Yannis Ritsos-Romiosini//translated by Manolis Aligizakis

Ritsos_front large

ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ

I

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτὲς οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ᾿ τα ξένα βήματα,
αυτὰ τα πρόσωπα δε βολεύονται παρὰ μόνο στον ήλιο,
αυτὲς οι καρδιὲς δε βολεύονται παρὰ μόνο στο δίκιο.

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρὸ σαν τη σιωπή,
σφίγγει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
σφίγγει στο φως τις ορφανὲς ελιές του και τ᾿ αμπέλια του,
σφίγγει τα δόντια. Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.
Μαρμάρωσαν τα δέντρα, τα ποτάμια κ᾿ οι φωνὲς μες στον ασβέστη του ήλιου.
Η ρίζα σκοντάφτει στο μάρμαρο. Τα σκονισμένα σκοίνα.
Το μουλάρι κι ο βράχος. Λαχανιάζουν. Δεν υπάρχει νερό.
Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι μασάνε μία μπουκιὰ ουρανὸ πάνου απ᾿ την πίκρα τους.
Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ᾿ την αγρύπνια,
μία βαθειὰ χαρακιὰ σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι ανάμεσα σε δυο βουνὰ το λιόγερμα.

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους –
έχουν στα χείλια τους απάνου το θυμὸ
κ᾿ έχουνε τον καημὸ βαθιὰ-βαθιὰ στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μία γούβα αλάτι.

Όταν σφίγγουν το χέρι, ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο
όταν χαμογελάνε, ένα μικρὸ χελιδόνι φεύγει μες απ᾿ τ᾿ άγρια γένια τους
όταν κοιμούνται, δώδεκα άστρα πέφτουν απ᾿ τις άδειες τσέπες τους
όταν σκοτώνονται, η ζωὴ τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα.

Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε, όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι απὸ στεριὰ και θάλασσα,
έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ᾿ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους
ο αγέρας έριξε τις πόρτες τους και τις λίγες πασχαλιὲς της πλατείας
απὸ τις τρύπες του πανωφοριού τους μπαινοβγαίνει ο θάνατος
η γλώσσα τους είναι στυφὴ σαν το κυπαρισσόμηλο
πέθαναν τα σκυλιά τους τυλιγμένα στον ίσκιο τους
η βροχὴ χτυπάει στα κόκκαλά τους.

Πάνου στα καραούλια πετρωμένοι καπνίζουν τη σβουνιὰ και τη νύχτα
βιγλίζοντας το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Τo ψωμὶ σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι απὸ στεριὰ και θάλασσα
όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε –
πάνου στα καραούλια λάμπουνε τα μάτια τους,
μία μεγάλη σημαία, μία μεγάλη φωτιὰ κατακόκκινη
και κάθε αυγὴ χιλιάδες περιστέρια φεύγουν απ᾿ τα χέρια τους

για τις τέσσερις πόρτες του ορίζοντα.

 

ROMIOSINI

I

These trees don’t take comfort in less sky

these rocks don’t take comfort under foreigners’

footsteps

these faces don’t take comfort but only

in the sun

these hearts don’t take comfort except in justice.

This landscape is merciless like silence

it hugs its fiery rocks tightly in its bosom

it hugs tightly in the sun its orphan olive trees

and grapevines

it clenches its teeth. There is no water. Only light.

The road vanishes in light and the shadow of the fence wall

is made of steel.

Trees rivers and voices turn to marble

in the sun’s whitewash.

The root stumbles on the marble. The dusty

bulrush.

The mule and the rock. They all pant. There is

no water.

They’ve all been thirsty for years and years. They all

chew one bite of sky over their bitterness.

Their eyes are red for lack of sleep

a deep wrinkle is wedged between their eyebrows

like a cypress between two mountains

at sundown

their hands are glued to their rifles

their rifles are extensions of their hands

their hands extensions of their souls –

they have anger on their lips

and grief deep within their eyes

like a star in a pothole of salt.

When they clasp a hand the sun is certain

of the world

when they smile a small swallow flies away from

their rough beards

when they sleep twelve stars fall from their

empty pockets

when they are killed life follows the uphill with

flags and drums.

