Odysseus Elytis//Οδυσσέας Ελύτης

elyths

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Α

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες.

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη κι ουρανό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί, στα πόδια του βουνού.

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβύνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.

A

There where the sun used to dwell
where time was opening with the eyes of a virgin
as the wind was snowing from the nudging almond tree
and horse riders were lit on the peaks of grass

There where the hoof of a splendid maple tree struck
and a flag was high flapping earth and water
where weapons never burdened the backs
but all the tiredness of the sky
the whole world shone like a waterdrop
in the morning at the feet of the mountain

Now, as if from God’s sigh a shadow spreads

Now a stooping agony with bony hands
takes and wipes out onto herself one by one the flowers
in the crevasses where waters stopped from
the famine of joy the songs recline;
monks of rocks with cold hair
silently break the bread of desolation.

Winter cuts reaching the bone. Something evil
will be ignited. The mountain-horse’s hair goes wild

Vultures on high share the sky’s crumbs.

~Translated by Manolis Aligizakis

UBERMENSCH-ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ubermensch_cover

FIRST TOUCH

As we had almost learned the meaning of the bird’s chirp
the secret of the lion’s calling, to the heights of our primeval
gods we wished to reach, innocent blood that drenched
the virgin’s lips we kissed, lips that once we loved
to the point of grief, serious teachings upheld by stony
shoulders, guideposts we selected before we reached
the first village.
He stood on top of the hovel pitch black clouds encircled
the sky canopy, His voice but a thunder into our ears,
as though God sent, apocalypse re-enacted, the longer
you dwell in fear, He said, the longer you remain slaves.
His head was raised, as if to address someone equal to
Himself, in our veins the blood was boiling as He prepared
a new path for our clan and we had just started to understand
the meaning of this music.

ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΦΗ

Μόλις που μάθαμε τι πάει να πει τιτίβισμα πουλιού
και μυστικό στου λιονταριού το κάλεσμα, στο ύψος
των πανάρχαιων θεών μας αποζητήσαμε να φτάσουμε,
αίμα αγνό που έβαψε χείλη παρθένας εφιλήσαμε, χείλη
που κάποτες πολύ λατρέψαμε μέχρι στο σύνορο του πένθους
ώμοι πετρώδεις που υπεράσπισαν διδάγματα σπουδαία
γίναν σηματωροί μας όταν στο πρώτο χωριό φτάσαμε.
Σε μιας καλύβας τη σκεπή ανέβηκε, κατάμαυρα
τα σύννεφα που περιέβαλαν το θόλο του ουρανού
φωνή ίδια βροντή, θεόσταλτη, θα έλεγες, αναπαρίστανε
την αποκάλυψη, ‘όσο πιο πολύ φοβάστε’, είπε, ‘τόσο πιο πολύ
σκλάβοι θα μείνετε.’
Είχε σηκώσει το κεφάλι σαν να `θελε σε κάποιο
να μιλήσει ισάξιό του, το αίμα έβραζε στις φλέβες μας
που ετοίμαζε για την ομάδα μας νέα πορεία και μόλις
που καταλαβαίναμε τούτης της μουσικής το νόημα.

~UBERMENSCH, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013