Yannis Ritsos//Translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

 

ΠΡΩΙΝΟ ΓΙΑ ΠΟΙΗΣΗ

 

Ο ήλιος μπήκε απ’ το παράθυρο.

Η γυναίκα κοιμάται ακόμη.

Ονόματα νησιών τρέμουν στους τοίχους—

λόφοι μικροί, ένα άλογο, ένα δέντρο,

μια καρέκλα δεμένη με σπάγκο.

 

                                        ~Αθήνα, 15-12-78

 

 

 

MORNING FOR POETRY

 

The sun enters through the window.

The woman is still asleep.

Names of islands shiver on the walls –

small hills, one horse, one tree,

a chair tied by a string.

 

~Athens, 15-12-78

 

 

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Yannis Ritsos-Poems

Ritsos_front large

ΑΠΟΦΥΓΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ

 

Πώς έμειναν έτσι χωρίς νόημα μες στο ήσυχο απόγευμα

οι ωραίες γραμμές των λόφων, οι φωνές απ’ τ’ αμπέλια,

τα δυο λεωφορεία στον απέναντι δρόμο, πίσω απ’ τα ηλιοτρόπια,

τα λιόδεντρα, μισά στο φως, μισά στον ίσκιο, το ρολόι της εκκλησίας,

κι αυτός που πριονίζει αόρατος—πιθανόν ένα δέντρο

ή το σκαμνί της κωφάλαλης γριάς ή το μεγάλο τραπέζι

του παλιού πυρπολημένου πανδοχείου. Και τ’ άλογο ακόμη

που φάνηκε μέσα στις κίτρινες καλαμποκιές — δεν ξέρω

τί ν’ απαντήσω, δεν ξέρω γιατί. Και το φως κοκκινίζει,

και το μενεξεδένιο αχνίζει λίγο λίγο τα βουνά και τα χαρτιά μου.

 

 

AVOIDING TO ANSWER

 

How the beautiful lines of hills, the voices from vineyards

remained so meaningless in the quiet afternoon,

the two buses on the opposite street, behind the heliotropes,

the olive trees, half in the sunlight, half in the shade, the church clock

and the one who saws quite unseen – a tree perhaps

or the stool of the deaf old woman or the big table

of the old burnt-up hostel. And even the horse

that appeared amid the yellow corn fields – I don’t know

what to answer; I don’t know why. And the light turns red,

and the violet slowly steams up the mountains and my papers.

 

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

 

 

Second Advent of Zeus//Δεύτερη Παρουσία του Δία

hestia_by_mbecks14-d5uvfa3

 

ΕΣΤΙΑ

Εστία σπλαχνική έχτισε το χαγιάτι μου

ηχώ καλπασμού
σε μακρινά μέρη που ακούστηκε
πάταγος από κόμμα
που άκουσα
θαυμαστικό
γυναίκειας θηλής
το εξαντλημένο δέντρο που σταμάτησε
το θρόϊσμά του κι υπήρξα
στην απροσδιόριστη διάσταση
ομόηχα τριζόνια μίλησαν για καθήκον
μια θαμπή δόση ενοχής

που έφερα σ’ αυτό τον κόσμο
απ’ τη γαλήνη των ευλογημένων ψυχών
αδιάσπαστος κρίκος
με των προγόνων την ομορφιά
οργή των βαρβάρων στο σταυρόνημα
της ιστορίας και τον ένιωσα
να γέρνει πάνω απ’ το λίκνο μου
και να μου θυμίζει κάποιο
μελλοντικό μου πόλεμο
εναντίον σκιών
και σπόρων φραγκοσύκων
το αργό πέρασμα του πόνου
είχε κιόλας αρχηνίσει

εύκολη τη μετάλλαξή μου σ’ άνθρωπο
HESTIA

The merciful Hestia built my dwelling

echo of gallop
sang in faraway lands
sound of a comma
I heard
the exclamation
of a woman’s nipple
an exhausted tree stopped
its rustle and I existed
in vague limbo
homophonic crickets spoke of duty
foggy installment of guilt

I carried into this world from
the serenity of the blessed souls
an unbroken link
to my ancestors beauty
wrath of barbarians at the cross points
of history and I felt Him
leaning over my cradle
to remind me of
my future war against
shadows and
prickly pears seeds
the slow crawl of pain
had already commenced

my easy path to humanness
~Μανώλη Αλυγιζάκη ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ//SECOND ADVENT OF ZEUS, by Manolis Aligizakis, συλλογή εν εξελίξει — collection in progress