For so many years they’ve all starved they’ve all thirsted

they’ve all been killed

besieged by land and sea

sweltering has devoured their fields and salinity has

drenched their homes

wind pushed down their doors and the few lilac shrubs

of the plaza

death goes in and out the holes of their overcoats

their tongues are astringent like cypress cones

their dogs died wrapped in their own shadows

the rain pounds on their bones.

Petrified on their battlements they smoke

the cow dung and during the night

they keep watch on the furious pelagos where

the broken mast of the moon sank.

The bread running out the ammunition spent

now they load their cannons with only their

hearts.

So many years besieged by land

and sea

they are all hungry they are all killed and yet

nobody died –

on their battlements their eyes shine

a large flag a great conflagration

totally red

and every dawn thousands of doves fly out

from their hands

to the four gates of the horizon

 

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2011

 

CONSTANTINE CAVAFY–ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΦΗ

cavafy copy
SCULPTOR OF TYANA

As you may have heard, I am not a beginner.
Some good quantity of stone goes through my hands
and in my home country, Tyana, they know me
well; and here the senators have ordered
a number of statues from me.

Let me show you
some right now. Have a good look at this Rhea;
venerable, full of forbearance, really ancient.
Look closely at Pompey. Marius,
Aemilius Paulus, the African Scipio.
True resemblances, as true as I could make them.
Patroklos (I’ll have to touch him up a bit).
Close to those pieces
of yellowish marble over there, is Caesarion.

And for a while now I have been busy
creating a Poseidon. I carefully study
his horses in particular, how to shape them.
They have to be so light that their bodies,
their legs show that they don’t touch
the earth but run over water.

But here is my most beloved creation
that I worked with such feeling and great care
on a warm summer day
when my mind ascended to the ideals
I had a dream of him, this young Hermes.

~ Constantine Cavafy, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

ΤΥΑΝΕΥΣ ΓΛΥΠΤΗΣ

Καθώς που θα το ακούσατε, δεν είμ’ αρχάριος.
Κάμποση πέτρα από τα χέρια μου περνά.
Και στην πατρίδα μου, τα Τύανα, καλά
με ξέρουνε, κ’ εδώ αγάλματα πολλά
με παραγγείλανε συγκλητικοί.
Και να σας δείξω
αμέσως μερικά. Παρατηρείστ’ αυτήν την Ρέα
σεβάσμια, γεμάτη καρτερία, παναρχαία.
Παρατηρείστε τον Πομπήιον. Ο Μάριος,
ο Αιμίλιος Παύλος, ο Αφρικανός Σκιπίων.
Ομοιώματα, όσο που μπόρεσα, πιστά.
Ο Πάτροκλος (ολίγο θα τον ξαναγγίξω).
Πλησίον στου μαρμάρου, του κιτρινωπού
εκείνα τα κομμάτια, είν’ ο Καισαρίων.

Και τώρα καταγίνομαι από καιρό αρκετό
να κάμω έναν Ποσειδώνα. Μελετώ
κυρίως για τ’ άλογά του, πώς να πλάσσω αυτά.
Πρέπει ελαφρά έτσι να γίνουν που
τα σώματα, τα πόδια των να δείχνυον φανερά
που δεν πατούν την γη, μον τρέχουν στα νερά.

Μα να το έργον μου το πιο αγαπητό
που δούλεψα συγκινημένα και το πιο προσεκτικά
αυτόν, μια μέρα του καλοκαιριού θερμή
που ο νους μου ανέβαινε στα ιδανικά,
αυτόν εδώ ονειρευόμουν τον νέον Ερμή.

~ Constantine Cavafy, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

OF REMORSES and REGRETS

11167993_373787862810157_1549215843426208414_o

WATER WELL

Water-well springs to the foreground the matador’s blood that decorates goring horns of the bull and another opulent song dances on the white petals of the gardenia flower: save this moment before the irresistible Hades walks your way.

—You need to dig the garden but you watch TV all day long.

I drink the traditional bitter coffee while you lay in the coffin like a definition of exactly the opposite you ought to be yet when my time will arrive to fit in the width and length of the same casket you won’t return to drink my bitter coffee.

—You remember when you went hunting and the car engine froze on you?

Hoarfrost of April still around when the heartless Hades pierces my heart, the first swallows dance in the air and my mother covered the red eggs of Easter under the kitchen towel hiding them from my eyes.

