Yannis Ritsos//translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ

 

Νυκτόβια έντομα νεκρά στο πάτωμα. Περνάς

στις δυο κρεβατοκάμαρες: το ίδιο. Οι άλλοι

ανηφορίσανε στ’ ασβεστοκάμινα, ανάψαν φωτιές,

εμείς τους περιμέναμε τρεις νύχτες. Έγειρε το φεγγάρι,

ύστερα η πολιτεία ερήμωσε, σβήσαν τα φώτα,

έμειναν τ’ άδεια καταστήματα κι οι ξαβαμμένοι κλόουν.

 

~Αθήνα, 7-1-79

 

 

ABANDONMENT

 

Dead night-flies on the floor. You go

to the two bedrooms: same thing. The others

went up the hill to the lime kilns, they started fires;

for three nights we waited for them. The moon leaned;

then the city was deserted, the lights went out,

the empty stores remained and the discolored clowns.

 

~Athens, 7-1-79

 

 

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Advertisements

Cloe and Alexandra, translated by Manolis Aligizakis

 Cloe and Alexandra_cover_aug265

Cloe Koutsoubelis’

ΙΕΡΗ ΠΕΤΡΑ

«Κι αν τώρα πέθαινα», είπε αυτός

δεν θάνιωθα ποτέ πιο ζωντανός».

Τα πόδια τους βαθιά στο Λιβυκό

αρχές χειμώνα καλοκαίρι

ήλιος με ξανθές βεντάλιες βλεφαρίδες

τους δρόσιζε στον ουρανό,

μια γριούλα τους φίλεψε ρακή,

η δική της είχε μέσα ροδόνερο και μέλι

«για να γλυκαθείς» της είπε

και γέλασε ένα γέλιο χωρίς δόντια.

 

Γιατί το τέλος

είναι πάντοτε κρυμμένο

στην ίδια του την τελειότητα.

 

 

HOLY ROCK

He said, ‘if I die right now

I would have never felt more alive’

Their feet deep in the Lybian Sea

beginning winter-summer

sun with blond fans of eyelids

freshened them up in the sky,

an old woman offered them raki

hers had some honey and rosewater

‘to sweeten you up’ he said

and laughed a toothless laugh.

 

Because the end

is always hidden

in its own perfection.

 

 

CLOE and ALEXANDRA, poetry translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

Yannis Ritsos-Poems

Ritsos_front large

ΑΠΟΦΥΓΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ

 

Πώς έμειναν έτσι χωρίς νόημα μες στο ήσυχο απόγευμα

οι ωραίες γραμμές των λόφων, οι φωνές απ’ τ’ αμπέλια,

τα δυο λεωφορεία στον απέναντι δρόμο, πίσω απ’ τα ηλιοτρόπια,

τα λιόδεντρα, μισά στο φως, μισά στον ίσκιο, το ρολόι της εκκλησίας,

κι αυτός που πριονίζει αόρατος—πιθανόν ένα δέντρο

ή το σκαμνί της κωφάλαλης γριάς ή το μεγάλο τραπέζι

του παλιού πυρπολημένου πανδοχείου. Και τ’ άλογο ακόμη

που φάνηκε μέσα στις κίτρινες καλαμποκιές — δεν ξέρω

τί ν’ απαντήσω, δεν ξέρω γιατί. Και το φως κοκκινίζει,

και το μενεξεδένιο αχνίζει λίγο λίγο τα βουνά και τα χαρτιά μου.

 

 

AVOIDING TO ANSWER

 

How the beautiful lines of hills, the voices from vineyards

remained so meaningless in the quiet afternoon,

the two buses on the opposite street, behind the heliotropes,

the olive trees, half in the sunlight, half in the shade, the church clock

and the one who saws quite unseen – a tree perhaps

or the stool of the deaf old woman or the big table

of the old burnt-up hostel. And even the horse

that appeared amid the yellow corn fields – I don’t know

what to answer; I don’t know why. And the light turns red,

and the violet slowly steams up the mountains and my papers.

 

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

 

 

Kiki Dimoula//Κική Δημουλά

kiki-dimoula

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Στον ουρανό ακροβατεί μεγάλη σκοτεινιά.
Κι έτσι καθώς με πήρε το παράθυρο αγκαλιά
με το ένα χέρι
στο δωμάτιο μέσα σέρνω
του δρόμου την απίστευτη ερημιά
με το άλλο παίρνω
μια χούφτα συννεφιά
και στην ψυχή μου σπέρνω.
MELANCHOLY

A great darkness skates on thin ice upon the sky.
Thus as the window hugged me
with one hand
I pull inside the room
the unbelievable loneliness of the street
with the other hand
I grab a handful of darkness
and throw it onto my soul

~ΕΡΕΒΟΣ-EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

ΠΑΙΔΙΚΟ

Στό λιμανάκι η θάλασσα αντιγράφει
τα φύλλα και τα σύγνεφα και τα πουλιά
ωραία, προσεχτικά και καλλιγραφημένα—
ο αγέρας πού και πού με κάτι γαλανές χοντρές γραμμές
υπογραμμίζει βιαστικά τα λάθη της.

