George Seferis-Collected Poems

George Seferis_cover

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ. Σ.

(Απόσπασμα)

 

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

 

Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου

γλιστρούσε μλεσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου

καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε

ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θεμρπμέτρου

ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.

Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν

ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες

μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή

μια σαϊτα τιναγμλενη ξαφνικά

από τα πέρατα μιας νειότης βασιλεμένης.

Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους

θησαυρούς των Ατρειδών

και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας

Ελένης του Μενελάου»

χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα

μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.

Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο

με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.

 

IN THE MANNER OF GEORGE SEFERIS

 

(Excerpt)

 

Wherever I travel Greece wounds me.

On Pelion among the chestnut trees the shirt of the Centaur

slipped through the leaves to wrap around my body

as I went up the slope and the sea behind me

also climbing like the mercury of a thermometer

until we found the water of the mountain.

On Santorini touching islands that were sinking

listening to a flute playing somewhere on the pumice-stones

my hand was nailed on the gunwale

by an arrow suddenly shot

from a faraway vanished youth.

At Mycenae I raised the great rocks and the Atreides’ treasures

and I slept with them at the hotel “Menelaus’ Helen”

though they disappeared at dawn with Cassandra’s call

with a cock hanging from her black neck.

On Spetses, Poros and Mykonos

the barcaroles made me sick.

 

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

 

www.manolisaligizakis.com

Γιάννης Ρίτσος//Yannis Ritsos

ritsos_front-large

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΑΞΙΔΙΟΥ

 

Μιά ολόκληρη μέρα ταξιδεύαμε σέ ακρογιαλιές ξεχασμένες.

Βάρκες, κολυμβητές, ένα κόκκινο ορόσημο, μιά γυμνή γυναίκα,

ο εσκαφέας τυλιγμένος σ’ ένα μεγάλο κατάλευκο νάιλον,

ένα ξενοδοχείο μέ περιστύλιο κάτω απ’ τά δέντρα. Τό κίτρινο πουλί

κοίταξε αλλού, χάθηκε, η σκιά του καρφώθηκε στό δρόμο. Τότε

φάνηκαν στάλες από αίμα στή μαρμάρινη σκάλα. Η γυναίκα

είχε τρομάξει. Τά παιδιά φωνάζανε κάτω στή θάλασσα. Κούραση κι έρωτας.

Ώσπου ήρθε τό βράδυ μέ ήσυχα φώτα σέ παράθυρα καί πλοία

μέσα σέ μιά βαθιά ελαφρότητα κάπως θλιμμένη, χορτασμένη

από γαλάζιο τίποτα.

 

 

FREEDOM TO TRAVEL

 

One whole day we traveled in deserted seashores.

Boats, swimmers, a red landmark, a naked woman,

the excavator wrapped in a large snow white nylon,

a hotel with a colonnade under the trees. The yellow bird

looked elsewhere; it vanished; its shadow nailed on the road. Then

drops of blood appeared on the marble staircase. The woman

was frightened. The children shouted by the sea. Love-making and tiredness.

Until evening came with faint lights to windows and ships

amid a deep, somehow sad lightness, contented by the blue void.

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

George Seferis-Collected Poems

George Seferis_cover

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ. Σ.

(Απόσπασμα)

 

Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.

 

Στο Πήλιο μέσα στις καστανιές το πουκάμισο του Κενταύρου

γλιστρούσε μλεσα στα φύλλα για να τυλιχτεί στο κορμί μου

καθώς ανέβαινα την ανηφόρα κι η θάλασσα μ’ ακολουθούσε

ανεβαίνοντας κι αυτή σαν τον υδράργυρο θεμρπμέτρου

ώσπου να βρούμε τα νερά του βουνού.

Στη Σαντορίνη αγγίζοντας νησιά που βουλιάζαν

ακούγοντας να παίζει ένα σουραύλι κάπου στις αλαφρόπετρες

μου κάρφωσε το χέρι στην κουπαστή

μια σαϊτα τιναγμλενη ξαφνικά

από τα πέρατα μιας νειότης βασιλεμένης.

Στις Μυκήνες σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους

θησαυρούς των Ατρειδών

και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας

Ελένης του Μενελάου»

χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα

μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της.

Στις Σπέτσες στον Πόρο και στη Μύκονο

με χτίκιασαν οι βαρκαρόλες.

 

IN THE MANNER OF GEORGE SEFERIS

 

(Excerpt)

 

Wherever I travel Greece wounds me.

On Pelion among the chestnut trees the shirt of the Centaur

slipped through the leaves to wrap around my body

as I went up the slope and the sea behind me

also climbing like the mercury of a thermometer

until we found the water of the mountain.

On Santorini touching islands that were sinking

listening to a flute playing somewhere on the pumice-stones

my hand was nailed on the gunwale

by an arrow suddenly shot

from a faraway vanished youth.

At Mycenae I raised the great rocks and the Atreides’ treasures

and I slept with them at the hotel “Menelaus’ Helen”

though they disappeared at dawn with Cassandra’s call

with a cock hanging from her black neck.

On Spetses, Poros and Mykonos

the barcaroles made me sick.

 

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

 

www.manolisaligizakis.com

KATERINA GOGOU–LAST POEMS//ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΩΓΟΥ-ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

gvgou

SEASONS WILL COVER ME

Love has a diaphanous white color and
its body the shape of benediction and
this horse
searches amid the smoke
for its dead rider
to take him away.

I think that whether ancient or modern
the seasons will cover me.
That way I won’t feel hungry
nor thirsty and
I won’t write poems anymore.

Only, Lord, homeland of the stars, I beg you
dress me in the white diaphanous color and
grace me with the body of Your benediction.

Do I ask for too much?

ΟΙ ΕΠΟΧΕΣ ΘΑ ΜΕ ΚΑΛΥΨΟΥΝ

Η αγάπη είναι χρώμα άσπρο διάφανο
και το σώμα της σχήμα ευλογίας.
Κι αυτό το άλογο
ψάχνει μέσα στους καπνούς
το νεκρό καβαλάρη του
μακριά να τον πάρει.

Σκέφτομαι αρχαία και σύγχρονη
οι εποχές θα με σκεπάσουν.
Έτσι δεν θα πεινάω πια
και ούτε θα διψάσω
και ούτε ποιήματα θα γράφω πια.

Μόνο παρακαλώ, Θεέ, των αστεριών πατρίδα
χρώμα άσπρο διάφανο ντύσε με
και το σχήμα μου το σώμα της ευλογίας Σου δώσε.
~Κατερίνας Γώγου/Katerina Gogou, Τα τελευταία Ποιήματα
~Μετάφαρση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

DIMITRIS LIANTINIS-GEMMA/ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ-ΓΚΕΜΜΑ

gemma

ΤΑ ΚΑΤΑ ΚΙΡΚΗΝ

Ο Όμηρος είναι ή για τα μικρά παιδιά ή για τους πολύ γέροντες. Θα τον ακούσεις να παραμυθολογεί και θα σε δέσουν τα λόγια του, όπως σε δένουν μαύρα μάτια ή γαλανά, όταν δεν ξέρεις σχεδόν τίποτα ή όταν τα ξέρεις σχεδόν όλα.
Έλα να ιδούμε, λοιπόν, κάτω απ’ αυτή τη διπλή οπτική του μικροσκοπίου και του τηλεσκοπίου τί λέει στην ιστορία της Κίρκης.
Το καράβι του Οδυσσέα με τους συντρόφους πλέει στα νερά, και βιγλίζει μακρυά τους ορίζοντες. Ξαφνικά φαίνεται στο ραντάρ του νησί. Πλησιάζουν γλαυκοπετώντας και λάμνοντας και το νησί μεγαλώνει. Μεγαλώνει, ωσότου παίρνει το θώρι μιας ωραίας εξωτικής παραλίας.
—Τραβάτε και ιδέστε, τί είναι εκεί, λέει ο Οδυσσέας στους ναύτες. Γιομίστε τα τουλούμια με νερό. Πάρτε και φλασκιά κρασί, εάν βρείτε. Φέρτε και παξιμάδια, ανανάδες, καρύδες και ό,τι άλλο πετύχετε φαγώσιμο για το ταξίδι. Κι ελάτε να τραβήξουμε για τη μακρυνή Ιθάκη. Άειντε, και κάμετε σύντομα.
Οι σύντροφοι βαρκαρίζουνται στο νησί, κι ο βασιλιάς μένει επάνω στο καράβι φύλακας, συντηρητής, οικονόμος, και τεχνικός διαχειριστής.
Οι σύντροφοι προχωρούνε, ακροαστικά και ανιχνεύοντας, φτάνουν μπροστά σ’ ένα παλάτι, και βλέπουν μια μάγισσα. Η Κίρκη είναι αυτή. Την πλησιάζουνε άφοβα, κι εκείνη τους ρωτάει το ποιος και το πώς, το γιατί και για πού. Ακούει και μαθαίνει.
Ύστερα τους κοιτάει γλαρωτικά, σηκώνει μια ξαφνική βεργούλα, αγγίζει απάλαφρα τους συντρόφους στον ώμο και στον τράχηλο, κι αμέσως οι σύντροφοι γίνουνται χοίροι. Ένα γραμμόφωνο πιο πέρα παίζει κάποιο σημαδιακό ρεμπέτικο:
Τα δυο σου χέρια πήρανε βεργούλες και με δείρανε.
Οι σύντροφοι σκορπίζονται δυο δυο, τρεις τρεις στην πρασινάδα καις τις βραγιές του κήπου, και αναματιάζουνται σαστισμένοι. Ύστερα, μ’ ένα τρελό χοροπηδητό, αρχίζουνε να τρέχουν, να στέκουνται, να πηδάνε, και να γρυλλίζουν. Θέαμα ευτυχισμένο παραδείσου.
Λουτσάνε και στα νερά, κι όπου βρούνε λάσπη πάνε και χώνουν το μουσούδι τους, και κυλιούνται πανεύτυχα. Τα τρελαίνει η λάσπη τα γουρούνια, που λέει ο Δημόκριτος.
Σύες ἐπὶ φορυτῷ μαργαίνουσι.
Ο Οδυσσέας περιμένει στο καράβι τους συντρόφους, αλλά οι σύντροφοι δεν έρχουνται. Μία, δύο, πέντε, δέκα ημέρες. Αδημονεί, συγχύζεται, κακοβάλνει. Ξεκινάει να πάει ο ίδιος στο νησί. Και πηγαίνει και βλέπει. Και βλέπει και θιαμάζεται. Και θιαμάζεται και δεν πιστεύει.
—Στο καλό μου, Ποσειδώνα! Φωνάζει. Τί μου `στειλες πάλι!
Τότε αντικρύζει και τη μάγισσα. Τα μάτια της είναι σκοτεινά της αστραπής, Σε μαρμαρώνουν. Ένα ρίγος νιώθει να κυλάει στη ράχη του, και ξαφνικά καταλαβαίνει. Δια μιας συλλαβαίνει ολόκληρη την κατάσταση. Εποπτικά και ακαριαία, που λένε οι ψυχολόγοι της ενορατικής μάθησης. Ξιφουλκεί τότε, το μάτι του άγριο, καις σκούζει στη μάγισσα.
—Πίσω άτιμη, και σ’ έφαγα. Τη Μπαναγία σου μέσα. Κάνε γρήγορα τους συντρόφους μου ανθρώπους! Γιατί σου παίρνω το κεφάλι με το σπαθί, όπως ο Περσέας τη Γοργόνα. Και δεν έχω και καθρέφτη.
Η Κίρκη πανικοβάλλεται, ξεφωνίζει αχ, ζαρώνει να αφανιστεί. Σηκώνει το μαγικό ραβδάκι, αγγίζει πάλι τους συντρόφους. Ένας-ένας αρχίζει να αναδύεται μέσα από το θαμπό βάθος του κόσμου των ζώων. Αγάλι-αγάλι τα γουρούνια παίρνουν ν’ αλλάζουν σουσούμια, μεταμορφώνουνται, ξαναγίνουνται άνθρωποι.
Ο βασιλιάς διατάζει τους ναύτες να στοιχηθούν τριάδες, πάντα με το σπαθί στο χέρι. Κοιτάει τη μάγισσα και η ματιά του έχει μεγάλη εξάντληση. Ψιθυριστά σχεδόν της λέει
—Καημένη μου, σπολλάτη σου. Που δε σε κόβω λιανά λιανά με το γεντέκι, να σε ρίξω να σε φάνε τα ψαράκια της πισίνας σου. Κι είσαι και γυναίκα.
Είπε και γυρίζει στους συντρόφους του, και τους δίνει το παράγγελμα: – Άντρες! Εμπρός μαρς! Ένα δύο, εν δυο! Παίρνει τους στρατιώτες του και ξεμακραίνει κατά το καράβι.

