Friedrich Nietzsche

 

 800px-Nietzsche187a

ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ

 

Η ΑΙΩΝΕΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

To δόγμα της αιώνιας επιστροφής το οποίο αποτελεί την βασική σύλληψη του Τάδε έφη Ζαρατούστρα θέτει το ερώτημα: «Πόσο θα ήταν διατεθειμένος ένας άνθρωπος, απέναντι στον εαυτό του και στη ζωή, να μην επιθυμεί διακαώς τίποτε άλλο παρά την απεριόριστη επιστροφή, χωρίς μεταβολές, του κάθε ενός λεπτού;».

Η «αιώνια επιστροφή» είναι μια ιδέα μυστηριώδης και ο Νίτσε με αυτήν έφερε πολλούς φιλοσόφους σε δύσκολη θέση: σκέψου δηλαδή ότι μια μέρα όλα πρόκειται να επαναληφθούν όπως ήδη τα έχουμε ζήσει και ότι ακόμα κι η επανάληψη αυτή θα επαναλαμβάνεται ασταμάτητα! Τι πάει να πει αυτός ο χωρίς νόημα μύθος;

Ο μύθος της αιώνιας επιστροφής μας λέει, αρνητικά, ότι η ζωή που μια για πάντα θα εξαφανιστεί και δεν θα ξανάρθει, μοιάζει με σκιά, ότι δεν έχει βάρος, ότι ήδη από σήμερα είναι πεθαμένη, κι ότι, όσο άσπλαχνη, όσο ωραία, όσο λαμπερή κι αν είναι, αυτή η ομορφιά, αυτή η φρίκη, αυτή η λαμπρότητα, δεν έχουν κανένα νόημα”

Στην θεωρία ή καλύτερα ‘ομοίωμα θεωρίας’ της ‘αιώνιας επιστροφής’ ο Νίτσε αναδεικνύει τη σημασία του ‘είναι του γίγνεσθαι’ και της κυκλικής του αναγκαιότητας. Ο κόσμος του Νίτσε μπορεί να θεωρηθεί ένα ομοίωμα, ένα αντίγραφο που αναπαράγεται στο διηνεκές: ‘επειδή σε κάθε στιγμή είναι επανάληψη, ομοίωμα πραγμάτων που συνέβησαν ήδη απεριόριστες φορές’. Ή όπως αναφέρεται κάπου αλλού: ‘Εάν το σύμπαν είχε μια θέση ισορροπίας, εάν το γίγνεσθαι είχε κάποιο σκοπό ή μια τελική κατάσταση, θα τα είχε ήδη πετύχει’.

Ό,τι αποκλείεται από την ‘ αιώνια επιστροφή ‘ ό,τι δεν ξαναγυρνά, είναι αυτό που προσπαθεί να τεθεί ως μοναδικό μοντέλο, ως πρωτότυπο ‘εκτός χρόνου’, ως αυτό που διακρίνει το γνήσιο από το αντίγραφο.

Υποτίθεται ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα θεωρούσαν, θα έπρεπε να θεωρούν, αυτή την σκέψη εξουθενωτική, διότι θα το θεωρούσαν ίσως δυνατόν να προτιμήσουν την αιώνια επιστροφή της ζωής τους σε μία επιδιορθωμένη εκδοχή παρά να επιθυμούν διακαώς την αιώνια επιστροφή της δυστυχίας τους. Εκείνος που θα αποδεχόταν την επιστροφή, χωρίς αυταπάτες και χωρίς υπεκφυγές, θα ήταν ένα υπεράνθρωπο ον (Ubermensch), ένας υπεράνθρωπος, που η απόσταση του από τον κανονικό άνθρωπο, κατά τον Νίτσε, είναι μεγαλύτερη από την απόσταση ανάμεσα στον άνθρωπο και τον πίθηκο. Οι σχολιαστές διαφωνούν ακόμη ως προς το εάν υπάρχουν ειδικά χαρακτηριστικά τα οποία προσδιορίζουν τον άνθρωπο ο οποίος ενστερνίζεται την αιώνια επιστροφή.

 

H ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΝΙΤΣΕ

 

O Νίτσε έγραψε κάποτε ότι μερικοί άνθρωποι γεννιούνται μετά τον θάνατο τους και αυτό ασφαλώς ισχύει στην περίπτωση του. H ιστορία της φιλοσοφίας, της θεολογίας και της ψυχολογίας τού 20ού αιώνα δεν νοείται χωρίς αυτόν. Πολλά, λογουχάρη, του οφείλει το έργο των Γερμανών φιλοσόφων Μαξ Σέλερ, Καρλ Γιάσπερς και Μάρτιν Χάιντεγκερ, καθώς και εκείνο των Γάλλων φιλοσόφων Αλμπέρ Καμύ, Ζακ Ντεριντά  και Μισέλ Φουκώ.

O υπαρξισμός  και ο αποικοδομητισμός (deconstructionism), ένα κίνημα της φιλοσοφίας και της λογοτεχνικής κριτικής, αντλούν πολλά στοιχεία από το έργο του. Ο Martin Buber,   ο   μεγαλύτερος   στοχαστής τού ιουδαϊσμού τον 20ό αιώνα, θεωρούσε τον Νίτσε ως μία από τις τρεις πιο σημαντικές επιδράσεις που δέχθηκε στη ζωή του και μετέφρασε στα Πολωνικά το πρώτο μέρος τού Ζαρατούστρα. Βαθιά ήταν η επίδραση που άσκησε στους ψυχολόγους Άλφρεντ Άντλερ και Καρλ Γιουνγκ, όπως και στον Ζήγκμουντ Φρόυντ, ο οποίος είπε ότι ο Νίτσε διέθετε μία αντίληψη για τον εαυτό του που ήταν διεισδυτικότερη   από  οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου που είχε ζήσει ή θα ζήσει ποτέ.

Μυθιστοριογράφοι όπως ο Τόμας Μαν, ο Χέρμαν Έσε, ο Αντρέ Μαλρώ, ο Αντρέ Ζιντ  και ο Τζων Γκάρντνερ εμπνεύστηκαν από το έργο του και έγραψαν γι’ αυτόν, όπως επίσης, ανάμεσα σε άλλους, οι ποιητές και δραματουργοί Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω, Ράινερ Μαρία Ρίλκε.

O Νίτσε ανήκει σίγουρα στους φιλοσόφους με την μεγαλύτερη επίδραση που έζησαν ποτέ. Και αυτό δεν οφείλεται μόνο στην πρωτοτυπία του, αλλά και στο γεγονός ότι ήταν ο πιο λαμπρός χειριστής της γερμανικής γλώσσας στον πεζό λόγο.

Κυριότερα έργα: H γέννηση της τραγωδίας από το πνεύμα της μουσικής (ελληνική μετάφραση N. Καζαντζάκη, 1965), H φιλοσοφία κατά τους τραγικούς χρόνους των Ελλήνων, Η χαρούμενη επιστήμη (1882), Τάδε έφη Ζαρατούστρα (1883-1885), Πέραν του καλού και του κακού (1886), Γενεαλογία της ηθικής, Η περίπτωση Βάγκνερ (1888), Το λυκόφως των ειδώλων (1889), Ο Αντίχριστος (1895), Ιδέ ο άνθρωπος.

 

https://sciencearchives.wordpress.com/2015/08/13/o-ί-ί-ύ-ka/

Friedrich Nietzsche//Φρίντριχ Νίτσε

 

