CLOE and ALEXANDRA

Cloe and Alexandra_cover_aug265

ΓΙΟΡΤΗ

Από ερωτικό ίστρο με το γόνατό σου
με πιέζεις στο πόδι κάτω από το τραπέζι,
καθισμένοι ανάμεσα σε πλήθος καλεσμένων
και σε όλη τη διάρκεια της γιορτής.
Με πιέζει και με πονάει το γόνατό σου.
Οι χωρισμοί και οι επανασυνδέσεις μας κατά καιρούς,
οι θύελλες και παλίρροιες των συναισθημάτων,
η ασίγαστη ανάγκη μου να σε αποκτήσω ξανά
συνωστίζονταν, έμπαιναν στον ηδονικό πόνο
που μου έδινε το γόνατό σου.

 

CELEBRATION

With such erotic effusion
with your knee you pressed my leg
under the table as we sat among the others
during the celebration party.
Your knee presses and hurts me.
Our repeated separations and re-connecting
our tempests and emotional tides,
my inexhaustible need to have you again and again
a cocktail of erotic pain your knee gave me.

 

~CLOE and ALEXANDRA, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Canada

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΗ
Βέβαια, όλα αυτά ήταν κάπως θολά, ίσως μάλιστα κι ανεξήγητα
γι’ αυτούς που σηκώνουν μ’ έμφαση το ποτήρι τους πάνω απ’ το
τραπέζι, χωρίς να βλέπουν ποιος το κρατά, ώσπου σιγά σιγά, η
καθημερινή χρήση μας κάνει θνητούς, έτσι προσπαθούσα πάντα να
κοιτάζω αλλού όταν χτυπούσε το κουδούνι, κι όταν ύστερα όλα
ησύχασαν, ήταν αργά, που είναι ο οικοδεσπότης, γιατί κρύβεται,
ακούμπησα στο τραπέζι για να μην πέσω, ύστερα με κεφάλι
σκυφτό άνοιξα την πόρτα κι ακολούθησα το δρόμο μου.
Και τα βράδυα, στο δείπνο, τους άκουγα να διηγούνται τις ιστο-
ρίες τους, αποσιωπώντας με τρόμο το σκοτεινό, απόμακρο έξω —
εκεί που είχαμε ζήσει.
DAILY USE
Of course, all these were somehow vague perhaps even inexplicable
for the ones who raise their glass emphatically over the table without
seeing who holds it until slowly the everyday use makes us mortal
thus I always tried to look elsewhere when the doorbell rang and when
everything was quietened: where is the host, why is he hiding?
I leaned on the table that I wouldn’t fall; then bowing my head
I opened the door and followed my path.
And at night, dinner time, in horror I listened to them narrating
their stories that in a way silenced the dark, remote outside — there
where we had lived.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Nostos and Algos//Νόστος και Άλγος

nostos and algos cover

OLD COUPLE

Long and narrow rusted table
hardly stands motionless
bleached out tablecloth as though
thrown in debts of river for a long time
cloth faded like her eyes gazing the sea’s
agony that reaches the foreign land
where her son has vanished

shade of grapevine thick like a sin
and harsh like a thought pounding
her memory that light may be reborn

and he brings two plates
trembling hands pour wine in two glasses
small plate with olives, piece of feta

and the sigh expertly camouflaged by a smile
the lone cicada that insists to disturb
monologue of their loneliness

finally he sits next to her when
above them the grapevine laughs
as his calloused fingers touch
her wrinkled hand and the sun
somewhere higher than everybody
roars with laughter when the old man says
to her…you forgot to make the salad

“In memory of my parents
in their late years of life in the village”
ΖΕΥΓΑΡΙ ΓΕΡΟΝΤΩΝ

Στενόμακρο τραπεζάκι που
με δυσκολία στέκεται ακίνητο
τραπεζομάντηλο σαν
να το πέταξαν στο βάθος ποταμού
ξεθωριασμένο σαν τα μάτια της
να κοιτούν την αγωνία της θάλασσας
που οδηγεί στην ξενιτειά που ο γιός της ζει.

Ίσκιος κληματαριάς βαθύπνοος
και σκληρός σαν αμαρτία,
αμείλιχτος σαν σκέψη που σφυρηλατεί
τη θύμησή της για να ξαναγεννήσει φώς
κι εκείνος φέρνει τα δυο πιάτα,
το κρασί που τα τρεμάμενά του χέρια βάζουν
στα ποτήρια, πιατάκι ελιές, ένα κομμάτι φέτα

κι ο στεναγμός απλά μασκαρεμένος με το χαμογέλιο
κι απο του τζίτζικα την επιμονή να διακόπτει
της μοναξιάς τους το μονόλογο
όταν επιτέλους κάθεται δίπλα της.

Πάνωθέ τους η κληματαριά γελά
σαν τα ροζιασμένα δάχτυλά του
αγγίζουν τις ρυτίδες του χεριού της κι ο ήλιος
κάπου ψηλώτερα ξεκαρδίζεται στα γέλια
που της λέει… ξέχασες να κόψεις τη σαλάτα

‘Aφιερωμένο στους γονείς μου
που ζήσαν τα γηρατειά τους στο χωριό’

http://www.ekstasiseditions.com

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα

35774-tl

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΧΡΗΣΗ

     Βέβαια, όλα αυτά ήταν κάπως θολά, ίσως μάλιστα κι ανεξήγητα

γι’ αυτούς πού σηκώνουν μ’ έμφαση τό ποτήρι τους πάνω απ’ τό

τραπέζι, χωρίς νά βλέπουν ποιός τό κρατά, ώσπου σιγά σιγά, η

καθημερινή χρήση μάς κάνει θνητούς, έτσι προσπαθούσα πάντα νά

κοιτάζω αλλού όταν χτυπούσε τό κουδούνι, κι όταν ύστερα όλα

ησύχασαν, ήταν αργά, πού είναι ο οικοδεσπότης, γιατί κρύβεται,

     ακούμπησα στό τραπέζι γιά νά μήν πέσω, ύστερα μέ κεφάλι

σκυφτό άνοιξα τήν πόρτα κι ακολούθησα τό δρόμο μου.

     Καί τά βράδυα, στό δείπνο, τούς άκουγα νά διηγούνται τίς ιστο-

ρίες τους, αποσιωπώντας μέ τρόμο τό σκοτεινό, απόμακρο έξω —

εκεί πού είχαμε ζήσει.

DAILY USE

      Of course, all these were somehow vague, perhaps even inexplicable

for the ones who raise their glass emphatically over the table, without

seeing who holds it, until, slowly the everyday use makes us mortal

thus I always tried to look elsewhere when the doorbell rang and when

all got quietened, where is the host, why is he hiding,

     I leaned on the table that I wouldn’t fall; then bowing my head

I opened the door and followed my path.

     And at night, dinner time, in horror I listened to them narrating

their stories that in a way silenced the dark, remote outside—there

wherewehadlived.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis

Summer autumn 2014, www.libroslibertad.ca

www.authormanolis.wordpress.com