Tasos Livaditis-Selected Poems, Translated by Manolis Aligizakis

cover

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

 

Αν έχασα τη ζωή μου είναι γιατί πάντα είχα μιαν άλλη

ηλικία απ’ την αληθινή και τώρα πια τα `χω μπερδέψει — δεν

ξέρω αν βρίσκομαι στο τέλος ή στην αρχή, αν πρέπει να φύγω

ή να ξαναγυρίσω και ποιο δρόμο να πάρω και πού να πάω —

εξάλλου σκοτείνιασε

και τα σκυλιά γαβγίζουν, σταματώντας τους περαστικούς

στα σύνορα του ανείπωτου.

 

 

 

TWILIGHT

 

If I wasted my life it was because I had a different age

from the correct one and now I’m confused — I don’t know

whether I’m at the end or the beginning, whether I have

to leave or return, which path to follow and where to go?—

after all it has become dark

and the dogs bark stopping the passersby at the borders

of the unsaid.

 

 

TASOS LIVADITIS—SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

ΩΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΦΩΤΟΣ

Είμαστε αιχμάλωτοι του ανεξήγητου και του αιώνια χαμένου
κι η τύψη είναι ο μόνος τρόπος να ξαναγυρίσουμε στην παιδική
αγνότητα —
ώ παλιέ φίλε που έφυγες, ξέρω ότι θα σε συναντήσω σε κάποιο
όνειρο ή άξαφνα στο δρόμο όταν όλα θα ` χουν χαθεί,
γυναίκες που αγαπήσαμε ενώ έξω απ’ τα παράθυρα δυνάμωνε
η βροχή
κι ύστερα πιασμένοι απ’ το χέρι περάσαμε τη γέφυρα, με τα μαλ-
λιά σας βρεγμένα να λαμπυρίζουν στο ηλιοβασίλεμα —
ποιος θα το πίστευε αλήθεια πως υπήρξε ένας καιρός που δίναμε
τη ζωή μας
μ’ εκείνον τον αδιάκοπο πυρετό σαν τ’ άρρωστα παιδιά που όταν
αναρρώσουν δεν τους χωράνε τα παιδικά τους ρούχα
και στο σχολειό τα κοροιδεύουν — και γεμίζουν τα τετράδιά τους
με ποιήματα
για να μη χαθούν. Κι ύστερα έρχεται η ενηλικίωση σαν ένα ναυά-
γιο.

Ώ λυκόφως, δίκαιη ώρα, που και στα πιο ταπεινά πράγματα
δίνεις μια σημασία πριν έρθει η νύχτα.

TWILIGHT

We are captives of the inexplicable and of the forever lost
and remorse is the only way to return to the innocence
of youth —
oh, my old departed friend, I know I’ll meet you again in
a dream or suddenly in the street when all is lost
women who we loved while outside the windows the rain
intensified
then holding hands we passed the bridge, your wet hair
shone in the sundown —
who could believe it, really, that it was a time when we would
even give our lives
with that unstoppable fever like the sick children who
when the get well they don’t fit in their childhood cloths
and they are mocked in school — and they fill their
notebooks with poems
so that they won’t be lost. And then adulthood comes like
a shipwreck.

Oh, twilight, hour of justice, you pay attention to the most
humble things before nightfall.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com
http://www.smashwords.com

IMAGES OF ABSENCE

images of absence cover

CAREFREE

In the breeze of twilight
your arm moves
outside the window
of the car and
suddenly you grab
your hat and with ease
you let it fly away

free like I am
—you say, a bird
in the wind’s embrace

and I smile
and touch your hair

ΞΕΓΝΟΙΑΣΙΑ

Στης εσπέρας τη δροσιά
το χέρι σου κινείται
έξω απ’ το παράθυρο
του αυτοκινήτου
και ξάφνου πιάνεις
το καπέλλο
κι ανέμελα τ’ αφήνεις
στου ανέμου το μεθύσι

λεύτερο σαν και μένα
—λες, πουλί
στου κόσμου την αγκάλη

καθώς χαμογελώ
κι αγγίζω τα μαλλιά σου

~IMAGES OF ABSENCE-Ekstasis Editions, Victoria BC, March, 2015
~ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ-ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ, Καλοκαίρι, 2015

YANNIS RITSOS-SKIRMISH/ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

Ritsos_front large

YANNIS RITSOS-SKIRMISH/ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ

You know the great loneliness of exile

these infuriated seashores that could be ours though

     they are foreign

this air that harasses the window shutters

these window shutters that we have never opened

     or closed

though they still trust us with all afternoons.