800px-Nietzsche187a ubermensch_cover

Friedrich Nietzsche

Friedrich Wilhelm Nietzsche 15 October 1844 – 25 August 1900) was a German philosopher, cultural critic, poet, and Latin and Greek scholar whose work has exerted a profound influence on Western philosophy and modern intellectual history. Beginning his career as a classical philologist before turning to philosophy, he became the youngest-ever occupant of the Chair of Classical Philology at the University of Basel in 1869, at age 24. He resigned in 1879 due to health problems that plagued him most of his life, and he completed much of his core writing in the following decade. In 1889, at age 44, he suffered a collapse and a complete loss of his mental faculties. He lived his remaining years in the care of his mother (until her death in 1897) and then his sister Elisabeth Förster-Nietzsche, and died in 1900.
Nietzsche’s body of writing spanned philosophical polemics, poetry, cultural criticism, aphorism, and fiction while displaying a fondness for metaphor and irony. His thought drew variously on philosophy, art, history, religion, and science, and engaged with a wide range of subjects including morality, metaphysics, language, epistemology, value, aesthetics, and consciousness. Among the chief elements of his philosophy are his radical rejection of the existence and value of objective truth; his atheistic critique of religion and morality, and of Christianity in particular, which he characterized as propagating a slave morality in the service of cultural decline and the denial of life; his characterization of the human subject as the expression of competing wills, collectively understood as the will to power; and the aesthetic affirmation of existence in response to the “death of God” and the profound challenge of nihilism. His later work, which saw him develop influential (and frequently misunderstood) concepts such as the  and the doctrine of eternal recurrence, became increasingly preoccupied with the creative powers of the individual to overcome social, cultural, and moral contexts toward a state of aesthetic health.
After his death, Elizabeth Forster-Nietzsche became the curator and editor of her brother’s manuscripts, reworking Nietzsche’s unpublished writings to fit her own German nationalist ideology while often contradicting or obfuscating his stated opinions, which were explicitly opposed to antisemitism and nationalism. Through these published editions, Nietzsche’s name became associated with fascism and Nazism, although 20th-century scholars have contested this interpretation of his work. His thought enjoyed renewed popularity in the 1960s, and his ideas have since had a profound impact on twentieth and early-twenty-first century thinkers across philosophy—especially in schools of continental philosophy such as existentialism, postmodernism, and post-structuralism—as well as art, literature, psychology, politics, and popular culture.
Φρίντριχ Νίτσε
Ο Φρίντριχ Βίλχελμ Νίτσε (γερμ. Friedrich Wilhelm Nietzsche) (Ραίκεν, 15 Οκτωβρίου 1844[1] – Βαϊμάρη, 25 Αυγούστου 1900[1]) ήταν σημαντικός Γερμανός φιλόσοφος, ποιητής, συνθέτης και φιλόλογος. Έγραψε κριτικά δοκίμια πάνω στην θρησκεία, την ηθική, τον πολιτισμό, την φιλοσοφία και τις επιστήμες, δείχνοντας ιδιαίτερη κλίση προς την χρήση μεταφορών, ειρωνείας και αφορισμών.
Οι κεντρικές ιδέες της φιλοσοφίας του Νίτσε περιλαμβάνουν τον “θάνατο του Θεού”, την ύπαρξη του υπερανθρώπου, την ατέρμονη επιστροφή, τον προοπτικισμό καθώς και την θεωρία της ηθικής κυρίων – δούλων. Αναφέρεται συχνά ως ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Η ριζική αμφισβήτηση από μέρους του της αξίας και της αντικειμενικότητας της αλήθειας έχει οδηγήσει σε αμέτρητες διαμάχες και η επίδρασή του παραμένει ουσιαστική, κυρίως στους κλάδους του υπαρξισμού, του μεταμοντερνισμού και του μεταστρουκτουραλισμού.
Ξεκίνησε την καριέρα του σαν κλασικός φιλόσοφος, κάνοντας κριτικές αναλύσεις σε αρχαιοελληνικά και Ρωμαϊκά κείμενα, προτού εντρυφήσει στην φιλοσοφία. Το 1869, σε ηλικία 24 ετών, διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην έδρα της Κλασικής Φιλολογίας, όντας ο νεότερος που έχει πετύχει κάτι ανάλογο. Παραιτήθηκε το καλοκαίρι του 1879 εξαιτίας των προβλημάτων υγείας που τον ταλάνιζαν σχεδόν όλη του την ζωή. Σε ηλικία 44 ετών, το 1889, υπέστη νευρική κατάρρευση, η οποία αργότερα διεγνώσθη ως συφιλιδική «παραλυτική ψυχική διαταραχή», διάγνωση η οποία αμφισβητείται. Η επανεξέταση των ιατρικών φακέλων του Φρειδερίκου Νίτσε δείχνει ότι κατά πάσα πιθανότητα πέθανε από όγκο στον εγκέφαλο, ενώ η μετά θάνατον σπίλωση του ονόματός του οφείλεται κυρίως στο αντι-ναζιστικό μέτωπο. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ανέλαβε την φροντίδα του η μητέρα του, μέχρι τον θάνατό της το 1897, και έπειτα η αδελφή του, Ελίζαμπεθ Φούρστερ-Νίτσε, μέχρι τον θάνατό του, το 1900.
Εκτός από την φροντίδα του, η Ελίζαμπεθ Φούρστερ-Νίτσε ανέλαβε χρέη εκδότριας και επιμελήτριας των χειρογράφων του. Ήταν παντρεμένη με τον Μπέρναρντ Φούρστερ, εξέχουσα μορφή του γερμανικού εθνικιστικού και αντισημιτικού μετώπου, για χάρη του οποίου ξαναδούλεψε αρκετά από τα ανέκδοτα χειρόγραφα του Νίτσε, στην προσπάθειά της να τα «μπολιάσει» με τις ιδέες του, αντιβαίνοντας ριζικά με τις απόψεις του φιλόσοφου, οι οποίες ήταν ξεκάθαρα εναντίον του αντισημιτισμού και του εθνικισμού (βλ. Η κριτική του Νίτσε στον Αντισημιτισμό και τον Εθνικισμό). Με την βοήθεια των εκδόσεων της Φούρστερ-Νίτσε, ο Νίτσε έγινε συνώνυμο του Γερμανικού μιλιταρισμού και του Ναζισμού, αν και αρκετοί μελετητές του στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα έχουν καταφέρει να αντιστρέψουν την παρερμήνευση των ιδεών του.
~Wikipedia in both English and Greek http://www.wikipedia.org

