giorgos-8emelis-557x260 images

“Lone Elegy for Anreas Kalvos” by George Themelis

Forgotten voyager

in stagnant rivers wayfaring at night
you came this fiery dawn lighted
by funerary doves in the heart of winter

bitter and resolute

you spoke in a language speckled like crashed marble
and you only wore the black attire of your mourning loneliness

you gazed the railings of dawn and your heart jumped
from one peak to another, from mountain to mountain
trying to wound the clouds with the clang of the brave bird

Castalian swan

Lonely and unapproachable in your entrenched sorrow
what grief pounded your chest and made it echo
unlike the sound of a sorrowful flute, like the winged thunder

(lethal archer, you who aims with a steady arm
lover of the pure blue, the highest precipice
let me touch your waist like an impious man and
let my fingers be severed and my tongue be slit)

you weren’t meant to walk on land
you were meant to be with the eagles and the lions in the gardens of Muses
where the first flash of the day shines lovingly
where the light-blue of the horizon has never been stained by smoke
and you’re meant to strike and break all the chords of the lyre one by one
and the Muse of Virtue will awake on the bed of the wings
undone and naked to take you
over to the immeasurable void of the heavenly deserts

I bring myrtle and cypress branches

But where can I find your shadow, your humble screen
that keeps the ash of your sleep tightly held in a foreign land?

Perhaps the north wind has taken it, a lucky charm
perhaps the earth has taken it on its marble bed
under the quiet frozen wings of the deep night
that it won’t hear the bubbly glasses amid the smoke and flames
the rushing wind hitting and breaking the window panes

~ From the George Themelis, Collected Poems I, (1969)
~Translated by Manolis Aligizakis
Γιώργου Θέμελη ‘Ελεγείο μοναχικό του Ανδρέα Κάλβου’
Λησμονημένος ταξιδευτής.
Οδοιπορώντας μες από νύχτες κι ασάλευτους ποταμούς
Ήρθες το φλογερό ξημέρωμα, που τ’ άναψαν
Μες στου χειμώνα την καρδιά εντάφια περιστέρια.
Πικρός κ’ αλύγιστος.
Μιλούσες μια γλώσσα κατάστικτη σαν τα σπασμένα μάρμαρα
Και δεν φορούσες παρά μονάχα μαύρα, το πένθος της μοναξιάς.
Αγνάντευες ψηλά τα ηώα κάγκελα και πήδαγε η καρδιά σου
Από κορφή σε κορυφή, από ένα βουνόν εις άλλο
Και γύρευε να πλήξει με κλαγγή γενναίου πουλιού τα σύγνεφα.
Καστάλιε κύκνε.
Μοναχικέ κι απρόσιτε μες στην κλειστή σου θλίψη,
Ποια οδύνη σού έσκαφτε το στήθος και τόκανε να ηχεί,
Όχι σαν ήχος λυπημένου αυλού, σαν πτερωτή βροντή.
(Θανάσιμε τοξότη, που σκοπεύεις μ’ εύστοχον χείρα.
Εραστή του καθαρού γαλάζιου και του ψηλού γκρεμού.
Άσε ν’ αγγίξω την καμπύλη σου σαν ένας βέβηλος
Κι ας μου καούν τα δάχτυλα κ’ η γλώσσα ας μου κοπεί.)
Δεν ήσουνα για να πατάς στη γη.
Να τριγυρνάς ήσουν μ’ αετούς και λέοντες στους κήπους των Πιερίδων
Εκεί που φέγγει ερατεινή η πρώτη αρχή της μέρας
Και που καπνός δεν έθλιψε ποτέ το γαλάζιο των αιθέρων.
Και να χτυπάς και να συντρίβεις μίαν προς μίαν της λύρας τις χορδές όλες
Και να ξυπνάει η Μούσα η Αρετή μες απ’ την κλίνη των ανέμων,
Αμάργαρη κι ολόγυμνη, και να σε παίρνει απάνω
Μέσα εις το χάος αμέτρητο των ουρανίων ερήμων.
Μυρτιά φέρνω και κλαδιά κυπαρίσσου.
Μα πού να βρω τον ίσκιο σου, την ταπεινή σου οθόνη,
Που σφιχτοκλεί της στάχτης σου εις ξένην γην τον ύπνο.
Ίσως να την επήρε ένας βοριάς και να την έχει γκόλφι,
Ίσως να την επήρε πίσω η γη σε πέτρινο κρεββάτι
Κάτω από τα ήσυχα, παγωμένα, πτερά της βαθιάς νύχτας,
Να μην ακούει τ’ αφρίζοντα ποτήρια μες σε καπνούς και φλόγας,
Τον βίαιο άνεμο που χτυπά και σχίζει τα παράθυρα.
~ Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)
~ From the George Themelis, Collected Poems I, (1969)
~Translated by Manolis Aligizakis



     And since the new reality was upon us truly we 

accepted it: dead was our God. Buried him yesterday

afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations

and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as

the mood of the sombre day while fear, I would say,

deep in our hearts, hidden. Sorrow reigned in the black

funeral home office while just outside beggars stretched

their hands asking for what we couldn’t spare, decency

of the new serpent who appeared but without fangs,

feverish magnolia bloomed its purple flowers over

our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice

with courage and we mailed it to the four corners of

the universe and promised never to be trapped again  

in the idiocy of a system.


The Andian condor we declared heir of the flesh.

The wind and the rain we proclaimed our catharsis.


     Evoe, oh, free elements, evoe.


     ‘Multiply and conquer the earth’ someone said. And

it was good.



     Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε

ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς

τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια

κι ανάλαφροι ενιώσαμε τίποτα πιο πολύ δεν μας

γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,

θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.

Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο

έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε

το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε, ευπρέπεια

του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε, η μαγνόλια

που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω στο νυφικό

κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο

το δισκοπότηρό μας και το ταχυδρομήσαμε στα τέσσερα

της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος

θύματα να μην πέσουμε.


Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.

Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.


      Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.


     ‘Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη’

κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.