Nostos and Algos

nostos and algos cover

ΦΑΚΟΣ

Γελά ο οπάλινος καθρέφτης
στη λάμψη των ματιών σου
κομένες λέξεις, λυπημένες
για το πολύ λίγο που τραγούδησες
του ήλιου σου που κρύβεται πίσω
απ’ του δέντρου τον κορμό
μια προθεσμία που απαιτεί
την προσοχή και μιαν απόφασή σου.
Μα ξέχασες τίς γρίλλιες σου ν’ ανοίξεις
το φώς του ήλιου πάντα μαρτυρά
μ’ άσπρα σεντόνια τα καλυμένα
μυστικά, σαν δυο σπυριά σταριού
στο χέρι σου που κρύβεις
μικρή ευτυχία και κουβέντες
άσκοπες, στεγνές

και λές—

φιλόσοφος θα γίνω την επόμενη φορά
του κόσμου τα προβλήματα να λύσω.

LENS

Opaline lens smiling
in the glitter of your eyes
static words, sorrowful
for the little you sang
to your sun hidden
behind the tree trunk
deadline that demands
attention and your decision
and you keep your blinds shut
sunlight always reveals
secrets the white bed-sheets cover
like two grains of laughter
you hide in your palm
little happiness and
aimless, dry talk

and you say—

philosopher next time I’ll become
the problems of the world to solve.

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

 

Advertisements

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

ΠΑΙΔΙΚΟ

Στό λιμανάκι η θάλασσα αντιγράφει
τα φύλλα και τα σύγνεφα και τα πουλιά
ωραία, προσεχτικά και καλλιγραφημένα—
ο αγέρας πού και πού με κάτι γαλανές χοντρές γραμμές
υπογραμμίζει βιαστικά τα λάθη της.

Μα αυτός που γράφει ολημερίς κοιτάζοντας τη θάλασσα
δεν κάνει ούτε ένα λάθος,—πικραμένη μου γαλήνη,—
κι όλο προσμένει την αγάπη αμίλητος
να υπογραμμίζει την καρδιά μου—μόνο λάθος.
CHILDISH

In the little harbor the sea copies
leaves, clouds, birds
beautifully, carefully and calligraphically –
from time to time the wind hastily underlines the sea’s
mistakes with some thick light-blue lines.

But the one who writes all day long staring at the sea
makes no mistakes – my embittered serenity –
and speechless he always yearns for love
to underline my heart – the only mistake.
ΤΡΙΣΤΙΧΟ

Ο ουρανός σου αναθέτει όλο του το γαλάζιο.
Πώς θ’ αντέξουν οι ώμοι σου όλη μέρα;
Πώς θ’ αντέξουν τα πλευρά του τραγουδιού σου;
THREE LINES
The sky entrusts you with all its light-blue.
How will your shoulders endure it all day?
How will the ribs of your song endure it?
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

35774-tl

OLD SONG

The garden railings are wet from the rain like the poor who
are left outside
but as night falls a flute or a star speaks for the whole
universe —
when we were children we would hide under the stairs and when
we would come out we had left behind a royal fate
silence makes the world bigger, sorrow more just
and later as young men we hugged the first tree and
narrated our past to it
joyless days that you’ve passed yet you’ve left behind an emotional
memory
and I who was crazy for the future now in agony I observe the movement
of the clock’s fingers.

Until one night a man goes along the road singing.
Where have you heard this song before? You don’t remember.
Yet nostalgia of all you dreamed off shivers in that song. You
stand by the window
and listen as if enchanted. And suddenly at the turn of the road
the song stops. Everything vanishes. Quiet.
And what you’ll do now?

ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Τα κάγκελα του κήπου υγρά απ’ τη βροχή σαν τους φτωχούς που
τους αφήνουν έξω
αλλά καθώς βραδιάζει ένα φλάουτο κάπου ή ένα άστρο συνηγορεί
για όλη την ανθρωπότητα —
σαν ήμασταν παιδιά κρυβόμαστε κάτω απ’ τη σκάλα κι όταν βγαί-
ναμε είχαμε αφήσει εκεί ένα βασιλικό πεπρωμένο
η σιωπή κάνει τον κόσμο πιο μεγάλο η θλίψη πιο δίκαο
κι αργότερα νέοι αγκαλιάσαμε το πρώτο δέντρο και του διηγηθή-
καμε τα περασμένα
άχαρες μέρες που φύγατε κι όμως αφήσατε μια ανάμνηση συγκινη-
τική
κι εγώ που υπήρξα τρελός για το αύριο κοιτάζω τώρα με αγωνία να
προχωρούν οι λεπτοδείχτες στα ρολόγια.