Übermensch/Υπεράνθρωπος

Übermensch

The first translation of Thus Spoke Zarathustra into English was by Alexander Tille published in 1896. Tille translated Übermensch as Beyond-Man. But in his translation, published in 1909, Thomas Common rendered Übermensch as “Superman”; Common was anticipated in this by George Bernard Shaw, who had done the same in his 1903 stage play Man and Superman. Walter Kaufmann lambasted this translation in the 1950s for two reasons: first, its near or total failure to capture the nuance of the German word über, (while the Latin prefix super- means above or beyond, the English use of the prefix or its use as an adjective has altered the meaning) and second, a rationale which Fredric Wertham railed against even more vehemently in Seduction of the Innocent, for promoting an eventual identification with the comic-book character Superman. His preference was to translate Übermensch as “overman.” Scholars continue to employ both terms, some simply opting to reproduce the German word.

The German prefix über can have connotations of superiority, transcendence, excessiveness, or intensity, depending on the words to which it is prepended. Mensch refers to a member of the human species, rather than to a male specifically. The adjective übermenschlich means super-human, in the sense of beyond human strength or out of proportion to humanity.

Nietzsche introduces the concept of the Übermensch in contrast to the other-worldliness of Christianity: Zarathustra proclaims the Übermensch to be the meaning of the earth and admonishes his audience to ignore those who promise other-worldly hopes in order to draw them away from the earth. The turn away from the earth is prompted, he says, by a dis-satisfaction with life, a dissatisfaction that causes one to create another world in which those who made one unhappy in this life are tormented. The Übermensch is not driven into other worlds away from this one.

Zarathustra declares that the Christian escape from this world also required the invention of an eternal soul which would be separate from the body and survive the body’s death. Part of other-worldliness, then, was the abnegation and mortification of the body, or asceticism. Zarathustra further links the Übermensch to the body and to interpreting the soul as simply an aspect of the body.

As the drama of Thus Spoke Zarathustra progresses, the turn to metaphysics in philosophy and Platonism in general come to light as manifestations of other-worldliness, as well. Truth and essence are inventions by means of which men escape from this world. The Übermensch is also free from these failings.

Zarathustra ties the Übermensch to the death of God. While this God was the ultimate expression of other-worldly values and the instincts that gave birth to those values, belief in that God nevertheless did give meaning to life for a time. ‘God is dead’ means that the idea of God can no longer provide values. With the sole source of values no longer capable of providing those values, there is a real chance of nihilism prevailing.

Zarathustra presents the Übermensch as the creator of new values. In this way, it appears as a solution to the problem of the death of God and nihilism. If the Übermensch acts to create new values within the moral vacuum of nihilism, there is nothing that this creative act would not justify. Alternatively, in the absence of this creation, there are no grounds upon which to criticize or justify any action, including the particular values created and the means by which they are promulgated.

In order to avoid a relapse into Platonic idealism or asceticism, the creation of these new values cannot be motivated by the same instincts that gave birth to those tables of values. Instead, they must be motivated by a love of this world and of life. Whereas Nietzsche diagnosed the Christian value system as a reaction against life and hence destructive in a sense, the new values which the Übermensch will be responsible for will be life-affirming and creative.

     Zarathustra first announces the Übermensch as the goal humanity can set for itself. All human life would be given meaning by how it advanced a new generation of human beings. The aspiration of a woman would be to give birth to an Übermensch, for example; her relationships with men would be judged by this standard.

Zarathustra contrasts the Übermensch with the last man of egalitarian modernity, an alternative goal which humanity might set for itself. The last man appears only in Thus Spoke Zarathustra, and is presented as a condition that would render the creation of the Übermensch impossible.

Some commentators associate the Übermensch with a program of eugenics. This is most pronounced when considered in the aspect of a goal that humanity sets for itself. The reduction of all psychology to physiology implies, to some, that human beings can be bred for cultural traits. This interpretation of Nietzsche’s doctrine focuses more on the future of humanity than on a single cataclysmic individual. There is no consensus regarding how this aspect of the Übermensch relates to the creation of new values.

(~Wikipedia)

Ο Υπεράνθρωπος του Νίτσε. ~Βικιπαιδεία

     Ο Φρειδερίκος Βίλχελμ Νίτσε (γερμ.FriedrichWilhelmNietzsche) (15 Οκτωβρίου184425 Αυγούστου1900) ήταν σημαντικός Γερμανόςφιλόσοφος, ποιητής, συνθέτης και φιλόλογος. Έγραψε κριτικά δοκίμια πάνω στην θρησκεία, την ηθική, τον πολιτισμό, την φιλοσοφία και τις επιστήμες, δείχνοντας ιδιαίτερη κλίση προς την χρήση μεταφορών, ειρωνείας και αφορισμών.

     Οι κεντρικές ιδέες της φιλοσοφίας του Νίτσε περιλαμβάνουν τον “θάνατο του Θεού“, την ύπαρξη του υπερανθρώπου, την ατέρμονη επιστροφή, τον προοπτικισμό καθώς και την θεωρία της ηθικής κυρίων – δούλων. Αναφέρεται συχνά ως ένας από τους πρώτους «υπαρξιστές» φιλοσόφους. Σπούδασε κλασική φιλολογία στη Βόννη και τη Λειψία. Καταγόταν από βαθιά θρησκευόμενη οικογένεια και προοριζόταν για την επιστήμη της Θεολογίας. Ωστόσο, η πορεία του άλλαξε κατά τα μετεφηβικά του χρόνια με αποτέλεσμα να στραφεί στον χώρο της φιλοσοφίας. Μόλις στα 25 του χρόνια διορίστηκε καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Βασιλείας, στην Ελβετία και από τότε ξεκίνησε το πολύμορφο συγγραφικό του έργο. Ο Νίτσε υπήρξε δριμύτατος επικριτής των κατεστημένων σκέψεων και τάξεων, ιδιαίτερα του Χριστιανισμού. Πληθώρα συγγραμμάτων του γράφτηκαν με οξύ και επιθετικό ύφος, χρησιμοποιώντας ευρέως αφορισμούς. Το φιλοσοφικό του έργο εκτιμήθηκε ιδιαίτερα κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα, περίοδο κατά την οποία εδραιώθηκε η θέση του και αναγνωρίστηκε ως ένας από τους μείζονες φιλοσόφους.

     Το πρότυπο της Αρείας φυλής βασίστηκε πάνω στον Υπεράνθρωπο (Τάδε έφη Ζαρατούστρα), το σημαντικότερο ίσως έργο του Νίτσε. Ο Νίτσε όμως, καθώς φαίνεται και μέσα από τα έργα του, υπήρξε δριμύτατος επικριτής τόσο των εθνικιστικών, όσο και κάθε αντισημιτικών τάσεων. Ο Ζαρατούστρας είναι η υπέρβαση του ανθρώπου προς το ανθρωπινότερο και όχι προς το απανθρωπότερο. Εξάλλου και ο ίδιος ο Νίτσε προέβλεψε ότι τα έργα του θα παρερμηνευτούν και ότι δύσκολα θα υπάρξει κάποιος που θα τα κατανοήσει σε βάθος. Ο ίδιος θα πει: «Αυτό που κάνουμε δεν το καταλαβαίνουν ποτέ, μα μονάχα το επαινούν ή το κατηγορούν».

     Το νιτσεϊκό έργο ήταν μια κραυγή μέσα στη βαθιά νύχτα των ανθρώπων. Ο ίδιος παρατηρούσε πως για να σε ακούσει κάποιος πρέπει να του σπάσεις τα αυτιά. Γι αυτό άλλωστε και πολλές φορές βρίσκουμε στα έργα του έκδηλη την περιφρόνηση για πρόσωπα και πράγματα. Δεν ήταν κακία ή μικρότητα, αλλά μια φωνή που ήθελε σφοδρά να ακουστεί στα αυτιά και τις συνειδήσεις όλων.

     Όταν πέθανε στα 1900 όμως, μόνος και τρελός, είχε την πεποίθηση ότι δεν πρόφτασε να ολοκληρώσει το φιλοσοφικό του έργο. Αυτά που είπε στους ανθρώπους τα παρομοίαζε με πρωτόγνωρα λόγια του ανέμου, με πρωτόγνωρα και γνήσια τραγούδια κάποιου βραχνού χωριάτη. Ήταν ριζωμένη βαθιά στη συνείδησή του η αδυναμία κατανόησης των «ασμάτων» του από τους άλλους: “Αυτά που θα ακούσετε, θα είναι τουλάχιστον καινούργια. Κι αν δεν το καταλαβαίνετε, αν δεν καταλαβαίνετε τον τραγουδιστή, τόσο το χειρότερο! Μη δεν είναι αυτός ο κλήρος του; Μη δεν είναι αυτό που ονομάσανε ‘Κατάρα του Τροβαδούρου’;”

     Δεν πρόφτασε να χτίσει εκείνη τη γέφυρα που πάντα επιθυμούσε, από τον άνθρωπο στον Υπεράνθρωπο. Οι προσδοκίες του όμως από το ανθρώπινο είδος δε σταμάτησαν ποτέ να είναι μεγάλες. Όταν ρωτήθηκε για το τι είναι αυτό που αγαπάει στους άλλους, απάντησε: «Τις ελπίδες μου».

~Βικιπαιδεία

ubermensch_cover

Manolis’ Übermensch

     In his latest book of poems, Manolis celebrates the “imperfect perfection of the imperfect chaos,” energetic and lucid philosophic meditations on the mysteries of being human. Übermensch is derived from one of Nietzsche’s most challenging and frequently misunderstood concepts, the Superman or Overman.

     Nietzsche believed that we are capable of being better than we are, possessing more understanding, more compassion, greater wisdom and more awareness which allows humanism to fill the void left by the absence of God. As Virgil led Dante on his midlife journey, the Übermensch is our guide through modernity.

     Manolis has extended his range, celebrating the magnetic possibilities of the self in a narrative that takes us on an intellectual and spiritual journey. The poems possess a vitality of sensuous music in a sea of thought, kinetic and direct, imbued by rational compassion and mystic clarity, in poems that transcend the quotidian to enrapture us by the enigma of an unchained life.

     The voice in the poems awakens us to the next stage of consciousness and moves through impenetrable breath like a river that flows through the spiritual body, mouth to mouth, reviving language from the still bones of silence. Übermensch is a reverie in the best traditions of poetry, a poetic sacrament from which the taste of language rises like honey oozing in the ear.

     With Nietzche’s Zarathustra as an inspiration, every word a music more music than music and after the silence breaks, the voice goes on forever. In Übermensch, with the Greek en face, the taste and texture of the language transforms the empyreal whose accents linger long in the vocabulary of the imagination.

“Ο Υπεράνθρωπος” του Μανώλη Αλυγιζάκη

     Στο τελευταίο βιβλίο ποίησης του Μανώλη Αλυγιζάκη, ο ποιητής εξυμνεί “την ατελή τελειότητα του ατελούς χάους” με ενεργειακούς και διάφανους φιλοσοφικούς διαλογιασμούς περι του μυστηρίου που λέγεται άνθρωπος. O τίτλος βασίζεται στην ένοια του Υπερανθρώπου του Φρειδερίκου Νίτσε που είναι η πιο δύσκολη να εξηγηθεί και γι αυτό το λόγο έχει συχνά παρεξηγηθεί.

     Ο Νίτσε πίστευε ότι είμαστε καλύτεροι από όπως εμφανιζόμαστε, ότι έχουμε περισσότερη κατανόηση, αλτρουϊσμό, βαθύτερη γνώση κι επίγνωση που μας επιτρέπουν να συμπληρώσουμε το κενό που δημιουργεί ο θάνατος του Θεού. Όπως ο Βιργίλιος οδήγησε τον Ντάντε στο ταξίδι της μεσαίας ζωής του, ο Υπεράνθρωπος μπορεί  να γίνει οδηγός μας στο μοντέρνο κόσμο που ζούμε.

     Ο Μανώλης έχει επεκτείνει το πεδίο του εξυμνώντας τις μαγικές πιθανότητες του εαυτού σε μια αναζήτηση που μας παίρνει σ’ ένα πνευματικό και ψυχολογικό ταξίδι. Ποιήματα του βιβλίου τούτου έχουν τη ζωντάνια αισθησιακής μουσικής σε μια θάλασσα της σκέψης, κινητικά και άμεσα, γεμάτα από λογική συμπόνιας και μυστικιστική καθαρότητα υπερβαίνουν την καθημερνότητα και μας κρατούν δέσμιους μέσα  στο αίνιγμα μιας πανελεύθερης ζωής.

     Η φωνή των ποιημάτων μας προετοιμάζει για το επόμενο επίπεδο συνείδησης που κινείται μέσα από αδιαπέραστες ανάσες όπως ο ποταμός μέσα από το πνευματικό του σώματος, στόμα με στόμα, ξαναγενώντας τη γλώσα από την ακινησία της σιωπής. Ο “Υπεράνθρωπος” είναι μια ρέμβη βασισμένη στην παραδοσιακή ποίηση, μια ποιητική ματαλάβωση που ρέει σα μέλι στο αυτί του αναγνώστη.

     Με τον “Υπεράνθρωπο” του Νίτσε σαν έμπνευση, κάθε λέξη είναι μουσική πέραν της μουσικής και μετά τη σιωπή ανάμεσα στις λέξεις η φωνή συνεχίζει για πάντα. Στον “Υπεράνθρωπο” με το ελληνικό κείμενο στα αριστερά, η γεύση και η ύφανση της γλώσας μεταλλάσει το εμπειρικό του οποίου τα χαρακτηριστικά παραμένουν για καιρό μέσα στο λεξιλόγιο της φαντασίας.

 Νεκροθάφτης

 

      Ήταν ακόμα νωρίς όταν μας υποδέχτηκε ο νεκροθάφτης

κι επειδή ήμασταν πολλοί υποσχέθηκε να μας βαλσαμώσει

έναν-έναν έστω κι αν αυτό έπαιρνε χρόνια και ξέραμε πως

έπρεπε να ξεκινήσει απ’ την αρχή: απ’ τον Αδάμ και την Εύα

και φυσικά το φίδι δίχως τα φαρμακερά του δόντια.

     Ήταν η ώρα που η ζωή αποκτούσε σπουδαιότητα, λίγο

πριν παρουσιαστεί η ζήλεια και το αλάτι του κορμιού που

έδενε κόμπους στο νήμα της αλληλεγγύης κι ο Υπεράνθρωπος

συμβούλεψε ν’ αρχίσουμε μ’ ένα τραγούδι προς τιμήν των νεκρών

του τρωϊκού πολέμου, αλλά το φως στο δρόμο ήταν τόσο έντονο

που οι φωνές μας παράξενα ακούγονταν όταν άνοιξε

την αγκαλιά Του κι αφού φίλησε το μέτωπο του πρώτου νεκρού,

είπε: ‘Αυτό το κουφάρι είναι ο Υπεράνθρωπος του μέλλοντος’.

Undertaker

 

     It was still early in the day when the undertaker

received us yet since we were a large crowd he promised

to embalm us one by one even if this would take years

and we knew he had to start from the very beginning,

with Adam and Eve and of course the serpent without

his poison fangs.

 

     It was the time just before jealousy appeared when life

regained its importance and the body’s salt

tied knots on the thread of compassion when

Übermensch advised us to start with a song to honour

the dead of the Trojan war but the light in the street

was so bright our voices sounded strange. Then

He opened his arms and after kissing the forehead

of our first dead He said; ‘This corpse will be the future

Übermensch.

 

 

 

 

 

 

Επωδός

 

Εμείς οι ηγέτες κι εμείς που ακολουθούμε

οι τυφλοί φονιάδες και τα τυφλά θύματα

 

Εγώ ο άθεος κι εγώ ο ευλαβής

ο πλούσιος και ο αποθαρρυμένος

 

Εμείς οι εγωϊστές κι εμείς οι ταπεινοί

οι σύμμαχοι και οι αντίπαλοι

 

Εγώ η γνώση κι εγώ η άγνοια

ο μεγαλοπρεπής κι ο άθλιος

 

Εμείς οι ονειροπόλοι εμείς κι οι ονειρομάντες

οι αιώνεια περιπλανώμενοι και οι οικόσιτοι

 

Εγώ το σπουδαίο σύμφωνο εγώ και το φωνήεν

ο αχανής ωκεανός και το κρυφό ακρογιάλι

 

Εμείς οι πρίγκιπες κι εμείς οι επαίτες

οι μισαλλόδοξοι κι οι αλτρουϊστές

 