—Get up and take the garbage to the sidewalk, you lazy bum.

And I beg Hades to bring you back to me, my beloved. His sardonic laughter a macabre omen and in the form of a song he whispers.

—Since I’ve left you alone your other half I needed to take: to balance the universe.

ΠΗΓΑΔΙ

Απ’το πηγάδι πηγάζει η ζωή του ταυρομάχου που το αίμα του στολίζει τα κέρατα του ταύρου που τον κάρφωσαν και τ’ οπάλινο τραγούδι χορεύει στα λευκά της γαρδένιας πέταλα: κράτησε τη στιγμή αυτη προτού ο ευδιάθετος Χάρος σε επιλέξει.

—Πρέπει να σκάψεις τον κήπο κι εσύ όλη μέρα χαζεύεις την τηλεόραση.

Πίνω τον παραδοσιακό πικρό καφέ κι εσύ κείτεσαι στο φέρετρο, ακριβής ορισμός του αντίθετου που μέλλουσουν να γίνεις κι όταν η ώρα μου έρθει κι εγώ να μετρήσω το μάκρος και το πλάτος του φερέτρου αυτού εσύ δεν θα `σαι `κει να πιεις τον πικρό καφέ σου.

—Θυμάσαι τότε που πήγες κυνήγι κι η μηχανή του αυτοκινήτου πάγωσε απ’ την παγωνιά;

Παγωνιά του Απρίλη που ο άκαρδος Χάρος την καρδιά μου πλήγωσε, τα πρώτα χελιδόνια χορεύουν στον αέρα κι η μάνα μου σκέπασε με μια πετσέτα τα κόκκινα Πασχαλινά αβγά για να τα κρύψει απ’ τα δυο λαίμαργά μου μάτια.

—Σήκω και βγάλε τα σκουπίδια στο δρόμο, τεμπέλη.

Κι εγώ το Χάρο παρακαλώ να σε γυρίσει πίσω, αγαπημένη μου. Γελά σαρδόνια και σαν τραγουδιστά μου ψυθιρίζει

—Σου χάρισα τη ζωή. Το έτερό σου ήμυσι έπρεπε να πάρω την ισορροπία να διατηρήσω.

~ OF REMORSES and REGRETS, Collection in progress, Vancouver, BC, 2015

THE WASTE LAND–T. S. ELIOT

waste land

There is no water, only light
~Yannis Ritsos

Here is no water but only rock
rock and no water and the sandy road
the road winding above among the mountains
which are mountains of rock without water
if there were water we should stop and drink
among the rock one cannot stop and think
sweat is dry and feet are in the sand
if there were only water amongst the rock
dead mountain mouth of carious teeth that cannot spit
here one can neither stand nor lie nor sit
there is not even silence in the mountains
but dry sterile thunder without rain
there is not even solitude in the mountains
but red sullen faces sneer and snarl
from doors of mud-cracked houses

if there were water

~ The Waste Land, by T.S. Eliot, translated by Manolis Aligizakis

δεν υπάρχει νερό μονάχα φως
~Γιάννης Ρίτσος
Εδώ δεν υπάρχει νερό παρά μόνο βράχια
βράχια κι όχι νερό κι ο αμμώδης δρόμος
ελικωτός δρόμος ψηλά προς τα βουνά
αν υπήρχε νερό θα σταματούσαμε να πιούμε
ανάμεσα στα βράχια δεν μπορείς να σταθείς και να σκεφτείς
στεγνός ιδρώτας και τα πόδια στην άμμο
μόνο αν υπήρχε νερό ανάμεσα στα βράχια
νεκρό του βουνού το στόμα με κίτρινα δόντια που δεν φτύνουν
εδώ δεν μπορείς να σταθείς, να ξαπλώσεις ή να κάτσεις
δεν υπάρχει κάν σιωπή στα βουνά
παρά στείροι κεραυνοί δίχως βροχή
δεν έχει ούτε κάν μοναξιά στα βουνά
παρά μόνο βλοσυρά πρόσωπα χλευαστικά και γλυρίζοντα
απ’ τα πλίνθινα, ηλιοσκασμένα σπίτια

αν υπήρχε νερό

~ Από τη σειρά ποιημάτων Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ του Τ Σ Ελιοτ, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη