Cloe and Alexandra

cloe-and-alexandra_cover_aug265

ΠΡΟΧΕΙΡΟ ΣΤΡΩΜΑ

 

Αφού έφυγαν οι υπάλληλοι,

αργά το απόγευμα, την περίμενε

στο γραφείο του.

Ξεντύθηκαν, και η λαίμαργη γλώσσα του

έφτασε μέχρι τα πόδια της,

κι όπως ήταν παγωμένα

με το στόμα του τα ζέστανε.

Έσμιξαν στο πάτωμα,

σ’ ένα πρόχειρο στρώμα

από μεγάλα μαξιλάρια του καναπέ.

 

 

 

IMPROVISED BED

 

When the personnel left,

late in the afternoon, he

waited for her in his office.

They stripped naked and his hungry tongue

travelled down to her feet

frozen from the cold

he warmed them with his mouth.

They coupled on the floor,

on an improvised bed made of

the big pillows of the couch.

Cloe and Alexandra, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

Cloe and Alexandra//translated by Manolis Aligizakis

cloe-and-alexandra_cover_aug265

ΙΕΡΗ ΠΕΤΡΑ

 

«Κι αν τώρα πέθαινα», είπε αυτός

δεν θάνιωθα ποτέ πιο ζωντανός».

Τα πόδια τους βαθιά στο Λιβυκό

αρχές χειμώνα καλοκαίρι

ήλιος με ξανθές βεντάλιες βλεφαρίδες

τους δρόσιζε στον ουρανό,

μια γριούλα τους φίλεψε ρακή,

η δική της είχε μέσα ροδόνερο και μέλι

«για να γλυκαθείς» της είπε

και γέλασε ένα γέλιο χωρίς δόντια.

 

Γιατί το τέλος

είναι πάντοτε κρυμμένο

στην ίδια του την τελειότητα.

 

 HOLY ROCK

He said, ‘if I die right now

I would have never felt more alive’

Their feet deep in the Lybian Sea

beginning winter-summer

sun with blond fans of eyelids

freshened them up in the sky,

an old woman offered them raki

hers had some honey and rosewater

‘to sweeten you up’ he said

and laughed a toothless laugh.

 

Because the end

is always hidden

in its own perfection.

Cloe and Alexandra, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

www.manolisaligizakis.com

 

 

 

 

Κώστας Καρυωτάκης//Kostas Karyotakis

379full-kostas-karyotakis

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ ΜΟΥ

Δικά μου οἱ στίχοι, ἀπ᾿ τὸ αἷμα μου, παιδιά.
Μιλοῦνε, μὰ τὰ λόγια σὰν κομμάτια
τὰ δίνω ἀπὸ τὴν ἴδια μου καρδιά,
σὰ δάκρυα τοὺς τὰ δίνω ἀπὸ τὰ μάτια.

Πηγαίνουν μὲ χαμόγελο πικρό,
ἀφοῦ τὴ ζωὴν ἀνιστορίζω τόσο.
Ἥλιο καὶ μέρα καὶ ἥλιο τοὺς φορῶ,
ζώνη νὰν τά ῾χουν ὅταν θὰ νυχτώσω.

Τὸν οὐρανὸν ὁρίζουν, τὴ γῆ.
Ὅμως ρωτιοῦνται ἀκόμα σὰν τί λείπει
καὶ πλήττουνε καὶ λιώνουν πάντα οἱ γιοὶ
μητέρα ποὺ γνωρίσανε τὴ Λύπη

Τὸ γέλιο τοῦ ἁπαλότερου σκοποῦ,
τὸ πάθος μάταια χύνω τοῦ φλαούτου·
εἶμαι γι᾿ αὐτοὺς ἀνίδεος ρήγας ποὺ
ἔχασε τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ του.

Κεῖ ρεύουνε καὶ σβήνουν καὶ ποτὲ
δὲν παύουνε σιγά-σιγὰ νὰ κλαῖνε.
Ἀλλοῦ κοιτώντας διάβαινε, Θνητέ·
Λήθη, τὸ πλοῖο σου φέρε μου νὰ πλένε

 

MY VERSES

 

They are mine, my friends, as if my blood

they speak, like words and pieces

of my heart that I give away

like tears from my eyes that I give you

 

they reach you like saddened smiles

since I narrate my life through them

I the sun I dress them with the sun of day

like belts to keep when a night I become

 

the oversee the sky and the earth

yet they question what is still missing

and they’re bored and they wither

sons who have sorrow as their mother

 

the laughter of the smoothest tune

I echo the passion of the flute

for them I’ve become the ruler

who has lost the love of his people

 

there they floe and they fade never

to stop yet slowly they cry

turn your glance elsewhere oh, mortal

bring your ship oh, forgetfulness that they sail on it.

 

KOSTAS KARYOTAKIS, translated by Manolis Aligizakis

www.manolisaligizakis.com

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

cover

 

ΟΤΑΝ, τέλος, ήρθαν οι αγγελιοφόροι, τους βάλαμε να διηγηθούν
καταλεπτώς τα πράγματα
δε χωρούσε αμφιβολία, όλα είχαν χαθεί. Δεν είχαμε ούτε σπίτι πια
ούτε τιμή.
Οι γυναίκες έκλαψαν, όπως πάντα, κι όπως πάντα οι άντρες
σκυμμένοι κοίταζαν το χώμα. Και μόνον ο τυφλός χαμογελούσε
καθώς το ραβδί του, σοφό, τον πήγαινε πέρα απ’ τη ματαιότητα
μες στο σκοτάδι.

 

WHEN at last the messengers came we asked them to narrate
the events in detail
there was no doubt everything was lost. We had neither home
nor honor.
The women cried, as always and as always men stooped and
gazed the earth. And only the blind man smiled as his wise
staff led him beyond futility into the darkness.

 

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης

Tasos Livaditis_Vanilla

ΟΙ ΜΕΡΕΣ είχαν αρχίσει να μεγαλώνουν, όταν ήρθαν αυτοί που
ξέρουν να περιμένουν
σαν την παρθενία, οι γυναίκες ταράχτηκαν κι έγειραν άξαφνα
όπως η υπομονή μες στον πολύν καιρό, εμείς ακουμπισμένοι στ’
αμόνια
κοιτάζαμε τήν πόλη ερημωμένη, κι ά, τί φριχτές σκηνές από πα-
νάρχαια γεγονότα,
κι όταν, στο γέρμα του ήλιου εκείνοι ξανάφυγαν και τα γαβγίσμα-
τα των σκυλιών
όλο και πιο πολύ μεγάλωναν την απόσταση, δεν έμεινε
παρά το μοναχικό άστρο κι η μυρουδιά που είχε το άχυρο
στην παιδική ηλικία.
THE DAYS had become longer when the ones who know how
to wait arrived
like virginity, women stirred and suddenly stooped
like patience in the infinity of time and we bowed over
the anvils and
we gazed the deserted city and yes the horrible images coming
from ancient events
and when at sundown those people left and the barking
of dogs
slowly made the distance longer only the lone star was left
and the odor of hay emitted from our childhood years.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

ritsos front cover

ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Είναι πολύ μακρινές οι γυναίκες. Τα σεντόνια τους μυρίζουν κα-
ληνύχτα.
Ακουμπάνε το ψωμί στο τραπέζι για να μη νιώσουμε πως λείπουν.
Τότε καταλαβαίνουμε πως φταίξαμε. Σηκωνόμαστε απ’ την καρέ-
κλα και λέμε:
“Κουράστηκες πολύ σήμερα” ή “άσε, θ’ ανάψω εγώ τη λάμπα”.

Όταν ανάβουμε το σπίρτο, εκείνη στρέφει αργά πηγαίνοντας
με μιαν ανεξήγητη προσήλωση προς την κουζίνα. Η πλάτη της
είναι ένα πικραμένο βουναλάκι φορτωμένο με πολλούς νεκρούς—
τους νεκρούς της φαμίλιας, τους δικούς της νεκρούς και τον δικό σου.

Ακούς το βήμα της να τρίζει στα παλιά σανίδια
ακούς τα πιάτα να κλαίνε στην πιατοθήκη κ’ ύστερα ακούγεται
το τραίνο που παίρνει τους φαντάρους για το μέτωπο.

WOMEN

Women are very distant. Their bed sheets smell
of goodnight.
They place the bread on the table so that we won’t miss them.
Then we understand we did something wrong. We get up
from the chair saying:
“You are very tired today” or “don’t worry, let me light the lamp.”

When we strike the match, she turns slowly going to
the kitchen with an inexplicable concentration. Her back
is a sad little mountain loaded with many dead –
the family dead, her dead and your death.

You hear her footsteps creaking on the old floor planks
you hear the plates crying in the plate rack and then the train
is heard carrying soldiers to the front line.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

Τάσος Λειβαδίτης//Tasos Livaditis

Tasos Livaditis_Vanilla

ΚΙ ΕΠΡΕΠΕ πάντα να το κρύβουμε, που είναι μια άλλη ονομασία,
αφού το καθετί είχε μπει εκεί για παραπλάνηση,
κι ο ίδιος εσύ — κι ίσως μ’ αυτό που δε θα μάθουμε ποτέ, μ’ αυτό
ξοφλάμε
παλιά χρέη. Μόνο το βράδυ οι γυναίκες έραβαν,
μα είναι τόσο λίγη η ζωή, που η βελόνα τους περνούσε απαλά το
ρούχο
κι έβγαινε έξω απ’ τον κόσμο.
AND WE had to hide it forever which is another term, since
everything has been put there for deception
and you are the same — and perhaps with what we never learn
we pay off
old debts. Only at night the women cross-stitched
but life was so short that their needle went softly through
the fabric
and out of the world.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.amazon.com
http://www.amazon.kindle.com

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS//Translated by MANOLIS ALIGIZAKIS

Image

MYTHISTOREMA

VIII

But what are they after, our souls, traveling
on the decks of decayed ships
crowded with pallid women and crying babies
incapable of forgetting themselves neither with the flying fish
nor the stars pointed by the tips of the masts.
Rubbed by gramophone records
unwillingly dedicated to inexistent pilgrimages
murmuring broken thoughts from foreign languages.

But what are they after, our souls, traveling
on rotten ships
from harbour to harbour?

Shifting broken stones, breathing
the coolness of pine with greater difficulty each day
swimming in the waters of this sea
and that sea
without a sense of touch
without people
in a homeland that is no longer ours
nor yours.

We knew that the islands were beautiful
somewhere, perhaps around here where we grope
a bit lower or slightly higher
a very tiny space.

Η’

Μα τί γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ’ άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ’ ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τί γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλασσιά ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες, ανασαίνοντας
τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους
μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέρουμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

~Γιώργου Σεφέρη-Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Βραχείες Λίστες Κρατικών
Βραβείων Λογοτεχνίας, 2012
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012
short-listed for the National Literary Awards, 2012