Μα αυτός που γράφει ολημερίς κοιτάζοντας τη θάλασσα
δεν κάνει ούτε ένα λάθος,—πικραμένη μου γαλήνη,—
κι όλο προσμένει την αγάπη αμίλητος
να υπογραμμίζει την καρδιά μου—μόνο λάθος.
CHILDISH

In the little harbor the sea copies
leaves, clouds, birds
beautifully, carefully and calligraphically –
from time to time the wind hastily underlines the sea’s
mistakes with some thick light-blue lines.

But the one who writes all day long staring at the sea
makes no mistakes – my embittered serenity –
and speechless he always yearns for love
to underline my heart – the only mistake.
ΤΡΙΣΤΙΧΟ

Ο ουρανός σου αναθέτει όλο του το γαλάζιο.
Πώς θ’ αντέξουν οι ώμοι σου όλη μέρα;
Πώς θ’ αντέξουν τα πλευρά του τραγουδιού σου;
THREE LINES
The sky entrusts you with all its light-blue.
How will your shoulders endure it all day?
How will the ribs of your song endure it?
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Odysseus Elytis//Οδυσσέας Ελύτης

elyths

ΜΙΚΡΕΣ ΚΥΚΛΑΔΕΣ

ΜΑΡΙΝΑ

Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω
λουίζα και βασιλικό
μαζί μ’ αυτά να σε φιλήσω
και τί να πρωτοθυμηθώ.

Τη βρύση με τα περιστέρια
των Αρχαγγέλων το σπαθί
το περιβόλι με τ’ αστέρια
και το πηγάδι το βαθύ.

Τις νύχτες που σε σεργιανούσα
στην άλλην άκρη τ’ ουρανού
και ν’ ανεβαίνεις σε θωρούσα
σαν αδερφή τ’ Αυγερινού.

Μαρίνα πράσινό μου αστέρι
Μαρίνα φως του Αυγερινού
Μαρίνα μου άγριο περιστέρι
και κρίνο του καλοκαιριού.
THE LITTLE CYCLADES

MARINA

Give me mint and basil
and verbena to smell
as with these I would kiss you
and what first would I recall

The fountain with the doves
the Archangels’ sword
the orchard with the stars
and the well so deep

The nights that I took you to a stroll
to the sky’s other side
and I’d stare at you rising
like the Morning Star’s sister

Marina my green star
Marina light of the Morning Star
Marina my wild dove
and summertime lily.

~Odysseus Elytis, translated by Manolis Aligizakis

 

 

IDOLATERS, a novel by JOANNA FRANGIA, translated by MANOLIS

Idolaters_cover_Jul2.indd

“It was a Dream”
First was the heat, then the damn dream that found
him this dawn talking to himself; sweaty he walked down the
stairs looking around, his nose like a hound, as if some bad omen
lurked in the corners of the room. He rushed to the garden. Soon
it’ll be daylight soon! He thought, taking courage in the doubtful
projection. The lights shone at the far end of the sea on the opposite
shore. Everything was undisturbed, the island, the lighthouse
with its signals, the little moon, the far away songs of the drunks.
He threw himself on a chair and recalled the dream that filled him
with agony.
He was a tailor — in fact he is a tailor, a very talented one.
Though it was like a dream where he worked, a shadow approached
and froze him to death. An old man in rags, with a toothless
smile looked at him: “sew me something, young man, I’m about to
travel!” Hairs floated over his shiny head. He took out of his coat
something rectangular and showed it to the tailor. It was a bar of
gold. “Young man, I have no time to spare, I’m about to travel” he
yelled in his ear.
“The way you look, the only place left for you is the other world.”
“That’s what I mean”, the old man agreed.
“Damn you, you want me to sew you a shroud?” The tailor was
startled.
The horrible image took a step and sat opposite him: “a long
shroud with deep pockets to put in them all my treasures! I’ve
lived a miserable life. I have turned all I amassed into this: gold!
This life is too short” he stretched his bony finger showing
upward, “the other is more important. I want to take it all with
me and I want you to sew me a shroud with deep pockets.” He
widened his soulless eyes. “Hurry, otherwise I’ll take you with
me…”
The tailor felt a chill and his chest got heavy. He wanted to cry
out but his voice wasn’t there. With eyes glued to the out of this
world eyes of the old man he managed to at last wake up in the
condition we found him earlier.

