Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry 1750-2018

Poem by Manolis Alagnostakis

LOVE IS FEAR

Love is the fear that connects us with others

when they take control of our days and hang them like tears

when our days die along with them in a wretched disfiguring

the last schemes of our childhood emotions

and what does the extended hand of people hold?

It knows how to squeeze tightly where logic fools us

when time stops and memory is uprooted 

in a pointless search beyond logic.

(One day they return without any wrinkle in their mind

they discover their wives and children have grown

they frequent the little stores and cafes of the neighborhood

they read the epic routine of each and every morning)

Do we truly die for the others or we avenge our lives this way

or we spit all the measly resemblances this way

and at some time a sunray goes through our dried up minds

something like a vague memory of our lively prehistory?

We’ve reached the days when you don’t know what to measure

erotic events and stock market companies

you can’t find a mirror into which to call out your name

simple intentions of a secure life, current affairs

boredom, lust, dreams, business dealings, cheating

as if, I think it’s because custom is better than guilt.

However who will come to stop the momentum of the falling rain?

https://www.amazon.com/dp/1926763513

Tasos Livaditis – Poems, Volume II

THEN I understood it was late and there was no place

left for me anymore “but why do they torture me?”

I asked “since we all live in a stranger’s body” and

when night came I went for a confession although

even the priest couldn’t explain it; I therefore tried

to search better and raising the lamp I saw in horror

that there wasn’t any house and that I was always

outside, “help” I yelled but so much time had passed;

       then night came so the blind man could walk by

as if he was turning little pages with his cane a bit further

away sometimes he sang in a low tone voice, like his mom

or as if he wanted to cover the underworld and perhaps

that song was leading him and his dog.

https://www.amazon.com/dp/1926763564

Ρογήρος Δέξτερ, Gesta in Eutopia

To Koskino

•ξερή• με τα παππούδια
Στους καφενέδες• ζάρια στο τάβλι•
Κοκκαλιά και κηφηνόσβωλο• μέσα
Σε φωνές• και χάχανα•και πυκνό καπνό•
Που νιώθω βέβαια να με πνίγουν•
Όπως η Μόρα κάτι νύχτες
Ταραχής και αγρύπνιας• ή
Ο κακός βραχνάς
Ότι αυτό που υπήρξα κάποτε
Σε φως λιγοστό
Θα γίνει τώρα μια χαψιά
Στο μαύρο σκοτάδι• και όμως•
Τύχη αγαθή και πάλι•
Φεύγω τουλάχιστον όρθιος
Κάτω από μονόμουντζες
Και μούτρα κατεβασμένα
Και βλαστήμιες βαριές
[“Τα κοράκια που θα σε σηκώσουν,
Κωλόπαιδο!]•
Αλλά με τις τσέπες γεμάτες•
Φορτωμένος
Από τόσα ξένα κόλλυβα•

*

•τώρα έκανα αυτό•[ασήμαντο]•και
Πιο μετά θα κάνω εκείνο• και το άλλο•[αδιά-
Φορο]•τριγυρισμένος από διάφορες σκέ-
Ψεις• όπως το να κόψω
Στη μέση δυο λέξεις•
Όπως άλλοι
Κόβουν το βήχα•
Το τσιγάρο• τα χάπια•
Τα πολλά πολλά με το υπερπέραν•
Ή τους συγγενείς που γίνονται
Πιο φορτικοί κι από φαντάσματα• τώρα
Είπα ν’ ανεβώ μια κακοτράχαλη
Κατηφόρα• όλο χοχλάδια και θάμνα• και

View original post 189 more words

Γιώργος Θέμελης: Δενδρόκηπος (VI)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Δενδρόκηπος

VI

Το σώμα, πρέπει να πεις, δεν είναι το σώμα σου.
Πρέπει να στολίζουμε τους νεκρούς μ’ ένα τριαντάφυλλο στο στήθος,
Μ’ ένα στεφάνι από μυρτιά.
Αγαπήσωμεν αλλήλους,
Το σώμα του άντρα ας μη φοβάται
Το σώμα της γυναίκας, εν ομονοία, εν σιωπή,
Αγαπήσωμεν αλλήλους,
Το σώμα της γυναίκας τρέμει και πλησιάζει.

Μας προστατεύει πίσω η σκιά,
Μας φοβίζει ο έρωτας, μας ταξιδεύει ο ύπνος,
Εν ομονοία, εν σιωπή,
Μας παίρνει τέλος ο θάνατος, αγαπήσωμεν αλλήλους,
Και μας τοποθετεί μες στο ερμάρι του.

