Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

 

ΤΕΡΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Ή μάλλον γιά νά `μαι πιο συγκεκριμένος όλα ξεκίνησαν απ’
αυτό το ρολόι, ένα ρολόι ηλίθιο και φαλακρό, εγώ τί έφταιξα —
απλώς καθόμουν τ’ απογεύματα ήσυχος στον καναπέ κι έτρωγα
τις θείες μου σε νεαρή ηλικία, αλλά μια μια, για να μη φανεί απότομα
η γύμνια του τοίχου ή μια φορά στο δρόμο έφτυσα αίμα, τόσο η
πόλη ήταν ακαλαίσθητη
και μόνον η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος για τους άλλους είναι
που έδωσε στη ζωή μας αυτό το ατέλειωτο βάθος.

 

AFTERNOON DELIGHTS

 

Or perhaps to be more accurate it all started by
this clock a stupid bald headed clock, it wasn’t my fault —
every afternoon I simply sat quietly on the sofa and ate my
young unties, however but one by one so that the emptiness
of the wall wouldn’t show or another time in the street I spat
blood so much the city was inelegant
that only the lack of interest for others gave our lives
this endless depth.

 

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Yannis Ritsos

ritsos front cover

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ

(Ένας ποιητής μιλάει σ’ έναν ποιητή τού μέλλοντος)

Άν δεν ήξερα πως εσύ θα μ’ ακούσεις μια μέρα
δε θάχα πια τί να πω, δε θα μπορούσα να μιλήσω,
κ’ η αράχνη που μας δίδαξε την κάθετη άνοδο
στο γυμνό τοίχο, θα στάθμευε στο στόμα μου
σπρώχνοντας ίσα μέσα στο λαιμό μου
τα τρία μαύρα κουμπιά του σακκακιού μου
και τ’ άλλα τα λευκά απ’ τις πουκαμίσες των νεκρών.
DISPATCH

(A poet speaks to a future poet)

If I didn’t know that you would listen to me one day
I wouldn’t have anything to say, I couldn’t talk,
and the spider who taught us the vertical ascend
on the bare wall, would have stopped in my mouth
pushing straight inside my larynx
the three black buttons of my coat
and the others the white ones from the nightshirts of the dead.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

TASOS LIVADITIS-POEMS/ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ-ΠΟΙΗΜΑΤΑ

cover

ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ

Σκέφτομαι, κάποτε, σε μια ιδιαίτερη ώρα, να διηγηθώ όλες τις
λεπτομέρειες, πώς, λόγου χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώ-
στια στον απέναντι τοίχο ή για εκείνη τη γυναίκα στο πάρκο, που
ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στό παγκάκι, και λέω καρφωμένη
χωρίς ίχνος υπερβολής, τα καρφιά εξείχαν σαν μικρά κουμπιά πάνω
απ’ τα ρούχα της, ενώ η τσάντα με την ταυτότητά της κυλούσε
μες στο ρυάκι, για να μην ξέρουμε τίποτα γι αυτήν, κι όπως ανέ-
βηκα στη σοφίτα που μου `χαν παραχωρήσει για τη νύχτα, είδα
πως είχαν μετακομίσει, και δεν έμενε παρά λίγο άχυρο, επειδή
είχαν πάντα το φόβο του ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές που όλοι περί-
μεναν το αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί
εκείνοι δεν πηγαινοέρχονταν στο διάδρομο, να δούν ακριβώς πίσω
απ’ την πόρτα του βάθους.
Γι’ αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, με την ελπίδα να ξαναβρώ
εκείνη τη χαμένη ψυχή.

