Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

ritsos_front-large

ΥΠΟΝΟΟΥΜΕΝΑ

 

Σκόρπιες βαλίτσες στο πάτωμα. Άδειες.

Θυμάμαι τους ανθρακωρύχους. Σάββατο βράδυ

ψηλά ποτήρια μπίρας, καπνοί, βλαστήμιες.

Οι δυο ξεχτένιστες γυναίκες φώναζαν στην πόρτα.

Το παιδί πέθανε. Κάηκε ο γλόμπος της εισόδου.

Τραίνα περνάνε φορτωμένα ποταμίσια ψάρια.

Τα μαλλιά σου γεμάτα καρβουνίδι. Ο Γιώργης

μπήκε στ’ άλλο δωμάτιο. Φορούσε ένα πουκάμισο

ολότελα κίτρινο σα βουτηγμένο στο φεγγάρι,

Κι όλα ήταν λυπημένα, πιο πολύ το κρεββάτι.

 

~Αθήνα, 2-1-79

 

 

 

INSINUATIONS

 

Suitcases thrown on the floor. Empty.

I remember the coal miners. Saturday night

tall beer glasses, smoke, cursing.

By the door, with uncombed hair, two women yelled.

The child died. The light bulb of the entrance burned out.

Trains go by, loaded with river fishes.

Your hair is full of charcoal-dust. George

entered the other room. He wore a shirt

completely yellow as though dipped in the moon;

and everything was sad; even more so the bed.

 

~Athens, 2-1-79

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com