their blood reddened a submissive skin.

Sometimes they sang, with lowered eyes

when we passed by the deserted island with the prickly pear trees

toward the west, beyond the cape of the dogs

that bark.

 

Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Constantine Cavafy-Poems/Κωνσταντίνος Καβάφης-Ποιήματα

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,

αγαπημένη αίσθησις επέτρεφε και παίρνε με—

όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,

κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα

όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,

κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,

όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…

COME BACK

Come back often and take me,

beloved sensation, come back and take me—

when the memory in my body awakens,

and the old desire again runs through my blood;

when the lips and the skin remember

and the hands feel as if they were touching again.

Come back often and take me at night,

when the lips and the skin remember…

Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ

Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο

έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό

τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη

(τές Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),

στέκονταν μ’ ένα δέμα. Το παρέδοσε

σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα

να φέρει την απόδειξη. Ο υπάλληλος του ράπτη

έμεινε μόνος, και περίμενε.

Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν

κ’ έσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά

του φέραν την απόδειξη. Την πήρε κ’ έφυγε.

Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει

κατά την ύπαρξί του την πολυετή

χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα

μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,

κ’ επαίρονταν που είχε δεχτεί επάνω του

την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.

THE MIRROR BY THE ENTRANCE

The wealthy house had in its entry way

a huge, quite old mirror;

bought at least eighty years ago.

A very handsome young man, a tailor’s employee,

(on Sundays an amateur athlete)

stood there holding a parcel. He gave it

to a member of the household, who went inside

to get a receipt. The tailor’s employee

was left alone, and waited.

He went close to the mirror and had a look

at himself and he adjusted his tie. Five minutes later

they brought him the receipt. He took it and left.

But the old mirror that had seen and seen,

during its long years of life,

thousands of things and faces;

the old mirror rejoiced now,

and felt proud that it had received

that gorgeous beauty for a few minutes.

Constantine Cavafy-Poems/Translation by Manolis Aligizakis

Κωνσταντίνος Καβάφης-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

www.ekstasiseditions.com