Ώσπου μια νύχτα ένα διαβάτης περνάει στο δρόμο τραγουδώντας.
Πού έχεις ξανακούσει το τραγούδι αυτό; Δε θυμάσαι.
Κι όμως η νοσταλγία όλων όσων ονειρεύτηκες τρέμει μες στο τρα-
γούδι. Στέκεσαι στο παράθυρο
κι ακούς σα μαγεμένος. Κι άξαφνα σε κάποια στροφή του δρόμου το
τραγούδι σβήνει. Όλα χάνονται. Ησυχία.
Και τώρα τί θα κάνεις;

~Tasos Livaditis, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2014

Οι ακροβάτες (Δημήτρης Κ. Τσίτος)

images

Οι ακροβάτες (Δημήτρης Κ. Τσίτος).

Θάνος Μικρούτσικος & Κώστας Τριπολίτης, Οι ακροβάτες
(τραγούδι: Χάρις Αλεξίου / δίσκος: η Χάρις Αλεξίου σε απρόβλεπτα τραγούδια (1987) υπό τη διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι)

Οι ακροβάτες

Χωρίς περιθώρια ο έρωτάς μας
ακροβατούμε συνεχώς,

όμως ούτε και οι επαγγελματίες ακροβάτες
δεν μπορούν αυτήν την αγωνία για πάντα

ή πέφτουν κάποτε, αν ανοήτως επιμείνουν,
ή σταματούν έγκαιρα…

ROPE WALKERS

Our love is without margins

we’re always over the edge

even professional rope-walkers

can’t endure such continuous agony

they either fall or foolishly persist

or they stop on time…

(Translation by Manolis Aligizakis)

http://www.thepoetsiloved.wordpress.com

Από τη συλλογή Αντιμήνσιο (εκδ. Πανδώρα, Αθήνα, 2004) του Δημήτρη Κ. Τσίτου

The Limping Man/Ο Κουτσός

ΚΟΥΤΣΟΣ

Γέλασε η αύρα ανάμεσα
στην ανισότητα του βήματός του
της φύσης λάθος ανεπείδωτο
κουτσά τα βήματά του
έξω απ’ τη θάλασσα

μάτια γιομάτα καλοσύνη
αγίου ίριδες
λεβέντη κάλλος
όλης της Οικουμένης
η ισορροπία
στον ανισόρροπο βηματισμό του
έψαξε για δικαίωση
κι όλος ο πόνος του αλλιώτικου
άδοξα χόρεψε
στην έκφραση του άντρα
που κούτσαινε βγαίνοντας απ’ τη θάλασσα

στο βλέμμα του το νόημα της ανισότητας
γίνηκε θρίαμβος της νίκης του
κατα του άδικου χάους
η ανισοσκελής συνέπεια του ανείπωτου
ποίημα ανομοιοκατάληκτο
ερωτικό τραγούδι έλλειψης
γεμάτης πόνο στέγη θνητού
που εκλιπαρούσε για αντιστοιχία
στη συλλαβή του χαμογέλιου του
σε λέξη δημιουργική του θάρρους του

ποίημα ο κουτσός αδημιούργητο
έτοιμο για να ξεπηδήσει απ’ το νου
της μέρας την πληρότητα
να συμπληρώσει

Κύριε και Θεέ μου
μεθυσμένος ήσουν
όταν τον έσπειρες

Κύριε και Θεέ μου
ελέησόν μας και μην ξαναπιείς

LIMPING MAN

Breeze laughed amid
his limping footsteps
nature’s unforgiving mistake
struggled out of the sea

eyes full of kindness
irises of a saint
a brave man’s graceful stature
in his unbalanced steps
the balance of the Universe
searched for justice
pain of the different
in vain danced
in the expression of the man
who limped out of the light waves

in his glance the meaning of inequality
victorious triumph
against the unjust chaos
his unequal side result of the unsaid
unrhymed poem
erotic song of deficiency
a mortal’s hearth full of pain
that begged for analogy
in the syllable of his smile
in the word of his uplifting courage

the limping man an unwritten poem
ready to spring out of my mind
to complete the day’s
incompleteness

Lord, were you drunk
when you fathered him?

Lord, bless us and
don’t drink again!
“WORDS OF ABSENCE” to be released in Greece and Canada next spring.

THIS STAR IS FOR ALL OF US/ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ-Tasos Livaditis/Τάσος Λειβαδίτης

THIS STAR IS FOR ALL OF US

 

Yes, my beloved. Long before I met you

I had waited for you. I had always waited for you.

 

When I was a child and my mother saw me being sad

she’d lean down and ask. What is it my boy?

I’d keep silent. I would only look over her shoulder

at a world without you.

And as I would go back and forth with the pencil

it was as if I was learning to write songs for you.

When I’d touch the wet glass of the window it was

     because you were late

when at night I’d stare at the stars it was

     because I missed your eyes

and when my door bell rang and I opened

no one was there. However somewhere in the world

    your heart was beating.

This way I lived. Always.

And when we first  met—you remember?—you

     opened your arms ever so tenderly

as if you had known me for years. But of course

you had known me. Because before you ever got into my life

you had lived in my dreams

my beloved.

 

 

     Do you remember, my love, “our first big day”?

You were so nice in that yellow dress

a simple, inexpensive dress, but it was such a pretty yellow.

Its pockets embroidered with large brown flowers.

The sun fell on your face so fittingly,

that rosy cloud at the edge of the road fit so nicely

     on you

and far away the voice of the travelling knife sharpener—

    fit so nicely on you.

 

     I’d put my hands in my pockets, I’d take them out.

We’d walk without saying any words. But what could one say

when the world is so bright and your eyes

so big. A boy, at the corner of the street would sing

     about his lemonade.

We split one in two glasses. And the swallow that

suddenly flew by your hair. What did it say to you?

Your hair is so nice. It’s impossible. It must have said

     something to you.

 

The hotel was small and in an old neighborhood next

     to the train station

where we saw the manoeuvring of the trains.

 

Truly, that spring, that morning, that simple

     room of happiness

that body of yours I held for the first time, naked

the tears that I couldn’t hold back

—how they fit nicely on you.

 

 

Ah, I would like to kiss the hands of your father, your mother’s

    limbs who, for me, gave birth to you

to kiss al the chairs you touched as you walked by

    in your dress

to hide in my heart, as a talisman, a piece of the bed-sheet

    you slept in.

I could even smile

to the man who saw you naked before me

to even smile at him, who was graced with such happiness.

Because I, my beloved, I owe you something more

    than love

I owe you the song and the hope, the tears

    and again hope.  

 

In the tiniest moment with you, I lived all my life.

 

 

 

 

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

“Ναί, αγαπημένη μου! Πολύ πρίν νά σέ συναντήσω
εγώ σέ περίμενα. Πάντοτε σέ περίμενα.

Σάν ήμουνα παιδί καί μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε καί μέ ρωτούσε. Τί έχεις αγόρι;
Δέ μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τόν ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Καί καθώς πηγαινόφερνα τό παιδικό κοντύλι
ήτανε γιά νά μάθω νά σού γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στό τζάμι τής βροχής ήταν πού αργούσες

         ακόμα
όταν τή νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μού λείπανε τά

        μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα

δέν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μές στόν κόσμο ήταν η καρδιά σου

        πού χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.

Κι όταν βρεθήκαμε γιά πρώτη φορά – θυμάσαι; – μού

        άπλωσες τά χέρια σου τόσο τρυφερά

σά νά μέ γνώριζες από χρόνια. Μά καί βέβαια

μέ γνώριζες. Γιατί πρίν μπείς ακόμα στή ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στά όνειρά μου

αγαπημένη μου.

Θυμάσαι, αγάπη μου, “τήν πρώτη μεγάλη μέρα μας”;
Σού πήγαινε αυτό τό κίτρινο φόρεμα
ένα απλό φτηνό φόρεμα, μά ήταν τόσο όμορφα κίτρινο.
Οι τσέπες του κεντημένες μέ μεγάλα καφετιά λουλούδια.
Σού πήγαινε στό πρόσωπο σου ο ήλιος
σού πήγαινε στήν άκρη τού δρόμου αυτό τό τριανταφυλλένιο

      σύννεφο
κι αυτή η φωνή μακριά ενός πλανόδιου ακονιστή – σού

      πήγαινε.