 

Smashwords – http://www.smashwords.com/books/view/466354
Amazon Canada – http://www.amazon.ca/Ioanna-Frangia-Idolaters-Manolis-Aligizakis-ebook/dp/B00OL5SIJ0
Amason.com – http://www.amazon.com/Ioanna-Frangia-Idolaters-Manolis-Aligizakis-ebook/dp/B00OL5SIJ0/ref=sr_1_10?s=books&ie=UTF8&qid=1415058693&sr=1-10&keywords=Libros+Libertad+Publishing
Kobo – http://store.kobobooks.com/en-CA/ebook/ioanna-frangia-idolaters
Barns and Noble – http://www.barnesandnoble.com/w/ioanna-frangia-idolaters-manolis/1120171424?ean=2940046114287

Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Δημήτρη Λιαντίνη “Οι Ώρες των Άστρων”

10255262_707962025913052_1628846779_n

ΚΟΡΑΞ

Ξεραμένες ἁλυκές τ’ οὐρανοῦ τά μάτια.
Σαράντα μέρες κλάματα,
σαράντα νύχτες κλάματα.
Ὕστερα ἀπό τήν αἰχμαλωσία στήν ἄμμο
τό κυνηγητό στήν κοκαλίστρα
τή φωνή πού κρύφτηκε στήν κόψη τῶν σκορπιῶν
καί τά μαλλιά πού γενήκανε φίδια.
Ὕστερα ἀπό τό φονικό καί τό τίμημα
στό ζερβί ὦμο τῆς μετάνοιας
κούρνιασε κιόλας ἡ πρώτη τύψη.

CROW

Dried salt pans eyes of the sky
cried for forty days
cried for forty nights.
After the captivity in the sand
the chase on the bone place
voice hidden in the scorpion’s path
and the hair turned into serpents.
After the killing and the price paid
on the left shoulder of regret
the first guilt had already perched.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis

George Seferis-Collected Poems/Γιωργος Σεφέρης Ποιήματα

George Seferis_cover

ΔΙΑΛΛΕΙΜΑ ΧΑΡΑΣ

Ήμασταν χαρούμενοι όλο εκείνο τό πρωί

θεέ μου πόσο χαρούμενοι.

Πρώτα γυάλιζαν οι πέτρες τά φύλλα καί τά λουλούδια

έπειτα ο ήλιος

ένας μεγάλος ήλιος όλο αγκάθια μά τόσο ψηλά στόν ουρανό.

Μιά νύμφη μάζευε τίς έννοιες μας καί τίς κρεμνούσε στά

      δέντρα

ένα δάσος από δέντρα τού Ιούδα.

Ερωτιδείς καί σάτυροι παίζαν καί τραγουδούσαν

κι έβλεπες ρόδινα μέλη μέσα στίς μαύρες δάφνες

σάρκες μικρών παιδιών.

Ήμασταν χαρούμενοι όλο τό πρωί

η άβυσσο κλειστό πηγάδι

όπου χτυπούσε τό τρυφερό πόσι ενός ανήλικου φαύνου

θυμάσαι τό γέλιο του: πόσο χαρούμενοι!

Έπειτα σύννεφα βροχή καί τό νοτισμένο χώμα

έπαψες νά γελάς σάν έγειρες μέσα στήν καλύβα

κι άνοιξες τά μεγάλα σου μάτια κοιτάζοντας

τον αρχάγγελο νά γυμνάζεται μέ μιά πύρινη ρομφαία.

“Ανεξήγητοι” είπες “ανεξήγητο

δέν καταλαβαίνω τούς ανθρώπους

όσο καί νά παίζουν μέ τά χρώματα

είναι όλοι τους μαύροι”.

                                                    Πεντέλη, άνοιξη

 

Joyous Break

 

We were all full of joy that morning

oh God, how full of joy.

First, the stones, the leaves and the flowers shone

then the sun

a huge sun full of thorns yet so high up in the sky.

A nymph gathered all our cares and hung them from

     the trees

a forest of Judas trees.

Young cupids and satyrs played and sang there

and you could see rosy limbs among the black laurels

flesh of little children.

We were full of joy all morning long

the abyss was a closed well

where the tender hoof of a young faun pounded

you remember its laughter: how full of joy we were!

Then clouds, rain and the moist soil

you stopped laughing as you laid down in the hut

and opened your large eyes gazing

the Archangel practicing with a fiery sword.

 

‘Inexplicable’ you said ‘inexplicable’

‘I don’t understand people

no matter how much they play with colors

they all remain black.’

 

                           Penteli,spring

Γιωργος Σεφέρης, Ημερολόγιο Καταστρώματος Α/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis, Logbook I/Translation Manolis Aligizakis