 

The moon rises very early stumbling on clouds.

The house of the teacher is all alone by the shore

and the light of the lamp behind the windows is more lonely

      than his daughter’s heart

when she saunters in the plaza of the island at twilight

among the pulled up boats

among the fishermen who listen to the cafe gramophone

      while mending their nets.

 

We saw the sea dusk spending its loneliness without leaving

      anything behind.

We saw the tents flying away with the wind without reaching

     far where they wait for us.

But we had arrived at home

we had lighted the lamp

we had spread a wide smile on the table

and had waited. They didn’t come.

Then it makes no sense to remain in tomorrow – even if you

had arrived

Tomorrow seems so far the same as yesterday.

Fold this big light like a tablecloth. Later on

      the supper.

The flag mast leans on the ground.

The railings of the courtyard drenched by the drops of

      rough seas

same as the wooden steps and the green balcony.

The paint doesn’t hold together – salinity eats away at it

the wind, the sun, the rain. The paint doesn’t hold together

     on these worn-out planks.

Every so often we need new repairs.

Nothing goes right. Poor patch-up jobs.

 

Τήν ξέρεις τή μεγάλη ερημιά τής εξορίας

αυτές τίς θυμωμένες ακρογιαλιές πού μπορεί νάταν δικές μας

      κι είναι ξένες

αυτόν τόν αγέρα πού βασανίζει τά παραθυρόφυλλα

αυτά τά παραθυρόφυλλα πού δέν τ’ ανοίξαμε καί δέν τά κλείσαμε

      ποτέ

καί πού ωστόσο μάς εμπιστεύονται όλα τ’ απογεύματα.

Τό φεγγάρι βγαίνει πολύ νωρίς σκοντάφτοντας στά σύγνεφα.

Τό σπίτι τού δασκάλου είναι καταμόναχο στήν ακροθαλασσιά

καί τό φώς τής λάμπας πίσω απ’ τά τζάμια είναι πιό μονάχο

     απ’ τήν καρδιά τής κόρης του

όταν βγαίνει περίπατο τό δείλι στήν πλατεία τού νησιού

ανάμεσα στίς τραβηγμένες βάρκες

ανάμεσα στούς ψαράδες πού ακούνε τό γραμμόφωνο τού καφε-

     νείου μπαλώνοντας τά δίχτυα τους.

Είδαμε τό θαλασσινό σούρουπο να ξοδεύει τή μοναξιά του χωρίς

     ν’ αφήνει πίσω του τίποτα.

Είδαμε τί σκηνές νά φεύγουν μέ τόν άνεμο χωρίς νά φτάνουν

     εκεί πού μάς περιμένουν.

Μά εμείς είχαμε φτάσει στό σπίτι

είχαμε ανάψει τό φώς

είχαμε στρώσει ένα φαρδύ χαμόγελο στό τραπέζι

καί περιμέναμε. Δέν ήρθαν.

Δέν είναι λοιπόν νά μείνεις στό αύριο—κι άς έχεις φτάσει.

Τ’ αύριο φαίνεται έτσι μακρινό σάν καί τό χτές.

Δίπλωσε αυτό τό μεγάλο φώς σάν τραπεζομάντηλο. Τό δείπνο

      αργότερα.

Τό κοντάρι τής σημαίας ακουμπισμένο στό χώμα.

Τά κάγκελα τού προαύλιου μουσκεμένα απ’ τίς στάλες τής

     φουρτούνας,

τό ίδιο καί τά ξύλινα σκαλιά καί τό πράσινο μπαλκόνι.

Δέ στεριώνει η μπογιά, δέ στεριώνει—τήν τρώει η αρμύρα

ο αγέρας, ο ήλιος, η βροχή. Δέ στεριώνει η μπογιά σέ τούτα τά

      φαγωμένα σανίδια.

Κάθε τόσο χρειάζονται καινούργιες επισκευές.

Δέ γίνεται τίποτα. Φτωχομπαλώματα.

 

 

Γιάννης Ρίτσος-Ακροβολισμός/YannisRitsosSkirmish

ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη/Translation, Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca