Yannis Ritsos//translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΟΥΔΕΤΕΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

 

Υπάρχουν βιβλία μικρού σχήματος με στάλες κερί στο εξώφυλλό τους

σα να `κλαιγε στο διπλανό δωμάτιο μια γυναίκα. Υπάρχουν ανθρώποι

πολύ δοξασμένοι στη ζωή, λησμονημένοι μετά θάνατον. Κι ενώ

κανένας πια δε μας πρόσεχε, μπορέσαμε ελεύθεροι να δούμε

απέναντι, στο αέτωμα του ναού, τους τρεις μαρμάρινους ιππείς γυμνούς,

πανέμορφους,

χωρίς ασπίδες κι ακόντια, περίχρυσους απ’ την  εσπέρα,

να προχωρούν με σιωπηλή κατανόηση προς τον δικό μας ξενώνα,

εκεί που `χαμε αφήσει ολόκληρο βουνό διπλωμένες κουβέρτες

και μεγάλα ρολόγια βυθισμένων καραβιών, από καιρό σταματημένα.

 

NEUTRAL TIME

 

 There are books of small size with drops of wax on their covers,

as though a woman cried in the next room. There are people

much glorified in their lives forgotten after their deaths. And while

no one paid attention to us anymore, we managed quite freely

to look on the opposite side, at the temple pediment, the three marble

riders naked, most ever handsome,

without spears and shields, golden from the sunset light,

to walk with silent understanding toward our guesthouse,

where we had left a whole mountain of folded blankets

and big clocks of sunken ships, for a long time stopped.

 

YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

Tasos Livaditis/Translated by Manolis Aligizakis

cover

 

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ

 

Έτσι από όνειρο σε όνειρο έφτασα κάποτε στη ζωή μου.

Κουβαλούσα τα χειρόγραφα μιας μεγάλης εποχής, πήγαινα να

τα θάψω στον Ειρηνικό.

Τώρα με μια παλιά ρομβία πρσπαθώ να ξαναφέρω πίσω τα χρόνια

αλλά δυσκολεύομαι και προσθέτω και λίγο αλκοόλ,

μια γυναίκα θηλάζει το μωρό της μες στο γαλάζιο απόβραδο —

κάποτε θα σκοτωθώ και θ’ ακουστεί ο θείος λόγος.

 

 

 

SEASON’S LEFTOVERS

 

Thus from dream to dream at some time I got caught up

with my life. I carried hand written documents of a great

season I was to throw them into the Pacific Ocean.

Now with an old street organ I try to bring back the years but

it’s hard to do so and I add some alcohol

a woman nurses her baby in the light-blue evening —

someday I’ll be killed and the divine word will be heard.

 

 

TASOS LIVADITIS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

Salvatore Quasimodo

salvatore_quasimodo_1959
DELPHIC WOMAN

In the air of lunar cedars
at the sight of gold we heard the Lion.
The earthly wail foretold.
Unveiled is the vein of corolla
on the temple that slopes to sleep
and your voice orphic and marine.

As salt from water
I issue from my heart.
The age of laurel vanishes
and the un quiet ardourγυναίκα,Δελφική,χρυσός,
and its pity without justice.

At your naked shoulder
odorous of honey
perishes exiguous
the invention of dreams.

In you I rise, o Delphic woman,
no longer human. Secret
the night of the warm moons’ rains

sleeps in your eyes:
to this quiet of skies in ruins
occurs the inexistent childhood.

In the movements of starred solitudes
to the bursting of the grains
to the will of the leaves
you will be howl of my substance.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΩΝ ΔΕΛΦΩΝ

Στον αέρα των κέδρων του φεγγαριού
στο χρυσό στεναγμό ακούσαμε το λιοντάρι.
Ο γήϊνος κλαυθμός προμαντεύτηκε.
Του στέμματος η φλέβα αποκαλύφτηκε
στον κρόταφο που γέρνει για ύπνο
κι η φωνή σου θαλασσινή και ορφική.

Σαν τ’ αλάτι απ’ τη θάλασσα
απ’ την καρδιά μου ανακοινώνω.
Η εποχή της δάφνης πέρασε
κι η ασίγαστος ενθουσιασμός
κι ο οίκτος του δίχως δικαιοσύνη.

Στον γυμνό σου ώμο
που ευωδιάζει σαν το μέλι
το ασήμαντο πεθαίνει
η εφεύρεση ονείρων.

Μέσα σου ορθώνομαι, ώ γυναίκα των Δελφών
πέραν του ανθρώπινου πια. Μυστική
η νύχτα της ζεστής φεγγαρίσιας βροχής

κοιμάται στα μάτια σου:
σ’ αυτόν τον ήρεμο ερηπωμένο ουρανό
υπάρχει η ανύπαρκτη παιδική ηλικία.

Στη κίνηση της μοναξιάς των αστεριών
ως το σκάσιμο του σταριού
και στη θέληση των φύλλων
θα γίνεις το ουρλιαχτό της ύπαρξής μου.

~Salvatore Quasimodo, translated from the English, my Manolis Aligizakis

DROWN WOMAN

182446-nekriprosfygaslampedusa

DROWN WOMAN

With the sorrowful events that recently take place in Kos, Greece, the Facebook team “We say no to the Golden Dawn” posted the above photograph of a dead migrant woman raised from a boat that sank on October 2013 in the open sea outside the Italian island of Lambedousa.
The Facebook post writes the following:
“She was found floating on the waves as she is in this picture with her mobile phone, her wallet with a few small bills and pictures of her loved ones back home clenched onto her chest. She wouldn’t let the waves take away her only possessions, her beloved persons back home she didn’t want to feel alone the moment she felt the cold and death approaching.
There are many dead people on the shore. Many have no name. The news people talk of numbers, hundreds and hundreds of dead. No one knows their names. Who they’ve left behind? From whom they run away? What were their dreams? And when one says “the boats sink” this woman, this mother holds her dreams tight onto her breast.

“Let us remain…HUMAN”

~Translated from the Greek by Manolis Aligizakis

Με αφορμή τα θλιβερά περιστατικά που σημειώνονται τις τελευταίες ημέρες στην Κω, η ομάδα στο Facebook «Λέμε Όχι στη Χρυσή Αυγή» ανάρτησε μια φωτογραφία που ανήκει σε νεκρή πρόσφυγα που ανασύρθηκε από ναυάγιο που σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 2013 στ’ ανοικτά της νήσου Λαμπεντούζα, στις ακτές της Ιταλίας.
Η σχετική ανάρτηση της ομάδας στο Facebook γράφει χαρακτηριστικά:
«Την βρήκαν στα κύματα έτσι, με το κινητό και το πορτοφόλι με τα λίγα λεφτά και τις φωτογραφίες των αγαπημένων της προσώπων στο στήθος. Δεν ήθελε να αφήσει στα κύματα της θάλασσας τα αγαπημένα της υπάρχοντα, δεν ήθελε να νιώσει μόνη τη στιγμή που αισθάνθηκε το κρύο και τον θανάτο να πλησιάζουν.
Υπάρχουν πολλά πτώματα στην παραλία. Πολλοί από αυτούς δεν έχουν ούτε ένα όνομα. Τα tg μιλάνε για αριθμούς, εκατοντάδες και εκατοντάδες νεκροί. Κανείς δεν ξέρει ποιοι είναι,ποιους άφησαν σπίτι, από τι τρέχουν, ποια ήταν τα όνειρά τους. Και όταν κάποιος λέει «βουλιάζουμε τα ποταμόπλοια» αυτή η γυναίκα, η μητέρα, , πιέζει ακόμα πιο δυνατά στο στήθος τα όνειρά της.
Ας παραμείνουμε ‘ΑΝΘΡΩΠΟΙ’…».

http://dithen2010.blogspot.ca/

CLOE and ALEXANDRA-POETRY TRANSLATED BY MANOLIS ALIGIZAKIS

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Η τέλεια μέρα

Δεν ήταν η παραλία
Θεσσαλονίκη ξημερώματα
τόσο τέλεια ξεπλυμένη
στις αποχρώσεις της βροχής,
ούτε η θάλασσα
βραχνή, ορμητική
άγριο λιοντάρι με γαλάζιες φλόγες,
δεν ήταν οι φέτες τα παγκάκια
με την παχύρρευστη μοναξιά
του άδειου τους κενού,
ήταν πως χθες βράδυ ονειρεύτηκα
ότι έστω για μια φορά
φορά πρώτη, φορά θάνατος
ήρθες μέσα μου
πίσω από την ψυχή,
κάτω από τα στόματα του κορμιού,
ήρθες και έμεινες.

Perfect Day

It wasn’t the seashore
of Salonica during the daybreak
so cleanly washed by
the hues of the rain
nor the sea
hoarse, violent,
wild lion with blue flames,
it wasn’t the benches in rows
with the fatty loneliness
of their emptiness,
it was that last night I dreamed
perhaps for once
for the first time, first time death
you entered my body
behind my soul
under the mouths of the body
you entered me and stayed.