SECOND ADVENT OF ZEUS

athena_7

ATHENA

Athena smiled at me when I observed

that everything suited its place
nothing jutted out of position
but the palm tree
in sandy corners of the earth
that needed direction when
early in life I discovered
my secret love: the sea
dark blue and merciless
inviting and ardent punisher
of sins told and petrified

when the goddess chose
of to make my cenotaph and
to erect my statue that
spoke of greatness
true demagogue that I was
with the vague smile
upon my face

she then placed a wilted daffodil
and a fiery red carnation
over my heart
it was a sad day when
I drank water diaphanous to be
it was a diaphanous day
when I vanished
in the azure and
with my legs I strode freely
over my statue’s joy

ΑΘΗΝΑ

Κι η Αθηνά χαμογέλασε που πρόσεξα

πως όλα ταίριαζαν στην θέση τους
τίποτα πουθενά δεν προεξείχε
εκτός από το φοίνικα
σ’ αμμουδερές γωνιές της γης
που χρειαζόταν ρύθμιση
φρέσκος που ήμουν στη ζωή
κι έμαθα την κρυφή μου
αγάπη: θάλασσα
γαλανή κι αμείλικτη
δελεαστική κι αυστηρή τιμωρός
δηλωμένων αμαρτιών και ξεχασμένων

και διάλεξε η Αθηνά μαρμάρινο
το κενοτάφιο να στήσει
και τ’ άγαλμά μου να υψώσει
για τη μεγαλωσύνη
που θα δημαγωγεί
μ’ ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο
το προσωπό μου

κι έβαλε μαραμένο μανουσάκι
κι ένα γαρύφαλλο ολοκόκκινο
στο μέρος της καρδιάς μου

ήταν μια μέρα μελαγχολική
όταν ήπια νερό κι έγινα διάφανος
ήταν μια μέρα διάφανη
όταν εξαφανίστηκα
μες στο βαθύ γαλάζιο
και με τα πόδια μου υπερσκέλιζα
του άγάλματός μου τη χαρά

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

RAVEN

                                 RAVEN

 

~In Memoriam Edgar Allan Poe

 

Χρόνια σάν τά φτερά. Τί θυμάται τ’ ακίνητο κοράκι;

τί θυμούνται οι πεθαμένοι κοντά στίς ρίζες τών δέντρων;

Είχαν ένα χρώμα τά χέρια σου σάν τό μήλο πού πέφτει.

Κι αυτή η φωνή πού ξαναγυρίζει πάντα, χαμηλή.

 

Εκείνοι πού ταξιδεύουν κοιτάζουν τό πανί καί τ’ αστέρια

ακούνε τόν αγέρα ακούνε πέρα απ’ τόν αγέρα τήν άλλη

          θάλασσα

σάν ένα κοχύλι κλειστό κοντά τους, δέν ακούνε

τίποτε άλλο, δέν ψάχνουν μέσα στούς ίσκιους

         τών κυπαρισσιών

ένα χαμένο πρόσωπο, ένα νόμισμα, δέ γυρεύουν

κοιτάζοντας ένα κοράκι σ’ ένα ξερό κλωνί, τί θυμάται.

Μένει ακίνητο πάνω στίς ώρες μου λίγο πιό ψηλά

σάν τήν ψυχή ενός αγάλματος πού δέν έχει μάτια

είναι ένα πλήθος μαζεμένο μέσα σ’ αυτό τό πουλί

χίλιοι άνθρωποι ξεχασμένοι σβησμένες ρυτίδες

ερειπωμένες αγκαλιές καί γέλια πού δέν τέλειωσαν

έργα σταματημένα σιωπηλοί σταθμοί

ένα ύπνος βαρύς από χρυσά ψιχαλίσματα.

Μένει ακίνητο. Κοιτάζει τίς ώρες μου. Τί θυμάται;

Είναι πολλές πληγές μέσα στούς αόρατους ανθρώπους,

         μέσα μου

πάθη μετέωρα περιμένοντας τή δεύτερη παρουσία

επιθυμίες ταπεινές πού κόλλησαν πάνω στό χώμα

σκοτωμένα παιδιά καί γυναίκες πού κουράστηκαν

         τήν αυγή.