Έβαζα τά χέρια μου στίς τσέπες, τά ξανάβγαζα.
Βαδίζαμε δίχως λέξη. Μά καί τί νά πεί κανείς
όταν ο κόσμος είναι τόσο φωτεινός καί τά μάτια σου
τόσο μεγάλα. Ένα παιδί στή γωνιά τραγούδαγε τίς

       λεμονάδες του.

Ήπιαμε μιά στά δυό. Κι αυτό τό χελιδόνι πού πέρασε ξαφνικά

πλάι στά μαλλιά σου. Τί σού είπε λοιπόν;
Είναι τόσο όμορφα τά μαλλιά σου. Δεν μπορεί, κάτι

       θά σού είπε.

Τό ξενοδοχείο ήταν μικρό σέ μιά παλιά συνοικία πλάι στό

      σταθμό

πού μές στήν αντηλιά κοιτάζαμε νά μανουβράρουμε τά τραίνα.

Αλήθεια κείνη η άνοιξη, εκείνο τό πρωινό, εκείνη η απλή

       κάμαρα τής ευτυχίας

αυτό τό σώμα σου πού κράταγα πρώτη φορά γυμνό

αυτά τά δάκρυα πού δέν μπόρεσα στό τέλος νά κρατήσω
– πόσο σού πήγαιναν.

Ά, θά ‘θελα νά φιλήσω τά χέρια τού πατέρα σου, τής μητέρας σου τά
         γόνατα πού σέ γεννήσανε γιά μένα
νά φιλήσω όλες τίς καρέκλες πού ακούμπησες περνώντας

         μέ τό φόρεμα σου νά

κρύψω σά φυλαχτό στόν κόρφο μου ένα μικρό κομμάτι

        απ’ τό σεντόνι πού κοιμήθηκες.

Θά μπορούσα ακόμα καί νά χαμογελάσω

στόν άντρα πού σ’ έχει δεί γυμνή πρίν από μένα

νά τού χαμογελάσω, πού τού δόθηκε μιά τόση ατέλειωτη

        ευτυχία.

Γιατί εγώ, αγαπημένη, σού χρωστάω κάτι πιό πολύ απ’ τόν

       έρωτα

εγώ σού χρωστάω τό τραγούδι καί τήν ελπίδα, τά δάκρυα

      καί πάλι τήν ελπίδα.

Στήν πιό μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τή ζωή”.

 

~Τασος Λειβαδίτης/Tasos Livaditis

~Translation Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yiannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα

Image

Μικρή πρόσκληση

Έλα στίς φωτεινές ακρογιαλιές—μουρμούριζε μόνος—

εδώ πού γιορτάζουν τά χρώματα—κοίτα—

εδώ πού δέν πέρασε ποτέ η βασιλική οικογένεια

μέ τίς κλειστές καρότσες καί τούς επίσημους αποσταλμένους.

Έλα, δέν κάνει νά σέ δούν—έλεγε—

είμαι ο λιποτάχτης τής νύχτας

είμαι ο διαρρήκτης τού σκοταδιού

έχω γεμάτο τό πουκάμισό μου καί τίς τσέπες μου ήλιο.

Έλα—μού καίει τό στήθος καί τά χέρια.

Έλα νά σού τόν δώσω.

Έχω καί κάτι νά σού πώ

πού δέν κάνει ούτε εγώ νά τό ακούσω.

An Invitation

Come to the luminous beaches – he murmured to himself –

here where the colors celebrate – look –

here where the royal family never passed

with their closed carriages and official emissaries.

Come, – it is not good if they see you – he would say –

I am the deserter of the night

I am the burglar of darkness

I have filled my shirt and my pockets with sun.

Come – it burns my hands and my chest.

Come let me give it to you.

And I have something to tell you

that even I cannot hear.

 Αναλογίες

Θολά τ’ αστέρια μές στή στέρνα,

η στέρνα μές στή μέση τής παλιάς αυλής,

σάν τόν καθρέφτη τής κλεισμένης κάμαρας.

Γύρω στή στέρνα κάθονται τά περιστέρια,

άκρη-άκρη στό φεγγάρι οι ασβεστωμένες γλάστρες,

γύρω-γύρω στήν πληγή μας τά τραγούδια μας.

 Proportions

The stars are muddy in the cistern,

the cistern in the middle of the old yard,

like a mirror of the closed room.

The doves sit around the cistern,

whitewashed flowerpots sit end-to-end in the moon,

around and around our wound: our songs.

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translation Manolis Aligizakis

http://www.ekstasiseditions.com

~