Γλυκό απόγευμα

Το σχήμα της πλατείας,
το σχήμα των σπιτιών που την καθόριζαν,
με φωτεινές καμάρες, υπαίθρια εστιατόρια
και καφετέριες.
Σ’ αυτόν τον χώρο συνωστίζονταν η νεολαία,
κατέκλυζε τα πεζοδρόμια,
δεν άφηνε τραπέζι για τραπέζι.
Η ματαιότητα κι τρυφηλή ζωή της πόλης
πνίγονταν, διαχέονταν
μες στο γλυκό απόγευμα.
Κι όμως ήταν αναπόφευκτο:
σ’ αυτόν τον χώρο που έπηζε η ομορφιά
μπήκα με δέος.

Sweet Afternoon

The shape of the square
the shape of the houses which delineate it,
with lit arcades, open air restaurants
and cafes.
Here the young people gather
flood the sidewalks
leave no empty table.
The futility and sensual life of the city
drowned together, dissolved
into the sweet afternoon.
And yet it was inescapable.
Here, where beauty thickened
I entered in awe.

~ “Cloe and Alexandra”, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

TASOS LIVADITIS-POEMS/ΤΑΣΟΥ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗ-ΠΟΙΗΜΑΤΑ

cover

ΤΑ ΚΑΡΦΙΑ

Σκέφτομαι, κάποτε, σε μια ιδιαίτερη ώρα, να διηγηθώ όλες τις
λεπτομέρειες, πώς, λόγου χάρη, άρχισε αυτή η αθεράπευτη αρρώ-
στια στον απέναντι τοίχο ή για εκείνη τη γυναίκα στο πάρκο, που
ήταν ολόκληρη καρφωμένη πάνω στό παγκάκι, και λέω καρφωμένη
χωρίς ίχνος υπερβολής, τα καρφιά εξείχαν σαν μικρά κουμπιά πάνω
απ’ τα ρούχα της, ενώ η τσάντα με την ταυτότητά της κυλούσε
μες στο ρυάκι, για να μην ξέρουμε τίποτα γι αυτήν, κι όπως ανέ-
βηκα στη σοφίτα που μου `χαν παραχωρήσει για τη νύχτα, είδα
πως είχαν μετακομίσει, και δεν έμενε παρά λίγο άχυρο, επειδή
είχαν πάντα το φόβο του ξεπεσμού, κι ήταν στιγμές που όλοι περί-
μεναν το αναπόφευκτο, κι όταν νύχτωνε ήρεμα, ησύχαζαν, γιατί
εκείνοι δεν πηγαινοέρχονταν στο διάδρομο, να δούν ακριβώς πίσω
απ’ την πόρτα του βάθους.
Γι’ αυτό κι εγώ κρατιέμαι παράμερα, με την ελπίδα να ξαναβρώ
εκείνη τη χαμένη ψυχή.

THE NAILS

Sometimes, on a special hour, I think of narrating all the details:
how for example this incurable disease started on the opposite wall
or about that woman in the park whose body was nailed on the bench
and I say this without exaggeration; the nails protruded from her cloths
like small buttons while her purse with her identity card floated down
the creek that we couldn’t find out anything about her and as I
went up to the loft they allotted to me for the night I discovered they
had moved and only hay was left behind because they always had
the fear of comedown and there were moments when everyone
anticipated the inescapable and when the night fell serenely they
quietened down because the others weren’t going back and forth
in the hallway to look behind the far end door.
For this I’ve stayed on the sidelines hoping to rediscover that
lost soul.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Yannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα

ritsos front cover

Τελική συμφωνία

Όταν η βροχή χτύπησε το τζάμι με τόνα της δάχτυλο,

το παράθυρο άνοιξε προς τα μέσα. Στο βάθος

ένα άγνωστο πρόσωπο, ένας ήχος—η δική σου φωνή;

Η φωνή σου δυσπιστούσε στ’ αυτί σου. Την άλλη μέρα

ο ήλιος κατηφόριζε στα χωράφια, σα μια κάθοδος

αγροτών με δρεπάνια και δικράνια. Βγήκες κ’ εσύ στο δρόμο

φωνάζοντας, χωρίς να ξέρεις τί φωνάζεις,

σταματώντας μια στιγμή μ’ ένα χαμόγελο κάτω απ’ τη φωνή σου

σαν κάτω απ’ τη ρόδινη, ολόφωτη ομπρέλα μιας γυναίκας

που σεργιάνιζε μπρος στο κικλίδωμα του πάρκου.

Εκεί αναγνώρισες απρόοπτα πως αυτή είταν η σωστή σου φωνή

σύμφωνη μ’ όλες τις ανύποπτες φωνές που γέμιζαν τον αέρα.

Final Agreement

When the rain struck the window with one of its fingers

the window opened inward. Deep inside

an unknown person, a sound – your voice?

Your voice distrusted your ear. The next day

the sun went down the fields, like a descent of farmers

with scythes and pitchforks. You too went out to the street

yelling not knowing about what you were yelling,

stopping for a moment with a smile under your voice

as if under the rosy, fully illuminated umbrella of a woman

sauntering along the railing of the park.

There suddenly you recognized that this was your true voice

in agreement with all the unsuspecting voices filling the air.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

www.ekstasiseditions.com

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσος Λειβαδίτης, Εκλεγμένα Pοιήματα

cover

For a Woman

Do you remember the nights? To make you laugh I’d walk

over the glass of the night lamp.

“How was it possible?” You asked.

But it was so simple:

since you loved me

Σέ μιά γυναίκα

Θυμάσαι τίς νύχτες; Γιά νά σέ κάνω νά γελάσεις περπατούσα πάνω

στο γυαλί τής λάμπας.

“Πώς γίνεται;” ρωτούσες. Μά ήταν τόσο απλό

αφού μ’ αγαπούσες.

Simple Words

The night almost same as all others: tediousness,

the faint light, lost paths

and suddenly someone says “I’m poor”, as though giving you

a great promise.

 

Απλά Λόγια

Βράδυ όμοιο σχεδόν μέ τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φώς,

οι χαμένοι δρόμοι

κι άξαφνα κάποιος πού σού λέει “είμαι φτωχός”, σάν νά

σού δίνει μιά μεγάλη υπόσχεση.

The Defeated

He kneeled and laid his forehead on the floor. It was

the difficult time. When he got up, his embarrassed face,

that we all knew, had stayed there, on the planks, like

a useless upside helmet.

The same man returned home, without face—like God.

Ο Ηττημένος

Γονάτισε κι ακούμπησε τό μέτωπό του στό πάτωμα. Ήταν

η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του,

πού όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στίς σανίδες, σάν ένα

αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.

Ο ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο—σάν τό Θεό.

Pigsty

Things had changed, these days they don’t kill, they only

point at you with the finger, it’s enough. Then, they make

a circle that always becomes smaller, they slowly get closer,

you retreat, back against the wall, until in desperation, you,

alone, open a hole to hide into.

When the circle is cleared, in its place stands the other,

in every respect lovable man.

Χοιροστάσιο

Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δέ σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο μέ

τό δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο πού

όλο στένευε, σέ πλησίαζαν σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμω-

χνόσουνα στόν τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μιά

τρύπα νά χωθείς.

Κι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στή θέση του στεκόταν ένας άλλος,

καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος.

The Sixth Day

It was the sixth day of creation; mother was dressed in black,

she wore her good hat with the veil, “God shouldn’t had done this

to us” she said, at the far end pale workers put together the big

stage of the circus,

“come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged

the lamp-post of the street,

my young cousin was almost dead, I pushed her behind the closet,

“I love you” she’d say, but I had already undressed her—like a whore—

when we buried her, I stayed there forever, behind the closet, half

eaten by the mice

and it was the sixth day of creation,

pulleys grunted as they lifted up the roof of the station

the first clock,

I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind

could see me.

Η Έκτη Ημέρα

Ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στά

μαύρα, φορούσε καί τό καλό καπέλο της μέ τό βέλο, “δέν έπρεπε νά

μάς τό κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στό βάθος χλωμοί άντρες στήναν

τή μεγάλη σκηνή τού τσίρκου,

“γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το

φανάρι τού δρόμου,

η μικρή ξαδέλφη όπου νά `ναι θά πέθαινε, τήν έσπρωξα πίσω απ’

τήν ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μά εγώ τήν έγδυνα κιόλας σάν

πόρνη—κι όταν τή θάψαμε, εγώ έμεινα γιά πάντα εκεί, πίσω απ’

τήν ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τά ποντίκια,

κι ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας,

οι τροχαλίες γλύριζαν καθώς ανέβαζαν τό πρώτο ρολόι στή στέ-

γη τού σταθμού,

κάθισα στήν άκρη τού δρόμου, τόσο θλιμμένος, πού οι τυφλοίμ’

έβλεπαν.