Σέ μιά γυναίκα

Θυμάσαι τίς νύχτες; Γιά νά σέ κάνω νά γελάσεις περπατούσα πάνω

          στο γυαλί τής λάμπας.

“Πώς γίνεται;” ρωτούσες. Μά ήταν τόσο απλό

αφού μ’ αγαπούσες.

 

For a Woman

 

Do you remember the nights? To make you laugh I’d walk

          over the glass of the night lamp.

“How was it possible?” You asked.

 

But it was so simple:

since you loved me

 

Απλά Λόγια

Βράδυ όμοιο σχεδόν μέ τ’ άλλα: η πλήξη, λιγοστό φώς,

          οι χαμένοι δρόμοι

κι άξαφνα κάποιος πού σού λέει “είμαι φτωχός”, σάν νά

         σού δίνει μιά μεγάλη υπόσχεση.

 

 

Simple Words

The night almost same as all others: tediousness,

          the faint light, lost paths

and suddenly someone says “I’m poor”, as though giving you

          a great promise.

 

 

Ο Ηττημένος

 

     Γονάτισε κι ακούμπησε τό μέτωπό του στό πάτωμα. Ήταν

η δύσκολη ώρα. Κι όταν σηκώθηκε, το ντροπιασμένο πρόσωπό του,

πού όλοι ξέραμε, είχε μείνει εκεί, πάνω στίς σανίδες, σάν ένα

αναποδογυρισμένο άχρηστο κράνος.

     Ο ίδιος γύριζε σπίτι του τώρα δίχως πρόσωπο—σάν τό Θεό.

 

 

 

The Defeated

 

     He kneeled and laid his forehead on the floor. It was

the difficult time. When he got up, his embarrassed face,

that we all knew, had stayed there, on the planks, like

a useless upside helmet.

    The same man returned home, without face—like God.

 

 

Χοιροστάσιο

 

     Είχαν αλλάξει οι καιροί, τώρα δέ σκότωναν, σ’ έδειχναν μόνο μέ

τό δάχτυλο, κι αυτό αρκούσε. Ύστερα, κάνοντας έναν κύκλο πού

όλο στένευε, σέ πλησίαζαν σιγά σιγά, εσύ υποχωρούσες, στριμω-

χνόσουνα στόν τοίχο, ώσπου, απελπισμένος, άνοιγες μόνος σου μιά

τρύπα νά χωθείς.

    Κι όταν ο κύκλος διαλυόταν, στή θέση του στεκόταν ένας άλλος,

καθ’ όλα αξιαγάπητος κύριος.

 

 

Pigsty

 

    Things had changed, these days they don’t kill, they only

point at you with the finger, it’s enough. Then, they make

a circle that always becomes smaller, they slowly get closer,

you retreat, back against the wall, until in desperation, you,

alone, open a hole to hide into.

     When the circle is cleared, in its place stands the other,

in every respect lovable man.

 

 

Η Έκτη Ημέρα

 

     Ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας, η μητέρα είχε ντυθεί στά

μαύρα, φορούσε καί τό καλό καπέλο της μέ τό βέλο, “δέν έπρεπε νά

μάς τό κάνει αυτό ο Θεός” είπε, στό βάθος χλωμοί άντρες στήναν

τή μεγάλη σκηνή τού τσίρκου,

     “γύρισε σπίτι είναι αργά”, “ποιό σπίτι», είπα κι αγκάλιασα το

φανάρι τού δρόμου,

      η μικρή ξαδέλφη όπου νά `ναι θά πέθαινε, τήν έσπρωξα πίσω απ’

τήν ντουλάπα, “σ’ αγαπάω” έλεγε, μά εγώ τήν έγδυνα κιόλας σάν

πόρνη—κι όταν τή θάψαμε, εγώ έμεινα γιά πάντα εκεί, πίσω απ’

τήν ντουλάπα, μισοφαγωμένος απ’ τά ποντίκια,

     κι ήταν η έκτη μέρα τής δημιουργίας,

     οι τροχαλίες γλύριζαν καθώς ανέβαζαν τό πρώτο ρολόι στή στέ-

γη τού σταθμού,

     κάθισα στήν άκρη τού δρόμου, τόσο θλιμμένος, πού οι τυφλοίμ’

έβλεπαν.

 

 

The Sixth Day

 

     It was the sixth day of creation; mother was dressed in black,

she wore her good hat with the veil, “God shouldn’t had done this

to us” she said, at the far end pale workers put together the big

stage of the circus,

    “come back home, it’s late”, “which home?” I asked and hugged

the lamp-post of the street,

     my young cousin was almost dead, I pushed her behind the closet,

“I love you” she’d say, but I had already undressed her—like a whore—

when we buried her, I stayed there forever, behind the closet, half

eaten by the mice

     and it was the sixth day of creation,

     pulleys grunted as they lifted up the roof of the station

the first clock,

     I sat by the side of the street, so sorry, that even the blind

could see me.

 

 

 

Tα γονίδιά μας, είναι η μοίρα μας;

Ανθολόγιον Sapere aude!

Είμαστε τα μόνα ζώα που μπορούμε να νικήσουμε τα γονίδιά μας. Όταν κάποιος (έστω γενετικά προσδιορισμένος) αλκοολικός αποφασίζει να κόψει το ποτό ή ένας με τάσεις παχυσαρκίας αποφασίζει να κάνει δίαιτα, τότε τα γονίδια υποκλίνονται στην ανθρώπινη θέληση…

genesO Jim Lewis και ο Jim Springer είναι δύο δίδυμα αδέλφια που πέντε εβδομάδων υιοθετήθηκαν από διαφορετικές οικογένειες στο Ohio. Όταν μετά από 39 χρόνια συναντήθηκαν για πρώτη φορά οι ομοιότητες ήταν εκπληκτικές. Πέρα από το ευνόητο γεγονός ότι και οι δύο είχαν τα ίδια χαρακτηριστικά, ίδιο βάρος και ίδιο ύψος, διαπιστώθηκε πως μιλούσαν το ίδιο, έκαναν τις ίδιες χειρονομίες, κάπνιζαν τα ίδια τσιγάρα, έπιναν την ίδια μπίρα, οδηγούσαν το ίδιο μοντέλο αυτοκινήτου και πήγαιναν στην ίδια περιοχή της Florida για διακοπές.

View original post 1,181 more words

ken's

Evening Vesper

In limpid mirror let me

see my idol fresh off

the evening’s vesper

imperceptible touch

dreamy incline of thought

pasted on plain sight

eulogy flying over my head

to meet my likeness

in two worlds

which the real

which the idol

the identical twins we must be—

upper world where we fly

underworld where we dwell

step by step where we learn

its girth and birth where one

plus one always equals oneness

Ύμνος Εσπέρας

Στο διάφανο καθρέφτη άσε με  να δώ

το είδωλό μου φρέσκο στον ύμνο

της εσπέρας, ανεπαίσθητο άγγιγμα,

ονειρεμένη σκέψη ανυψωμένη,

και κολλημένη σε απλή ματιά

ευλογία που πετά πάνω απ’ το κεφάλι μου

να βρει το ομοίωμά μου

δυο κόσμοι, ποιος ο αληθινός

και ποιο το είδωλο

μονωογενείς δίδυμοι είμαστε

επάνω κόσμος που πετούμε

κάτω κόσμος που ρίζες απλώνουμε

βήμα το βήμα διδασκόμαστε

το πλάτος και το μάκρος του

εκεί που ένα και ένα έχουν σαν

αποτέλεσμα την απόλυτη μονάδα

~Ποίημα Μανώλη Αλυγιζάκη/PoembyManolisAligizakis

~Πίνακας Ken Kirkby/Painting by Ken Kirkby

~ “Mythography”/ “Μυθογραφία”

www.libroslibertad.ca