Αυτή είναι η ιστορία της Κίρκης. Και κάπως έτσι θα την διδάξουμε στους μαθητές μας οι δάσκαλοι. Στα παιδιά των δεκατριών χρονών.
Θα καρυκέψουμε και λίγο το μάθημα με μια πρόχειρη γαρνιτούρα. Γραμματική, λίγη σύνταξη, λέξεις, εικόνες, στοιχεία εποχής, διαγραφή χαρακτήρων και τα συναφή. Πάει καλά. Ένας μαθητής μικρός, μικρούτσικος, δοκιμάζει να ξηλώσει στην άκρη το στερεό ύφασμα που ύφανε ο αργαλειός της τάξης.
—Μα καλά, κυρ δάσκαλε, αυτός είν’ ο Όμηρος; Ένα τέτοιο παραμύθι θα μπορούσε κι η γιαγιά μου να το πλάσει. Για να μας νανουρίζει τις νύχτες με το φεγγάρι. Λίγο αλαφροΐσκιωτη να ` τανε, λίγο νεραΐδοπαρμένη, και φτάνει. Αυτός είν’ ο Όμηρος;
Αυτός είν’ ο Όμηρος; ερωτάμε κι εμείς με τη σειρά μας. Ο πατέρας των ποιητών; Όπως έλεγε κι ο ίδιος για το Δία, ο πατέρας των θεών. Ο Όμηρος, στους Έλληνες ο πρώτος, η πύλη του πολιτισμού της Ευρώπης, η ακένωτη πηγή τη σοφίας;
—Οι τραγωδίες μου είναι ψίχουλα από την πλούσια τράπεζα του Ομήρου, έλεγε ο Αισχύλος. Κι ένας ζωγράφος, ο Γαλάτων, εζωγράφισε ένα συμπόσιο σε πολυτελή αίθουσα. Έβαλε γύρω-τριγύρω όλους τους μεγάλους Έλληνες συγγραφείς, και στη μέση ο Όμηρος. Ανοίγει το στόμα του καθώς τερρακόττα, και κάνει εμετούς. Και οι άλλοι τρώνε εν χορώ τα ‘εμημεσμένα’.
Τριάντα αιώνες τώρα τον μελετάμε. Τον διδάσκουμε, τον σπουδάζουμε,, τον εξηγάμε, τον σχολιάζουμε, και στην άκρη του δεν εφθάσαμε. Κι ούτε θέλει να φτάσουμε ποτές. Αυτός λοιπόν είν’ ο Όμηρος; Ένας ανοϊκός γεροντάκος; Σε καλό μας δηλαδή.
Ο μαθητής με τα έξυπνα μάτια έχει δίκιο. Μας προκαλεί. Να αποβάλουμε τη σύνδρομη αφέλεια που, χωρίς οι ίδιοι να το νιώθουμε, κατεβάζει το δάσκαλο στην ηλικία του μαθητή. Ο μαθητής μας προκαλεί να ιστορήσουμε αλλοιώτικα την ιστορία. Όχι πια για τα παιδιά, αλλά για τους γερόντους. Κάπως έτσι.

CORCERNING CIRCE

Ihr Fröhlichen am Isthmos, und am Cephyss
und am Taygetos

~Hölderlin

Homer’s stories are either for the very young or the very old. You can hear him weave his elaborate tales and his words may bind you, like furtive looks by eyes of black or blue can captivate, when you know next to nothing or when you know almost all there is to know.
Come then and let us see, under the dual optical perspectives of the microscope and the telescope, what the story of Circe may yet reveal.
The ship of Ulysses and his companions sails upon the azure waters surveying the distant horizons. Unexpectedly, the form of an island begins to emerge. They steer and row through the blue-white expanse towards an ever-clearer vision of the island. Eventually, the vista of a magnificent and exotic shoreline reveals itself.
—“Go and have a look around”, Ulysses says to the sailors. “Fill the flasks with fresh water. See whether you can find some wine as well. Return with bread, pineapples and coconuts, whatever you can find that’s edible so we can replenish our supplies for the voyage onward. And tarry not, so we may soon set sail again for distant Ithaca.”
A small boat ferries a handful of the companions over to the island, yet the king remains on board as a guard, conservator, housekeeper and technical director.
The companions wander deeper into the island, always scouting and exploring, and chance upon a palace. At its doorstep, they encounter an enchantress. This is Circe. They approach her without reservations and she asks to know the who, the how, the what, the whence and the wherefore. She listens and she learns.
Then she looks at them mirthfully, raises an inconspicuous wand, and deftly touches the companions on their shoulders and necks. In an instant, the companions turn into swine.
They scatter in groups of two or three, in the lush palace gardens and nearby pastures, staring at each other in confusion. After a while they begin trotting about restlessly; they scamper and gyrate, then stand still with ears poised, sniffing at the wind and grunting at the grass. A captivating vision of blissfulness.
They throw themselves in puddles and playfully stir up the mud with their snouts. Muddy waters can drive swine mad, as Democritus asserts.
Σύες ἐπὶ φορυτῷ μαργαίνουσι.
Pigs revel in mud.
Meanwhile, Ulysses patiently waits for the companions aboard the ship; but they are nowhere to be seen. One, two, five, ten days come and go. He is now worried, unsettled, and his mind starts contemplating worst-case scenarios. Soon, his patience is exhausted; he sets out for the island to see for himself. And when he does, he stands in shock and cannot believe his eyes.
—“Merciless Poseidon!” he cries. “What adventures have you tangled me in again? ”
Then he encounters the enchantress. Her eyes possess the darkness of lightning. They petrify you. His spine tingles, he shudders and then he suddenly understands. At one fell swoop, he grasps the entire situation. Decisively and immediately, as the learned insightful psychologists might put it. His stern, fiery gaze engulfs the witch and he issues his warning:
—“Fall back, wench, or face my wrath. Despicable creature! Turn my companions back into men forthwith! Or, gods help me, I will draw my sword and sever your head from your shoulders, as Perseus did with Medusa. Even though I carry no mirror.”
The scolded Circe panics and withdraws. She lifts her magic wand again and touches the companions. One by one they resurface from the dull depths of the world of the animals. Slowly but steadily, the ugly snouts transform back into human faces and the companions become men again.
The king orders his sailors to form ordered lines in threes, sword in hand. He turns towards the witch and in his eyes can be perceived a great weariness. In what is almost a whisper, he tells her
— “Consider yourself lucky that I didn’t slice you into a thousand pieces and throw you into the sea to be eaten by the fish. Even though you are a woman.”
Having said that, he looks at the companions and issues the marching orders:
— “Men, on my mark…”
And they march back toward their ship leaving Circe’s palace behind.

This is the story of Circe, in brief. And along those lines will we teachers teach it to our students. To kids in their teens.
We might even embellish the lesson with a bit of garnish. Perhaps say a few things about the grammar and syntax, the words and images used, some historical information about that era, the character development in the story and so on and so forth. All well and good.
Yet a young student, too small for his age and at the back of the class, attempts to pull at the loose thread in the corner of the carefully constructed tapestry that the loom of the class has conscientiously weaved.
— “But, sir, is that really Homer? My grandmother can tell better stories. At nights when the moon is full, she tells them before we go to bed. All it takes is a bit of imagination. Is that all there is to Homer?”
Is that all there is to Homer, we have to ask as well. Is that all there is to the father of poets? A title he himself reserved for referring to Zeus, the father of gods. Homer, first among the Greeks, the gateway of the civilization of Europe, an endless source of wisdom?
Aeschylus considered his tragedies as mere crumbs from Homer’s rich banquet table. And an ancient painter, Galaton of Alexandria, painted a symposium in a lavish hall. He placed the greatest Greek writers of the time all sitting expectantly around Homer. Homer is depicted vomiting and the rest are consuming in chorus what has been “predigested”.
For thirty centuries now we have been studying him. We have been teaching him, reading him, explaining him, writing long essays about him and still there is no end in sight. And perhaps there won’t be. So is this really Homer? A dull old man? Is that all there is to him?
But perhaps the young student with the clever eyes is right. He has challenged us. So let us get rid of this syndrome of naiveté, which, even though we may not immediately suspect it, lulls us teachers into teaching on the same age level as the students. This student is challenging us to
tell the story differently. Not the story for the teenagers, but the story for the old people. And it goes like this…