Τάχα νά βαραίνει πάνω στό ξερό κλωνί τάχα νά βαραίνει

πάνω στίς ρίζες τού κίτρινου δέντρου πάνω στούς ώμους

τών άλλων ανθρώπων, τίς παράξενες φυσιογνωμίες

πού δέν τολμούν να γγίξουν μιά στάλα νερό βυθισμένοι

        στό χώμα

τάχα να βαραίνει πουθενά;

Είχαν ένα βάρος τά χέρια σου όπως μέσα στό νερό

μέσα στίς θαλασσινές σπηλιές, ένα βάρος αλαφρύ χωρίς

        συλλογή

μέ τήν κίνηση κάποτε πού διώχναμε τήν άσκημη σκέψη

στρώνοντας τό πέλαγο ώς πέρα στόν ορίζοντα στά νησιά.

Είναι βαρύς ο κάμπος ύστερ’ απ’ τή βροχή, τί θυμάται

η μαύρη στεκάμενη φλόγα πάνω στόν γκρίζο ουρανό

σφηνωμένη ανάμεσα στόν άνθρωπο καί στήν ανάμνηση

        τού ανθρώπου

ανάμεσα στήν πληγή καί τό χέρι πού πλήγωσε μαύρη

        λόγχη,

σκοτείνιασε ο κάμπος πίνοντας τή βροχή, έπεσε ο αγέρας

δέ σώνειη δική μου πνοή, ποιός θά τό μετακινήσει;

ανάμεσα στή μνήμη, χάσμα—ένα ξαφνισμένο στήθος

ανάμεσα στούς ίσκιους πού μάχονται νά ξαναγίνουν

        άντρας καί γυναίκα

ανάμεσα στόν ύπνο καί στό θάνατο στεκάμενη ζωή.

 

Είχαν μιά κίνηση τά χέρια σου πάντα πρός τόν ύπνο

        τού πελάγου

χαϊδεύοντας τ’ όνειρο πού ανέβαινε ήσυχα τή μαλα-

         ματένια αράχνη

φέρνοντας μέσα στόν ήλιο τό πλήθος τών αστερισμών

τά κλεισμένα βλέφαρα τά κλεισμένα φτερά…

                                                  

                                                 Κοριτσά, χειμώνας 1937

 

 

                               Raven

 

In memoriam Edgar Allan Poe

 

Years like wings. What does the motionless raven remember?

What do the dead remember near the roots of trees?

Your hands had the color of the falling apple.

And this voice that always returns in a low tone.

 

Those who travel focus on the sail and the stars

hear the wind and beyond the wind the other sea

like a closed conch near them, they hear nothing

else, they don’t search among the shadows of

         the cypresses

for a lost person, a coin, they don’t question

looking at the raven on a dry tree branch what it remembers.

It stays motionless over my hours a bit higher

like the soul of an eyeless statue

a huge crowd has gathered inside this bird

a thousand people forgotten, vanished wrinkles

vacant embraces and laughter never completed

works stopped halfway, silent stations

a heavy slumber of golden drizzle.

It stays motionless. Stares at my hours. What does it remember?

There are many wounds in the invisible people,

          inside it

suspended passions yearning for the Second Coming

humble desires glued on the ground

children killed and women tired of the daybreak.

Does it weight down the dry branch, does it weigh down

the roots of the yellow tree, over the shoulders

of the other people, the strange faces

who don’t dare touch a drop of water though

          sunken in the ground

does it weight down anywhere?

Your hands had the weight of hands in the water

in the sea caves, a light weight, without

          thought

with the motion that we suddenly push away an ugly thought

laying the pelagos to the far end of the horizon to the islands.

The plain is heavy after the rain; what does the motionless

black flame remembers against the gray sky

wedged between man and the memory of man

between a wound and the hand that injured it black

          spear

the plain darkened drinking the rain, the wind subsided

my own breath isn’t enough, who will shift it?

Within the memory, a chasm— a startled breast

between the shadows struggling to become man

          and woman again

between sleep and death motionless life.

 

Your hands always had a movement toward the sleep

         of pelagos

caressing the dream that slowly ascended the silky

         spider web

bringing into the sun multitude of constellations

the close eyelids the folded wings…

 

                  Koritsa, winter 1937

 

Γιώργος Σεφέρης—Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

George Seferis—Translation Manolis Aligizakis

Image