Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Ο σκουπιδότοπος κάτω απ’ το Αστεροσκοπείο,
κι ο τρελλός ολομόναχος, χτυπώντας
έναν παλιό σκουριασμένον τενεκέ
σε μιαν εξαίσια ομοηχία με τ’ αστέρια
και με το γέρο κλειδούχο που αγρυπνάει
δίπλα στις ράγες του αχρηστευμένου τραίνου
εκεί που μεγαλώνουν οι κακές τσουκνίδες
κρύβοντας τις αρβύλες του στρατιώτη που γδύθηκε
για ν’ανεβεί καίινα σταθεί στο αέτωμα του ναού.
POEM

The garbage dump below the Observatory
and the crazy man all alone, striking
an old rusted tin bucket
in exquisite homophonic rhythm with the stars
and with the old key-keeper in vigil next to
the derelict train where poisonous nettles grow
hiding the boots of the soldier who undressed
before he climbed and stood at the temple pediment.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

VERNAL EQUINOX-ΕΑΡΙΝΗ ΙΣΗΜΕΡΙΑ

vernal equinox

SUSPICION

She looks in your direction
from behind dark glasses
certain that she stares at you
at once you feel
embarrassed for your fat belly
and your gray beard you turn

your head the other way
as if to conceal how uncomfortable you are
being stared at by such a pretty blond

and you miss paying attention
to her faint smile resembling Mona Lisa’s
indeed she was gazing you
perhaps admiring your gray beard
or your straight posture
holding the handrail

of the Train rumbling along Kalithea

ΥΠΟΨΙΑ

Κοιτάζει προς τη μεριά σου
πίσω απ’ τα μαύρα γυαλιά
είσαι βέβαιος πως σε κοιτάζει
ξαφνικά αισθάνεσαι ντροπή
για τη μεγάλη σου κοιλιά
και για το γκρίζο σου το μούσι

και γυρίζεις το κεφάλι σου στην άλλη μεριά
σαν να θες να κρύψεις την αμηχανία σου
κάτω απ’ το βλέμμα τέτοιας όμορφης κοπέλλας

και χάνεις την ευκαιρία να διαπιστώσεις
το ανεπαίσθητο χαμόγελό της
σαν της Μόνα Λίζας
ναι, αληθινά, σε κοίταζε
ίσως να θαύμαζε τα γκρίζα σου μαλλιά
την ίσια σου κορμοστασιά
κρατώντας τη χειρολαβή του τρένου

στο δρόμο για την Καλλιθέα

~Εαρινή Ισημερία, ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη, 2011
~Vernal Equinox, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2011
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Cloe and Alexandra-Poetry Translated by Manolis/Χλόη και Αλεξάνδρα-Ποίηση, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Στον μοναδικό μου αναγνώστη

Θα σε περιμένω.
Σε έναν σταθμό που δεν υπάρχει ακόμα.
Στο κέντρο εκεί της ερημιάς.
Γύπες θα κυκλώνουνε τα τρένα.
Φαλακρά μωρά θα κλαίνε γοερά.
Θα έρθεις.
Με ένα τρένο
που πια δεν λειτουργεί
χωρίς φρένα και μηχανοδηγό
κατρακυλάει στ’ αστέρια.
Όταν κατέβεις δεν θα μ’ αγκαλιάσεις.
Δεν θα μου πεις πως μ’ αγαπάς.
Μόνο θα σηκώσεις το χέρι
και τρυφερά θα στρώσεις το γιακά
απ’ το τριμμένο μου παλτό.

To my only reader

I’ll wait for you.
In a station not yet built.
There, in that center of loneliness.
Where condors swirl around the trains.
Where bald babies will wail loudly.
You will come.
On a train no longer in service
without brakes nor engineer
train that rolls among the stars.
When you’ll disembark you won’t hug me.
You won’t tell me ‘I love you’.
You will only raise your arm
and tenderly you’ll rearrange the collar
of my worn out overcoat

 

Το φιλί

 

Όσο με φιλούσες

περίμενα το άγγιγμα της γλώσσας,

το στριφογύρισμά της μέσα στο στόμα μου.

Όσο με φιλούσες

είχα την αναίδεια να κρίνω την τέχνη σου,

να μελετάω την υφή και την ένταση

απ’ τα χείλη σου.

Για να σωπάσω,

να πάψω να σε κρίνω,

ήθελα την πρόστυχη τόλμη σου.

The Kiss

While you were kissing me

I longed for the touch of your tongue

its twisting in my mouth.

While you were kissing me

I had the impertinence to judge your art

to evaluate the feel and intensity

of your lips.

To stop these thoughts

to stop judging you,

I craved for your obscene audacity.

 

Χλόη και Αλεξάνδρα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Cloe and Alexandra/Translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca

Cloe and Alexandra/Χλόη και Αλεξάνδρα

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Το εισιτήριο

 

Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο

για να’ ρθω να σε βρω.

Τόσο απλό λοιπόν να ανέβω σ’ ένα τρένο

με οδηγό, εισπράκτορα, συνεπιβάτες

ράγες που εφάπτονται στο έδαφος

και προαναγγελθέντες όλους τους σταθμούς.

Ξέχασα πόσο μαύρο είναι το τρένο της αγάπης

πως καίει κάρβουνα κι ελπίδες

με ένα μάτι τυφλό κι ένα στόμα που χάσκει

και μηχανή ορχιδέα που αιώνια πεινάει

πόσο ρυθμικά βογκά

καθώς φίδι θεριεμένο

ανεβοκατεβαίνει τις σήραγγες του τρόμου.

Λησμόνησα πόσο μοναχικό είναι το τρένο της αγάπης

με τον ελεγκτή κάθε λίγο

να ακυρώνει

και έναν εισπράκτορα

κέρινο ομοίωμα

να περιμένει πάντα στον σταθμό.

Έβγαλα εισιτήριο με το τρένο

για να’ ρθω να σε βρω.

Σαν να μην γνώριζα ποιο είναι πάντα το ταξίδι,

και ποιον αλήθεια ψάχνουμε στον έρημο σταθμό.

The Ticket

 

I purchased a train ticket

to come and find you.

So simple to get onto a train

with an operator, money collector, other passengers

rails touching the ground and

with all stops pre-announced.

I forgot how black the train of love is

it burns coal and every hope

with a blind eye and a gaping mouth

an orchid engine forever hungry

how rhythmically it groans

like a gigantic serpent

in and out the tunnels of fear.

I forgot how lonely the train of love is

the inspector so often

validates the tickets and

the money collector

a wax resemblance

always waiting at the station.

I purchased a train ticket

to come and find you.

As though I didn’t know the voyage is always the same and

who to look for in the deserted station.

 

Γλυκό απόγευμα

 

Το σχήμα της πλατείας,

το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,

με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια

και καφετέριες.

Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,

κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,

δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.

Η ματαιότητα κι τρυφηλή ζωή της πόλης

πνίγονταν, διαχέονταν

μες στο γλυκό απόγευμα.

Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:

σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά

μπήκα με δέος.

Sweet Afternoon

 

The shape of the square

the shape of the houses which delineate it,

with lit arcades, open air restaurants

and cafes.

Here the young people gather

flood the sidewalks

leave no empty table.

The futility and sensual life of the city

drowned together, dissolved

into the sweet afternoon.

And yet it was inescapable.

Here, where beauty thickened

I entered in awe.

~Χλόη και Αλεξάνδρα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Cloe and Alexandra, poetry translated by Manolis

http://www.libroslibertad.ca