Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

Tasos Livaditis_Vanilla

ΟΙ ΜΕΡΕΣ είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, όταν ήρθαν αυτοί που
ξέρουν να περιμένουν
σαν την παρθενία, οι γυναίκες ταράχτηκαν κι έγειραν άξαφνα
όπως η υπομονή μες στον πολύν καιρό, εμείς ακουμπισμένοι στ’
κοιτάζαμε τήν πόλη ερημωμένη, κι ά, τί φριχτές σκηνές από πα-
νάρχαια γεγονότα,
κι όταν, στο γέρμα του ήλιου εκείνοι ξανάφυγαν και τα γαβγίσμα-
τα των σκυλιών
όλο και πιο πολύ μεγάλωναν την απόσταση, δεν έμεινε
παρά το μοναχικό άστρο κι η μυρουδιά που είχε το άχυρο
στην παιδική ηλικία.
THE DAYS had become longer when the ones who know how
to wait arrived
like virginity, women stirred and suddenly stooped
like patience in the infinity of time and we bowed over
the anvils and
we gazed the deserted city and yes the horrible images coming
from ancient events
and when at sundown those people left and the barking
of dogs
slowly made the distance longer only the lone star was left
and the odor of hay emitted from our childhood years.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis




Σαν τους τυφλούς πηγαίναμε μέρες και νύχτες. Στη γη

εψάξαμε να βρούμε σηματωρό και λύπηση. Μια νέα Έξοδο

γράψαμε κάτω απ’την ερημιά του πάνλαμπρου ουρανού

απόντα τα πανάρχαια φώτα που χρόνια αόμματους

ακολουθήσαμε κι άλλους που μισοστραβούς τους λέγαν

εκείνους που θαρρούσαν πως όλα τα `ξεραν.

Τα άκρα βασανίστηκαν, τα χείλια σκάσανε απ’ τη κάψα

του συναισθήματος, το άγγιγμα κούρασε τ’ αρχηγού

τη ράβδο που κυρτώθηκε από καημό κι άνοιξε νέα

σελίδα για τη μάχη ανθρώπου ενάντια του κτήνους, γυναίκες

ενάντια σε θεές. Σαν παρθενιά που θυσιάστηκε τη πρώτη

νύχτα του έρωτα μικρές σελίδες ιστορίας γράψαμε,

και στίγματα που μ’ έμφαση γίναν θαυμαστικά μπροστά

στο πέταγμα πουλιού, τελεία και παύλα σε κάθε μικρή όαση

εκεί που τα κορμιά ξοδεύαν το αλάτι τους και χείλη αποκτούσαν

ξανά την ελαστικότητά τους.

Και μόλις είμαστε στο έβδομο εγκυμοσύνης μήνα κι ήταν

αυτή η λιτανεία το δεύτερό μας θαύμα.



Like blind for endless days and long nights we roamed

the land. We seek a sign for our meaningful penitence.

The new Exodus we commenced under the loneliness

of the lit sky, absent the ancient lights, for years

we followed blind men and the half blind, those others

who thought they knew it all.

Limbs ravaged, blistering heat cracked our lips

fatigued emotional touch. The leader’s staff bent in

its sadness. We opened a new page, battle of man against

animal-man women against goddesses. Like virginity sacrificed

the first night of lust, short pages of history we wrote and

meaningful stigmata, exclamation points at the sight of the bird’s

flight, full stop at the watering hole where our bodies shed

their salt and our cracked lips regained their elasticity.

And this was our seventh month of pregnancy and this litany

was our second miracle.