THE NAILS

Sometimes, on a special hour, I think of narrating all the details:
how for example this incurable disease started on the opposite wall
or about that woman in the park whose body was nailed on the bench
and I say this without exaggeration; the nails protruded from her cloths
like small buttons while her purse with her identity card floated down
the creek that we couldn’t find out anything about her and as I
went up to the loft they allotted to me for the night I discovered they
had moved and only hay was left behind because they always had
the fear of comedown and there were moments when everyone
anticipated the inescapable and when the night fell serenely they
quietened down because the others weren’t going back and forth
in the hallway to look behind the far end door.
For this I’ve stayed on the sidelines hoping to rediscover that
lost soul.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Yannis Ritsos-Caretaker’s Desk/Γιάννη Ρίτσου-Θυρωρείο

Ritsos_front large

Νυχτερινό Επεισόδιο

Κάρφωσε το καρφί στον τοίχο. Δεν είχε
τι να κρεμάσει. Το κοιτούσε καθισμένος
άντικρυ στην παλιά καρέκλα. Δεν μπορούσε
τίποτα να σκεφτεί, να θυμηθεί. Σηκώθηκε,
σκέπασε το καρφί με το μαντίλι του. Κι άξαφνα
είδε το χέρι του μελανιασμένο, βαμμένο
απ’ το φεγγάρι που στεκόταν στο παράθυρο. Ο φονιάς
είχε πλαγιάσει στο κρεββάτι του. Τα πόδια του,
γυμνά, ισχυρά, μ’ άψογα νύχια, μ’ έναν κάλο
στο μικρό δάχτυλο, ξεπρόβαιναν απ’ την κουβέρτα
κι οι τρίχες καμπύλωναν ερωτικά. Έτσι πάντα
τ’ αγάλματα κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά
κι ούτε είναι να φοβάσαι όποιο όνειρο, όποιο λόγο—
τον πιστό μάρτυρα που σου χρειάζονταν τον έχεις,
τον ακριβόλογο κ’ εχέμυθο, γιατί, το ξέρεις,
τ’ αγάλματα δεν προδίνουν ποτέ, μονάχα αποκαλύπτουν.

Nightly Event

He hammered the nail on the wall. He didn’t
have anything to hang. He stared at it sitting
on the old chair opposite it. He couldn’t
think or remember anything. He got up
covered the nail with his kerchief. And suddenly
he noticed his bruised arm, painted by
the moon coming through the window. The killer
in his bed had gone to sleep. His legs
uncovered, strong with perfect toenails, with a callus on
the small toe visible under the blanket
and his hairs were curling erotically. The statues
always sleep like that with open eyes and
you don’t have to fear a dream or a word –
the true witness you needed, you have him,
the precise and trustworthy; because, you know,
statues never betray, they only reveal.

 

~Γιάννη Ρίτσου, “Θυρωρείο”, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos, “Caretaker’s Desk”, Translation Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσου Λειβαδίτη Εκλεγμένα Ποιήματα

35774-tl

ΤΟ ΑΓΓΙΓΜΑ

      Καθώς προχωρούσα στό διάδρομο, είδα μέ τρόμο, ότι η ρωγμή

στόν τοίχο είχε μεγαλώσει καί δέν τήν σκέπαζε πιά η πανοπλία πού

βάζαμε μπροστά, ετοίμασα λοιπόν, τά πράγματά μου, μά έπρεπε

πρώτα ν’ αποχαιρετίσω εκείνο τό γέρο, ερχόταν τίς νύχτες κρυφά

καί μάς διηγόταν τήν ατέλειωτη γλύκα αυτού τού μάταιου κόσμου,

      ώσπου, σιγά σιγά, ύστερα από τόση εγκατάλειψη σχεδόν πιά δέ

φαινόμουν, καί μόνο τά παλιά πορτρέτα μέ γνώριζαν, γιατί ήταν κι

εκείνα αθέλητα μέσα στόν κόμσο, όμως, τά βράδια, αυτό τό άγγιγ-

μα βέβαια φανταστικό, αλλά στό τέλος πάντα νικούσε, κι έστρεφα

τά μάτια μόλο πού δέν ήταν κανείς, «είστε εδώ;» ρώταγα — τί

άλλο μπορούσα νά κάνω.

TOUCH

As I walked in the hallway, in horror I saw that the crack

on the wall was bigger and the armour we placed before it

didn’t cover it anymore so I prepared my things, but first

I had to say goodbye to that old man who secretly came at night

and told us about the endless sweetness of this futile world,

     until, slowly after so much abandonment I was almost

invisible and only the old portraits recognized me because

they were also unwillingly in the world however at night

this touch, imaginary of course though at the end always

victorious and I turned my eyes although no-one was

around “are you here” I would ask—what else could

I do?

Translated by Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη