Yannis Ritsos//translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΟΥΔΕΤΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

 

Υπάρχουν βιβλία μικρού σχήματος με στάλες κερί στο εξώφυλλό τους

σα να `κλαιγε στο διπλανό δωμάτιο μια γυναίκα. Υπάρχουν ανθρώποι

πολύ δοξασμένοι στη ζωή, λησμονημένοι μετά θάνατον. Κι ενώ

κανένας πια δε μας πρόσεχε, μπορέσαμε ελεύθεροι να δούμε

απέναντι, στο αέτωμα του ναού, τους τρεις μαρμάρινους ιππείς γυμνούς,

πανέμορφους,

χωρίς ασπίδες κι ακόντια, περίχρυσους απ’ την  εσπέρα,

να προχωρούν με σιωπηλή κατανόηση προς τον δικό μας ξενώνα,

εκεί που `χαμε αφήσει ολόκληρο βουνό διπλωμένες κουβέρτες

και μεγάλα ρολόγια βυθισμένων καραβιών, από καιρό σταματημένα.

 

NEUTRAL TIME

 

 There are books of small size with drops of wax on their covers,

as though a woman cried in the next room. There are people

much glorified in their lives forgotten after their deaths. And while

no one paid attention to us anymore, we managed quite freely

to look on the opposite side, at the temple pediment, the three marble

riders naked, most ever handsome,

without spears and shields, golden from the sunset light,

to walk with silent understanding toward our guesthouse,

where we had left a whole mountain of folded blankets

and big clocks of sunken ships, for a long time stopped.

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

CARESSING MYTHS

 

CARESSING MYTHS_cover_Feb10.indd

ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Αγάπη και ελευθερία
συνθήματα και πράξεις
οικουμενικά όνειρα
το φιλί που άφησε λουλούδια
το παγωμένο δάκρυ στο βίντεο
υπήρξε χρόνος αθωότητας
υπήρχαν
τα δώρα όλα του έρωτα
GIFTS OF EROS

Love and freedom
emotions and actions
universal dreams
the kiss that left behind flowers
the frozen tear in the video
it was the time of innocence
there were
the gifts of Eros
~CARESSING MYTHS, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, B.C.

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ όψεως, βέβαια, όλοι φαίνονται απροσδόκητα
ενώ αυτό που φοβόμαστε έχει γίνει από καιρό, κι ήτανε μέσα μας,
κι εμείς το πηγαίναμε στην επικίνδυνη ώρα και συχνά σταματού-
σες στη μέση της σκάλας, γιατί ποιός ξέρει πού είναι το άλλο
σκαλοπάτι, ιδιαίτερα το βράδυ καθώς διάβαινες τις άδειες κάμα-
ρες, σου `πεφτε πάντα κάτι απ’ τα χέρια, σαν να `θελε να ξαναγυ-
ρίσει, και τότε, όπως γονάτιζες να το βρεις, συναντούσες τον
άλλον
αφού κάθε κίνηση μας προδίνει, κι ένα άλλο ποτήρι σηκώνεις
απ’ αυτό που πήγαινες, προτίμησα, λοιπόν, να σωπάσω, μα όταν
μες στο σκοτάδι χτύπησαν μεσάνυχτα, όλο το σπίτι ράγισε άξαφνα,
και τότε, στο βάθος του διαδρόμου, το είδαμε που πέρασε εντελώς
καθαρά.
AT FIRST glance of course everything seem to be unexpected
while what we’ve feared had already taken place and was inside us
and we carried it to the dangerous hour and often you would stop
in the middle of the stairs because, who knows where was the next
step; especially in the night as you walked through the empty rooms
something always fell off your hands as if wanting to return and
then as you’d kneel to find it you would meet the other man
since every gesture gives us up and you carry a different
glass from the one you wanted, I therefore chose to keep silent;
but when in darkness midnight struck suddenly the whole
house shook and then at the end of the hallway we saw him
as he quite clearly walked by us.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com
http://www.smashwords.com

Dimitris Liantinis//Δημήτρης Λιαντίνης

!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus

ΠΡΟΛΟΓΙΣΜΑ

Πριν οκτώ χρόνους έφυγε ο άνδρας μου Δημήτρης Λιαντίνης. Ήταν η πρώτη Ιουνίου 1998 όταν εξαφανίστηκε από το σπίτι μας και το επαγγελματικό πανεπιστημιακό του περιβάλλον. Και όχι απρόσμενα και απροσδόκητα. Το μόνο που δεν γνώριζα ήταν η μέρα και η ώρα.
Σχέδιο φυγής, αρχιστρατηγικό, όπως μου έλεγε, που το ετοίμαζε με απόλυτη ακρίβεια χρόνους πολλούς.
Άδειασε το πρώτο συρτάρι του γραφείου του και τοποθέτησε μέσα όσα σημαντικά έκρινε, όσα μου επέτρεψε να γνωρίζω για την τελευταία του πράξη. Άλλα με γλώσσα σαφή, άλλα με αινιγματική και μυθοπλαστική. Του μύθου όμως του φιλοσοφικού (πλατωνικός μύθος) που λέγει με σύμβολα όσα έχει απορία ο νους να εκφράσει με ορισμούς. Μου άφησε γραπτές εντολές και δικαιοδοσίες, εξουσιοδοτήσεις, το ημιτελές βιβλίο του για τον Καβάφη, που το έγραφε στο τέλος της δεκαετίας του 80 και ποτέ δεν περάτωσε, το ποιητικό του έργο που εκδίδω σήμερα, ένα ακόμη βιβλίο γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 90, που ποτέ δεν εξέδωσε, και το πιο σημαντικό και διαφωτιστικό της πράξης του· ένα κείμενο που έγραψε την παραμονή της αναχώρησής του, στις 31 Μαίου 1998.
Πάνω στο γραφείο του υπήρχε ένα γράμμα προς την κόρη μας Διοτίμα. Το μόνο κείμενο που έδωσα μέχρι σήμερα στη δημοσιότητα, και αυτό την πρώτη εβδομάδα της εξαφάνισης, θέλοντας τότε να προστατεύσω την τιμή του απέναντι στα ανόσια σχόλια κάποιων δημοσιογράφων για το πρόσωπό του.

Έζησα πολλά και περίεργα αυτούς τους οκτώ χρόνους. Ώρες – ώρες ένιωθα να ξεχειλίζει η αδικία, όπως η γη στον κατακλυσμό. Της πληγής μου και της απορίας μου τον ψίθυρο αποκήρυσσε αμίλητη η προστασία του που γένναγε την ευκρασία στην αλλαγή από το σκοτάδι στο φως και αντίστροφα. Και το σκοτάδι έχει μέσα του φως. Το λυκαυγές.
Ό,τι οι δυο μας ζήσαμε 26 χρόνους ήταν το δρύινο σκαρί του Οδυσσέα, σημαδεμένη μοίρα, δαιμονικό (με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου «δαίμων») παραμύθι. Είτε οι χρόνοι μας ήταν γελαστοί είτε λυπημένοι. Σπουδάσαμε την ευτυχία μας ζωγραφίζοντας μέρες και νύχτες στο δρόμο της μεγάλης επιστροφής. Ήταν η ιστορία μιας θάλασσας, όπως εκείνης των Κεχρεών, που κατακλύζει την ακρογιαλιά, το βράχο στο μπούρτζι, το δάσος αντίκρυ, το κορίτσι στον απέναντι λόφο που κοιμάται στο φως του φεγγαριού, την αντάρα της βροχής, τη θύελλα του ίμερου. Αγωνιστήκαμε να μεταλλάξουμε το θυμό της καταστροφής σε πνοή δημιουργίας. Και όλα με την ίδια αταραξία και βεβαιότητα του ίδιου θανάτου, που όταν θα ερχότανε, θάταν μόνο ένα άλλο παιγνίδισμα, ένας απλά διαφορετικός ήχος στην απεραντοσύνη του πελάγους.

Ο Λιαντίνης δημοσίευσε οκτώ βιβλία. Το τελευταίο ήταν η Γκέμμα. Το καταληκτικό αλλά και αποκαλυπτικό για τους σοβαρούς ερμηνευτές κεφάλαιο (π), σελ. 255, με τίτλο «Sonne über Austerlitz» είχε στο χειρόγραφό του αρχικά το παρακάτω περιεχόμενο:

«Καθώς ο Οκταβιανός Αύγουστος, γέροντας εβδομήντα δύο χρονώ, γύριζε αλλόφρονας στο παλάτι, χτύπαγε το κεφάλι του στους τοίχους*, και φώναζε: – Κοϊντιλιανέ Βάρε, δος μου πίσω τις λεγεώνες μου!
Δόστε μου πίσω τους συντρόφους! Στο Νυμφαίο του Ελικώνα μου! Τον Ηράκλειτο, τον Εμπεδοκλή, το Νίτσε, τον Πλάτωνα, το Δάντη, το Σολωμό, τον Αισχύλο!
Δόστε μου πίσω το έχει μου! Τους δοξασμένους πρίγκιπες των χρωμάτων και του χρόνου. Τον Ορλώφ, τον Κούλιναν, το Σάχη, το Μεγάλο Μογγόλο, τον Τίφανυ, το Φλωρεντίνο, τον Αστέρα του Νότου.
Δόστε μου πίσω τις αναπνοές μου, στον κήπο ανατολικά! Τη Λου, τη Λαμπιδούσα, τη Μυρτάλη, τη Μαριέ, την Ευτζενική, την Υπεριώδη, τη Διοτίμα.
Γιατί η διαφορά, η τρομερή, εστάθηκε ότι οι ποιητές, που μοιάζαν την αλήθεια, είπανε ψέματα.
Εγώ όμως, που μοιάζει με τα ψέματα, έζησα την αλήθεια.»

* στις καλυδώνιες πέτρες του παλατιού, χτύπαγε το κεφάλι στα σφηνώματα.

Στο τυπογραφείο άφησε τελικά μόνο τις δύο τελευταίες παραγράφους. Γιατί;…

Τα ποιήματά του ο Λιαντίνης τα έγραψε από το 1971 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 80. Στην ερώτησή μου, γιατί δεν τα εκδίδει, μου απαντούσε: Γράφω και δημοσιεύω πλέον ποίηση μέσα από τον πεζό επιστημονικό λόγο. Αυτά θα μείνουν σε σένα, στα κατάλοιπά μου. Πίστευε ότι η αληθινή ποίηση είναι αυτόνομη πηγή ζωής. Αγάπημά της διαλεχτό η μορφή. Το έργο της, ανεπανάληπτο, έχει μέσα του την εντελέχειά της. Ο δημιουργός νικάει το θάνατο με το έργο του.
Με έμαθε ότι ο γνήσιος ποιητής ζει την αλήθεια, ότι ο ποιητής φανερώνει την αλήθεια, ότι ο ποιητής πεθαίνει, ότι η φανερωμένη αλήθεια έρχεται στο φως μετά το «θάνατό» του, ότι ο ποιητής ανασταίνεται, ότι τον τραγικό ποιητή συμπληρώνει ο αναστημένος ποιητής.

Οι ποιητικές του συλλογές είναι δύο. Οι ώρες των άστρων και Η όγδοη μέρα. Δημοσιεύω τα ποιήματα στο πολυτονικό σύστημα, όπως ακριβώς υπάρχουν στα χειρόγραφά του.

Το πλέον όμως σημαντικό ποιητικό του κείμενο είναι από έποψη μορφής και ουσίας εκείνο που έγραψε την παραμονή της εξαφάνισής του (31. Μαίου 1998) και που το ίδιο μιλάει για την τελευταία του πράξη. Αρκεί ο μελετητής του να διαθέτει ικανότητα ερμηνευτική και εκπαιδευμένη αντίληψη.
Το αποκαλύπτω για πρώτη φορά σήμερα και αφήνω τον ίδιο να μιλήσει για το «τέλος» της πράξης του εντελεχειακά.

 

«Έ συ, αρχηγέ της φύσης! Τιμημένε και πολυκράτη.
Με τα πολλά ονόματα στον εσπερινό και στον όρθρο.
Ύπατε και τιμητή στις φρουρές και στα κάστρα του χρόνου.
Και ισχυρέ δήμαρχε των συνελεύσεων της αγοράς.
Που κυβερνάς με το δίκιο το άγιο, και τον ίσιο νόμο.
Χαίρε! Στρατηγέ και δορυκτήτορα.
Ζώνεσαι τα αμφίστομα ξίφη στον τελαμώνα.
Και πολεμάς τούς απελάτες στα σύνορα. Πέρα μακριά.
Στα μαγνητικά πεδία και τις αντλαντκές βαρύτητες.
Καμαρώνω τη δύναμη και τα γκέμια σου.
Κρατάς τις πληγές του κεραυνού στο χέρι.
Όπως ο καπετάνιος το δοιάκι του καραβιού.
Ανοίγεις το δρόμο δύσκολα μέσα από την αλαλησιά της αγαμίας.
Αναμερίζοντας τον πανικό του χάους.
Και κυβερνάς στη γραμμή του κράτει.
Το πλοίο των άστρων και το ποτάμι του σύμπαντος.
Έχεις υπουργό το Βοριά. Ξεπαστρευτή και Νυκτέλιο.
Για τους σήψαιμους, και για τους θράσιους.
Έχεις και του θρόνου σου σύμβουλο το δαδούχο τον Ήλιο.
Αγνέ αθλητή του δέκαθλου και του φωτός.
Φιλιώνεις το νερό και τη φάγουσα φλόγα. Πλέκεις στεφάνι.
Στο ανώφλι της αυγής από αστραπή κι από νύχτα.
Κι όλα τ’ αγκαλιάζει η στοργική μοναξιά σου.
Περιστέρια και φίδια, καρπούς και ηφαίστεια,και νησιά και ίσκιους.
Το άχ! Και το δυόσμο.
Μόνο οι μωροί μη σε νιώθουν.
Οι άδικοι και οι ταγμένοι του φθόνου.
Ποτέ δε σε φτάνει η γκρεμισμένη ματιά τους.
Η μολυσμένη ανάσα τους.
Των χεριών τους οι κάκτοι.
Ο αραχνεώνας του νου τους.
Εσένα οι αμίαντοι καλοδέχουνται ξένο.
Σιωπηλοί όταν πίνουν το στόμα της θάλασσας.
Και τρώνε μαζί με τους μήνες.
Αγγίζουν τη χλαμύδα σου στο σβήσιμο της αστραπής.
Και το χέρι τους πετρωμένο ελάφι σε δείχνει.
Γνώριμε άγνωστε.

