NOTES of a WET AUGUST, poetry by Manolis Aligizakis



Ρώτησες αν ήτανε σωστό

κι αν ίσως ήταν αμαρτία

που εσύ κι εγώ


σε πλάνο αχανές

σε χρόνο απροσδιόριστο

στου διάκενου αβεβαιότητα


κι είπα χαμογελώντας


θα προτιμήσω κόλαση

ξανά να γεννηθώ

για να ξαναεκλέξω

το μονοπάτι της χαράς κι απόλαυσης

που το εξαίσιο

κορμί σου μου χαρίζει




You asked whether it was right

perhaps a sin, you said,

that you and I have met

in an uncharted plain

in undefinable time

in the certainty of the void


and I smiled saying


I would prefer Hell

when I would be reborn

to choose again

the same path of joy

and pleasure with which

your beautiful body

satisfies me


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΥΓΡΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ, Συλλογή εν εξελίξει//NOTES OF A WET AUGUST, collection in Progress

The Limping Man/Ο Κουτσός


Γέλασε η αύρα ανάμεσα
στην ανισότητα του βήματός του
της φύσης λάθος ανεπείδωτο
κουτσά τα βήματά του
έξω απ’ τη θάλασσα

μάτια γιομάτα καλοσύνη
αγίου ίριδες
λεβέντη κάλλος
όλης της Οικουμένης
η ισορροπία
στον ανισόρροπο βηματισμό του
έψαξε για δικαίωση
κι όλος ο πόνος του αλλιώτικου
άδοξα χόρεψε
στην έκφραση του άντρα
που κούτσαινε βγαίνοντας απ’ τη θάλασσα

στο βλέμμα του το νόημα της ανισότητας
γίνηκε θρίαμβος της νίκης του
κατα του άδικου χάους
η ανισοσκελής συνέπεια του ανείπωτου
ποίημα ανομοιοκατάληκτο
ερωτικό τραγούδι έλλειψης
γεμάτης πόνο στέγη θνητού
που εκλιπαρούσε για αντιστοιχία
στη συλλαβή του χαμογέλιου του
σε λέξη δημιουργική του θάρρους του

ποίημα ο κουτσός αδημιούργητο
έτοιμο για να ξεπηδήσει απ’ το νου
της μέρας την πληρότητα
να συμπληρώσει

Κύριε και Θεέ μου
μεθυσμένος ήσουν
όταν τον έσπειρες

Κύριε και Θεέ μου
ελέησόν μας και μην ξαναπιείς


Breeze laughed amid
his limping footsteps
nature’s unforgiving mistake
struggled out of the sea

eyes full of kindness
irises of a saint
a brave man’s graceful stature
in his unbalanced steps
the balance of the Universe
searched for justice
pain of the different
in vain danced
in the expression of the man
who limped out of the light waves

in his glance the meaning of inequality
victorious triumph
against the unjust chaos
his unequal side result of the unsaid
unrhymed poem
erotic song of deficiency
a mortal’s hearth full of pain
that begged for analogy
in the syllable of his smile
in the word of his uplifting courage

the limping man an unwritten poem
ready to spring out of my mind
to complete the day’s

Lord, were you drunk
when you fathered him?

Lord, bless us and
don’t drink again!
“WORDS OF ABSENCE” to be released in Greece and Canada next spring.

Yannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα

ritsos front cover

Τελική συμφωνία

Όταν η βροχή χτύπησε το τζάμι με τόνα της δάχτυλο,

το παράθυρο άνοιξε προς τα μέσα. Στο βάθος

ένα άγνωστο πρόσωπο, ένας ήχος—η δική σου φωνή;

Η φωνή σου δυσπιστούσε στ’ αυτί σου. Την άλλη μέρα

ο ήλιος κατηφόριζε στα χωράφια, σα μια κάθοδος

αγροτών με δρεπάνια και δικράνια. Βγήκες κ’ εσύ στο δρόμο

φωνάζοντας, χωρίς να ξέρεις τί φωνάζεις,

σταματώντας μια στιγμή μ’ ένα χαμόγελο κάτω απ’ τη φωνή σου

σαν κάτω απ’ τη ρόδινη, ολόφωτη ομπρέλα μιας γυναίκας

που σεργιάνιζε μπρος στο κικλίδωμα του πάρκου.

Εκεί αναγνώρισες απρόοπτα πως αυτή είταν η σωστή σου φωνή

σύμφωνη μ’ όλες τις ανύποπτες φωνές που γέμιζαν τον αέρα.

Final Agreement

When the rain struck the window with one of its fingers

the window opened inward. Deep inside

an unknown person, a sound – your voice?

Your voice distrusted your ear. The next day

the sun went down the fields, like a descent of farmers

with scythes and pitchforks. You too went out to the street

yelling not knowing about what you were yelling,

stopping for a moment with a smile under your voice

as if under the rosy, fully illuminated umbrella of a woman

sauntering along the railing of the park.

There suddenly you recognized that this was your true voice

in agreement with all the unsuspecting voices filling the air.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα




      Νύχτωνε, και στο παλιό σπίτι κατοικούσαν μόνο οι σκιές, “θεία

Ευδοκία, της είπα, τώρα πρέπει να σοβαρευτείς, είσαι πεθαμένη”,

μα εκείνη είχε το ίδιο αμήχανο χαμόγελο, όπως τότε, όταν εκρυβε

κάτι πού δεν έπρεπε ακόμα να μάθω,

      ο άγνωστος μας διηγόταν σημεία και τέρατα, εγκλήματα εδώ

και αιώνες, είπε και για μια μύγα, στο παιδικό τζάμι, που της

έκαψε τα φτερά, “από τότε στέκει εκεί και δε μ αφήνει” κι έδειχνε

πέρα, μακριά, το δρόμο που δεν μπόρεσε να πάρει,

      η ξενοδόχα, έλεγαν, έκλεβε κρυφά τα πτώματα και τα έθαβε

στη ντουλάπια, έτσι το ξενοδοχείο είχε πολλή κίνηση, γιατί έβρισκες

πάντα κάποιον που να μη σε διώχνει — κι ούτε κατάλαβα όταν

μου βύθισαν το μαχαίρι, σαν να μην ήμουνα εδώ ποτέ μου, κι

απλώς είχαν κρεμάσει ένα πανωφόρι στο κενό.