Εγώ ο ήρωας κι εγώ ο προδότης

ο ερπόμενος κι ο αετός

 

Εμείς τα πρόβατα εμείς και τα λιοντάρια

οι κοινωνικοί κι οι ασκητές

 

Εγώ το ελεύθερο πνεύμα κι εγώ ο φανατικός

ο ορθοστατών κι ο σκούληκας

 

Εμείς οι ανθρωποκεντρικοί και τ’ ανθρωποειδή

οι αυταρχικοί κι οι μαριονέττες

 

Εγώ του Θεού παιδί και συγγενής διαβόλου

ο επίμοχθος εργάτης κι ο τεμπέλης

 

Εμείς οι μύστες κι εμείς οι μυημένοι

εμείς οι σχοινοβάτες κι εμείς οι Υπεράνθρωποι.

 

 

 

 

 

Epode

 

We the leaders and we the followers

the blind killers and the blind victims

 

I the atheist and I the pious

the filthy rich and the despondent

 

We the egotistical and we the humble

the allies and the enemies

 

I the knowledge and I the ignorance

the palatial and the squalor

 

We the dreamers and we the dreamless

the forever roamers and the domesticated

 

I the important consonant and I the vowel

the wide ocean and the secluded cove

 

We the princes and we the beggars

the bigots and the altruists

 

I the hero and I the traitor

the serpent and the eagle

 

We the sheep and we the lions

the socialites and the hermits

 

I the free spirited and I the fanatic

the man erectus and the worm

 

We the anthropocentric and we the anthropoid

the autocratic and the marionettes

 

I the child of God and Devil’s cousin

the arduous worker and the tedious

 

We the initiates and we the initiated

the ropewalkers and the Übermenschen.

Impact/Επίπτωση

Impact

     And since the new reality was upon us truly we 

accepted it: dead was our God. Buried him yesterday

afternoon with no songs, no paeans, nor lamentations

and we felt a lot lighter. Nothing was as ticklish as

the mood of the sombre day while fear, I would say,

deep in our hearts, hidden. Sorrow reigned in the black

funeral home office while just outside beggars stretched

their hands asking for what we couldn’t spare, decency

of the new serpent who appeared but without fangs,

feverish magnolia bloomed its purple flowers over

our nuptial bed and in an eyrie we filled our chalice

with courage and we mailed it to the four corners of

the universe and promised never to be trapped again  

in the idiocy of a system.

 

The Andian condor we declared heir of the flesh.

The wind and the rain we proclaimed our catharsis.

 

     Evoe, oh, free elements, evoe.

 

     ‘Multiply and conquer the earth’ someone said. And

it was good.

 

Επίπτωση

     Όντως ήταν αληθινό και το δεχτήκαμε. Πέθανε

ο Θεός μας. Τον θάψαμε χθές το απόγευμα χωρίς

τραγούδια ή παιάνες, δίχως κλαυθμούς και μοιρολόγια

κι ανάλαφροι ενιώσαμε τίποτα πιο πολύ δεν μας

γαργάλαγε παρά το ύφος της μουντής μέρας ενώ ο φόβος,

θάλεγα, βαθειά μες την καρδιά μας είχε καταχωνιαστεί.

Στην σκοτεινή αίθουσα του γραφείου κηδειών κουμάντο

έκανε η θλίψη κι έξω απ’ την πόρτα οι ζητιάνοι απλώνανε

το χέρι και ζητούσαν αυτό που δεν θα τους δίναμε, ευπρέπεια

του φιδιού που δίχως δόντια εμφανίστηκε, η μαγνόλια

που άνθισε μενεξελιά μπουμπούκια πάνω στο νυφικό

κρεβάτι κι εμείς μες τη φωλιά του αετού γεμίσαμε κουράγιο

το δισκοπότηρό μας και το ταχυδρομήσαμε στα τέσσερα

της οικουμένης άκρα κι υποσχεθήκαμε ποτέ συστήματος

θύματα να μην πέσουμε.

 

Τον κόνδορα κληρονόμο της σάρκας κηρύξαμε.

Τον άνεμο και τη βροχή κάθαρση ονομάσαμε.

 

      Ευοί, ώ, λεύτερα στοιχεία, ευοί.

 

     ‘Πολλαπλασιαστείτε και κατακτήσετε τη γη’

κάποιος εφώναξε. Κι ήταν σωστό.

~Übermensch

~Υπεράνθρωπος