Ο Λιαντίνης δεν έχει πει όμως ακόμη το δικό του νόημα και περιεχόμενο στην τελευταία λέξη της Γκέμμας «αλήθεια». Κάποτε οι δείχτες του χρόνου θα γελάνε με πολλά ανεδαφικά και επιπόλαια που γράφτηκαν και ειπώθηκαν για την ζωή του, την κοινή μας πορεία και την πράξη του .
Όμως και τότε δεν θα έχει αλλάξει κάτι.
Νικολίτα Γεωργοπούλου – Λιαντίνη
Κηφισιά, 1 Ιουνίου 2006
PROLOGUE

Eight years ago Dimitris Liantinis passed on. It was June the 1st 1998 when he disappeared from our home and his professional world. His disappearance wasn’t unexpected, I only didn’t know the date and time of day.
An escape plan that of a general as he often said to me, one he was preparing in detail and for a lot of years.
He emptied the top drawer of his desk and placed in it what he considered important, what he wanted me to know regarding his last course of action. Some of his comments were crystal clear others enigmatic and mythopoetic. The philosophical myth that describes with symbols what the mind can’t express with terminology. He also left me with instructions, requests, right to do as I wish regarding a book about Constantine Cavafy he left half-finished, which he was writing the last years of 1980 but never completed, his poetry work which is published this year, another book he wrote during the `90ies but never published and his most significant clarifying note regarding his last action; a comment he wrote the night before he departed, May 31st 1998.
On the desk he left a letter for our daughter Diotima, the only material I released to the media during the first week after his disappearance in order to protect his honour opposite the impious comments of some news reporters regarding Liantinis.
I went through a lot and strange events during those eight months. At times I felt the overflowing injustice not different than the deluge. His silent absence served as having a soothing effect and a wonder on my wound, his absence that gave birth to the benevolent feeling we sometimes have when light succeeds darkness and vise-versa. Even darkness has light in it: the twilight.
What Dimitris and I lived together, 26 years of marriage was the of oak tree craft of Odysseus, the marked Fate, a demonic (with the ancient Greek meaning of the word demon) fable. Our years were sometimes smiling other times sorrowful. We studied happiness by painting for days and nights the great return. It was the story of the sea, like the sea of Kechrees- Korinth that floods the seashore, the rock of Bourtsi, the opposite forest, the girl who sleeps under the moonlight on the opposite hill, the wrath of rain, the storm of sexual arousal. We fought to transcend the anger of destruction into the breath of creativity and all this with the calmness and certainty of the same death which whenever it would come it would be nothing but a game, simply a different sound in the endlessness of the sea.
He wrote all his poems between 1971 and 1985. To my question why he wouldn’t publish them he would answer “I write and publish poetry through my scientific prose. These poems will be left to you. He believed that true poetry has its own spring life as it is an exquisite form of expression; its purpose, irreplaceable, has in it its final completeness: the creator turns into an immortal.
Liantinis learned that the true poet experiences truth and reveals the truth; he learned that the poet dies and reveals the truth after his death; that the tragic poet is completed by the re-risen poet. He wrote two poetry collections: The Hour of the Stars and The Eight Day which are included in this publication.
However his most important poem in content and substance is the one he wrote on March 31st 1998 the night before he left; this poem speaks of his final course of action. I reveal this poem for the first time today and I let it speak to the discerning reader of the final completeness, of Dimitris Liantinis’ last course of action.

 

Hey, you leader of nature! Honored master of everything
with many names in the evening vespers and in the matins
consul and censor in the guards and castles of time and
powerful mayor in the meetings of the agora.
You who with justice govern the holy and right law
hail to You! General and holder of the spear
you criss-cross two swords in your bandolier and
you fight the frontiersmen at the borders. Far away
in the magnetic field and in the gravity of the Atlantic
I admire the power and your reins.
You hold the wound of thunderbolt in your hand
like a captain holds the tiller of the boat
you draw a difficult path through the silence of celibacy
putting aside the panic of chaos and
you control along the line of the sustainable
the ship of the stars and the river of the universe.
You have the North Wind as your minister: killer and nocturnal
for the septiaemic and the audacious and
you have the torchbearer Sun as your throne advisor.
Pure athlete of the decathlon and the light
you make friends of the water and the devouring fire. You fashion a wreath
on the cornice of dawn made of the lightning and the night.
Your loving loneliness embraces everything
doves and snakes, fruits and volcanos and islands and shadows
the ah! And the mint.
Only that the fools don’t sense you
the unjust and the dedicated to hatred
never let their tumbled glance reach you
their infected breath
the cactuses of their hands
the spider webs of their minds.
Your chaste people welcome the foreigner
when silently they drink the mouth of the sea and
eat along with the months
they touch your chlamys in the blowing out of the lightning and
their hands, petrified does, show you.
Familiar and unknown.

 

Liantinis yet hasn’t said his meaning and his explanation of truth, the last word of GEMMA. At some time the fingers of time will laugh with the lot of unsubstantiated and foolish reports written and said about his life, about our common path and his final course of action.
However even then nothing will be changed.

~Nikolitsa Georgopoulos-Liantinis, Kifisia, 1st of June 2006

Odysseus Elytis//Οδυσσέας Ελύτης

elyths

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Α

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες.

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη κι ουρανό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί, στα πόδια του βουνού.

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβύνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.

A

There where the sun used to dwell
where time was opening with the eyes of a virgin
as the wind was snowing from the nudging almond tree
and horse riders were lit on the peaks of grass

There where the hoof of a splendid maple tree struck
and a flag was high flapping earth and water
where weapons never burdened the backs
but all the tiredness of the sky
the whole world shone like a waterdrop
in the morning at the feet of the mountain

Now, as if from God’s sigh a shadow spreads

Now a stooping agony with bony hands
takes and wipes out onto herself one by one the flowers
in the crevasses where waters stopped from
the famine of joy the songs recline;
monks of rocks with cold hair
silently break the bread of desolation.

Winter cuts reaching the bone. Something evil
will be ignited. The mountain-horse’s hair goes wild

Vultures on high share the sky’s crumbs.

~Translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου
κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική
αγνότητα —
ώ παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο
όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα ` χουν χαθεί,
γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ’ τα παράθυρα δυνάμωνε
η βροχή
κι ύστερα πιασμένοι απ’ το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλ-
λιά σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα —
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε
τη ζωή μας
μ’ εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ’ άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροιδεύουν — και γεμίζουν τα τετράδιά τους
με ποιήματα
για να μη χαθούν. Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυά-
γιο.

Ώ λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

TWILIGHT

We are captives of the inexplicable and of the forever lost
and remorse is the only way to return to the innocence
of youth —
oh, my old departed friend, I know I’ll meet you again in
a dream or suddenly in the street when all is lost
women who we loved while outside the windows the rain
intensified
then holding hands we passed the bridge, your wet hair
shone in the sundown —
who could believe it, really, that it was a time when we would
even give our lives
with that unstoppable fever like the sick children who
when the get well they don’t fit in their childhood cloths
and they are mocked in school — and they fill their
notebooks with poems
so that they won’t be lost. And then adulthood comes like
a shipwreck.

Oh, twilight, hour of justice, you pay attention to the most
humble things before nightfall.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com
http://www.smashwords.com

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα

Tasos Livaditis_Vanilla
~Love…transcendence of space and time
~Αγάπη…πέραν χρόνου και τόπου

My beloved
I love you more than I can say in words.
Yes, my beloved. Long before I met you
I had waited for you. I had always waited for you.

When I was a child and my mother would see me sad
she would lean down and ask. What is it my boy?
I wouldn’t talk. I would only look behind her shoulder
at a world without you.
And as I played the pencil with my fingers
it was as if I learned to write songs for you.

Αγαπημένη μου
σ’ αγαπώ πιο πολύ απ’ ό,τι μπορώ να σου πω με λόγια.
Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.
Σάν είμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis