As we had almost learned the meaning of the bird’s chirp
the secret of the lion’s calling, to the heights of our primeval
gods we wished to reach, innocent blood that drenched
the virgin’s lips we kissed, lips that once we loved
to the point of grief, serious teachings upheld by stony
shoulders, guideposts we selected before we reached
the first village.
He stood on top of the hovel pitch black clouds encircled
the sky canopy, His voice but a thunder into our ears,
as though God sent, apocalypse re-enacted, the longer
you dwell in fear, He said, the longer you remain slaves.
His head was raised, as if to address someone equal to
Himself, in our veins the blood was boiling as He prepared
a new path for our clan and we had just started to understand
the meaning of this music.


Μόλις που μάθαμε τι πάει να πει τιτίβισμα πουλιού
και μυστικό στου λιονταριού το κάλεσμα, στο ύψος
των πανάρχαιων θεών μας αποζητήσαμε να φτάσουμε,
αίμα αγνό που έβαψε χείλη παρθένας εφιλήσαμε, χείλη
που κάποτες πολύ λατρέψαμε μέχρι στο σύνορο του πένθους
ώμοι πετρώδεις που υπεράσπισαν διδάγματα σπουδαία
γίναν σηματωροί μας όταν στο πρώτο χωριό φτάσαμε.
Σε μιας καλύβας τη σκεπή ανέβηκε, κατάμαυρα
τα σύννεφα που περιέβαλαν το θόλο του ουρανού
φωνή ίδια βροντή, θεόσταλτη, θα έλεγες, αναπαρίστανε
την αποκάλυψη, ‘όσο πιο πολύ φοβάστε’, είπε, ‘τόσο πιο πολύ
σκλάβοι θα μείνετε.’
Είχε σηκώσει το κεφάλι σαν να `θελε σε κάποιο
να μιλήσει ισάξιό του, το αίμα έβραζε στις φλέβες μας
που ετοίμαζε για την ομάδα μας νέα πορεία και μόλις
που καταλαβαίναμε τούτης της μουσικής το νόημα.

~UBERMENSCH, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

Dimitris Liantinis-Poems/Δημήτρη Λιαντίνη-Ποιήματα


Ἀφήνει τόν νυσταγμένο κάμπο
νά καλαμίζει ἀσημένιες κλωστές
καί χαράζει μέ τ’ ἀκράνυχα τοῦ ποδιοῦ στά χαλίκια
πόσα μεσημέρια τόν εἶδαν
να συγυρίζει τό παπάζι ἀκριβῆς ὀδαλίσκης.
Μέσα στά ἰσόπεδα κυττάγματα
στούς ἀντίδικους ἀναπαημούς τῆς ἄλλης
στό χελιδόνισμα σκλαβωμένων νερῶν
καί στόν περιβολάρη τό χάρο.
Γιά λίγο παύει νά μηρυκάζει φύλλα σιωπῆς
καί ξεμακραίνοντας κομμάτι
ἀντροκαλιέται τόν ἴσκιο τῶν βράχων.


He leaves the sleepy plain
to wind silver threads and
with his toenails in the pebbles he incises
the noon hours they saw him
adjusting the hat of the pricy odalisque.
Between the equated glances
in the opposing quietness of the other
in the swallowing of slave waters
and in the reaper Hades.
For a moment he stops and ruminates the silent leaves
and distancing himself a little
he challenges the shadow of the rocks like a brute.

~Δημήτρη Λιαντίνη-Οι Ώρες των Άστρων/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis-Hour of the Stars/Translated by Manolis Aligizakis