      Καί κάθε τόσο ένα πουλί έπεφτε από ψηλά νεκρό, καθώς χτυπού-

σε πάνω στην απαγορευμένη πόρτα.





      Night fell and in the old house only the shadows remained, “aunt

Eudokia”, I said to her, “be serious, you are dead now”

but she retained the same awkward smile, like back then when she hid

something which I wasn’t allowed to know as yet

     the foreigner narrated stories of signs and wonders, ancient old

murders, he also talked about a fly on the child’s glass and that he burnt

its wings “since then it stands there as if to punish me” and he pointed

far away to the road he never took

     the hotel woman, some said, robbed the cadavers; she then buried

them in the closet so that hotel was always busy, because you always

found someone who wouldn’t ask you to leave—and I never felt it

when they pushed the knife in my body, as though I’ve never existed

and they had simply hanged an empty coat over the void.

     And often enough from above a bird would fall dead as it bumped

onto the forbidden door.



Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems-Translation by Manolis Aligizakis




Αδερφέ μου, σκοπέ

αδερφέ μου, σκοπέ

σ’ ακούω νά περπατάς τή νύχτα πάνω στό χιόνι

σ’ ακούω πού βήχεις μέςσ τήν παγωνιά

σέ γνωρίζω, αδερφέ μου

καί μέ γνωρίζεις.

Στοιχηματίζω ότι έχεις μιά κοριτσίστικη φωτογραφία στήν

     τσέπη σου.

Στοιχηματίζω αριστερά μέσα στό στήθος σου πως έχεις μιά




Είχες κάποτε ένα τετράδιο ζωγραφισμένο χελιδόνια

είχα κάποτε ονειρευτεί νά περπατήσουμε κοντά-κοντά

στό κούτελό σου ένα μικρό σημάδι απ’ τήν σφεντόνα μου

στό μαντήλι μου φυλάω διπλωμένα τά δάκρυά σου

στήν άκρη τής αυλής μας έχουν ξεμείνει τά σκολιανά παπού-

     τσια σου

στόν τοίχο τού παλιού σπιτιού φέγγουν ακόμα

μέ κιμωλία γραμμένα τά παιδικά μας όνειρα.

Γέρασε η μάνα σου σφουγγαρίζοντας τίς σκάλες τών


τό βράδυ σταματάει στή γωνιά

κι αγοράζει λίγα κάρβουνα απ’ τό καρότσι τού πατέρα μου

κοιτάζονται μιά στιγμή καί χαμογελάνε

τήν ώρα πού εσύ γεμίζεις τ’ όπλο σου

κ’ ετοιμάζεσαι νά με σκοτώσεις.


Βασίλεψαν τά πρωϊνά σου μάτια πίσω από τό κράνος

άλλαξες τά παιδικά σου χέρια μ’ ένα σκληρό ντουφέκι

πεινάμε κι οι δυό γιά ένα χαμόγελο

καί μιά μπουκιά ήσυχο ύπνο.


Ακούω τώρα τίς αρβύλες σου στό χιόνι

σέ λίγο θά κοιμηθείς

καληνύχτα, λυπημένε αδερφέ μου

άν τύχει νά δείς ένα μεγάλο αστέρι είναι πού θά σέ συλ-


καθώς θ’ ακουμπήσεις τ’ όπλο σου στή γωνιά θα ξαναγίνεις

     ένα σπουργίτι.

Κι όταν σού πούν νά μέ πυροβοβλήσεις

χτύπα με αλλού

            μή σημαδέψεις τήν καρδιά μου.

Κάπου βαθιά της ζεί τό παιδικό σου πρόσωπο.

Δεν θάθελα νά τό λαβώσεις.

Τάσος Λειβαδίτης





Guard, my brother

guard, my brother

I hear your footsteps on the snow

I hear you coughing in the frost

I know you, my brother

and you know me.

I bet you have a girl’s picture

     in your pocket.

I bet you have a heart on the left

    side of your chest.



Do you remember?

Once you had a notebook with drawings of swallows

once I dreamed of us walking next to each other

on your forehead a mark from my slingshot

in my kerchief hidden I keep your tears

at the edge of our courtyard remnants are your Sunday


on the wall of the old house still visible

our childish dreams written with a choke.

Your mother grew old sweeping the stairs

     of Ministries 

when evening comes she stops by the corner

and buys a few lit charcoals from my father’s cart

for a moment they stare each other, they smile

while you load your rifle

and get ready to shoot me.


Your morning eyes fell tired behind your helmet

you traded your child’s hands for the hard rifle

we are both hungry for a smile

and a bit of peaceful sleep.


Now I hear your boots on the snow

in a while you’ll go to sleep

good night, my sad brother

if you see a big star it is because I think

     of you

as you lean your rifle against the wall and again you turn

    into a sparrow.

And when they ask you to shoot me

aim someplace else

     don’t aim at my heart.

Deep inside it still resides your youthful face.
I wouldn’t want you to injure it.

 ~Tasos Livaditis-Translation by Manolis Aligizakis