 

~Μετάφραση Γιάννη Τσάπρα/translation by Yannis Tsapras

Τό Εμβατήριο τού Ωκεανού/Ocean’s March

Ritsos_front large

Νυχτερινό λιμάνι
φώτα πνιγμένα στά νερά
πρόσωπα δίχως μνήμη καί συνέχεια
φωτισμένα απ’ τούς περαστικούς προβολείς μακρινών πλοίων
κ’ ύστερα βυθισμένα στή σκιά τού ταξιδιού
λοξά ιστία μέ κρεμασμένες λάμπες ονείρου
σάν τίς ραγισμένες φτερούγες τών αγγέλων πού αμάρτησαν
οι στρατιώτες μέ τίς κάσκες
ανάμεσα στή νύχτα καί στό κάρβουνο
τραυματισμένα χέρια σάν τή συγνώμη πού έφτασε αργά

Αιχμάλωτοι δεμένοι στίς άγκυρες
ένας κρίκος γύρω στό λαιμό τού ορίζοντα
κι άλλες αλυσσίδες εκεί στά πόδια τών παιδιών
καί στά χέρια τής αυγής πού κρατούν μιά μαργαρίτα.

Κ’ είναι τά κατάρτια πού επιμένουνε
νά μετρήσουν τ’ άστρα
μέ τή βοήθεια τής ήρεμης ανάμνησης
—μιά ανθοδέσμη γλάρων στήν αυγινή ευδία.

Φεύγει τό χρώμα απ’ τό πρόσωπο τής ημέρας
καί το φώς δέ βρίσκει ένα άγαλμα
νά κλειστεί νά δοξαστεί νά γαληνέψει.

Θά υποθάλπουμε λοιπόν ακόμη
τήν ανοιχτή πληγή τού ήλιου
πού αναβρύζει σπόρους λουλουδιών
στήν ίδια πορεία
στήν ίδια ερώτηση
στίς γόνιμες φλέβες τής άνοιξης
που επαναλαμβάνει τούς γύρους τών χελιδονιών
γράφοντας ερωτικά μηδέν
στό ακατανίκητο στερέωμα;

Ποιά πληγή
δέ μάς δωρήθηκε ακόμη
γιά νά συμπληρώσουμε
τού θεού τή θεότητα;

 

Harbor at night
lights drown in the water
faces without memory or continuance
faces lit by passing spotlights of distant ships
and then sunken in the shadow of voyage
slant masts with hanging dream lamps
like the cracked wings of angels who sinned
the soldiers with helmets
between the night and embers
wounded hands like the forgiveness
that reached late

Prisoners tied on anchors
a ring around the horizon’s neck
and other chains there at the feet of children
at dawn’s hands holding a daisy

And it is the masts that insist
to count the stars
with the help of calm memory
– a bouquet of seagulls in the morning blue sky

Color deserts the face of day
and light doesn’t find any statue
to dwell in to be glorified to becalm
Nevertheless we’ll still shelter
the sun’s open wound
that springs flowers out of seeds
in the same march
in the same question
in the fertile veins of spring
that repeats the swallows’ rounds
writing erotic zeros
in the invincible firmament?

Which wound
hasn’t graced us yet
that we may complement
the godliness of God?

~Yannis Ritsos-Poems, Librois Libetrad, Vancouver, 2011//Translated by Manolis Aligizakis
~ http://www.libroslibertad.ca