(Πρέπει να το προσέχεις το σώμα κι όταν είναι άνοιξη
Να ετοιμάζεις την εορτή του μ’ ένα τριαντάφυλλο στο στήθος,
Μ’ ένα στεφάνι από μυρτιά.)

Εκεί ’ναι τα χέρια με τ’ ακίνητα δάχτυλα.
Εκεί τα μάτια κι όσα κρύβουν τα μάτια
Κλεμμένα από το φως, όπως άδεια κοχύλια.
Τα χείλη τα κατάκλειστα και ραγισμένα.

(Δε θα ζητούμε τίποτα, που δεν μπορεί να δοθεί,
Και δε θα…

View original post 234 more words

Constantine P. Cavafy – Poems

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ

Η κάμαρα ήταν πτωχική και πρόστυχη

κρυμένη επάνω από την ύποπτη ταβέρνα.

Απ’ το παράθυρο φαίνονταν το σοκάκι

το ακάθαρτο και το στενό. Από κάτω

ήρχονταν η φωνές κάτι εργατών

που έπαιζαν χαρτιά και που γλεντούσαν.

Κ’ εκεί στο λαϊκό, το ταπεινό κρεββάτι

είχα το σώμα του έρωτος, είχα τα χείλη

τα ηδονικά και ρόδινα της μέθης —

τα ρόδινα μιας τέτοιας μέθης, που και τώρα

που γράφω, έπειτ’ από τόσα χρόνια,

μες στο μονήρες σπίτι μου, μεθώ ξανά.

ONE NIGHT

The room was poor and cheap

hidden above the shady tavern.

From the window the street was visible,

narrow and filthy. From below

came the voices of some workers

who played cards and joked around.

And there on the much used, lowly bed

I had the body of Eros, I had the lips,

the lustful and rosy lips of euphoria—

the rosy lips of such euphoria, that even now

as I write, after all these years,

in my solitary house, I get intoxicated again.

https://www.amazon.com/dp/1723961833

Αρχαιολογικός χώρος Φιλίππων: Προχωρούν οι εργασίες ενοποίησης -Επαναλειτουργεί το καλοκαίρι το αρχαίο θέατρο Θάσου

ΕΛΛΑΣ

Εργασίες ενοποίησης στον αρχαιολογικό χώρο Φιλίππων

Ο αρχαιολογικός χώρος των Φιλίππων, ενταγμένος στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO, ο εμβληματικός χώρος της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καβάλας – Θάσου, το τρέχον έτος θα υποδεχθεί τους εκατοντάδες επισκέπτες του έχοντας μια ανανεωμένη εικόνα ως αρχαία πόλη.

View original post 948 more words

Γιώργος Θέμελης: Δενδρόκηπος (V)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Δενδρόκηπος

V

Τα κορίτσια ψιμυθιώνονται να μη φανούν
Στο καθαρό φως, κρύβοντας την ψυχή,
Το γαλάζιο αίμα της ωραιότητος. Δεν ονειρεύονται
Να ζήσουν, διαβάζουν μυθιστορήματα και κάποτε δακρύζουν.
Θα ’θελαν ν’ αυτοκτονήσουν φτάνοντας ως ένα όνειρο.
Θα ’θελαν να σβήσουν όλα τα χαμόγελα
Στον χιλιοθώρητο καθρέφτη, όπως
Τριαντάφυλλα σε ναρκισσιακά νερά. Κανείς δεν πέφτει να πνιγεί,
Εκεί στο βάθος που περνούν εξαίσια είδωλα
Παλαιών πνιγμών: η Ηλιογέννητη, η Μαργαρίτα…

Άραγε υπάρχουμε;

Υπάρχουν ακόμα κάποιες εικόνες;
Αυτήν εδώ δεν τη βρίσκει το δοξάρι του Έρωτα,
Καθώς είπε κάποιος, έχει μια υφή αγοριού,
Θυμίζοντας τον Ερμαφρόδιτο. Αυτή εκεί
Μοιάζει με ξένη που ήρθε από μακριά και δε γνωρίζει
Τη γλώσσα, τα ονόματα των λουλουδιών.
Αυτή μαθαίνει τα φώτα να λάμπουν,
Καθώς είπε κάποιος, έχει ένα δικό της φως,
Που μεταδίδεται και πληθαίνει, δεν μπορείς να πλησιάσεις.
Κι αυτή εδώ έχει κάτι από σκοτάδι
Στο πρόσωπο, από κείνο που θαμπώνει
Τα μάτια, τα…

View original post 120 more words

Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

Poem by Miltos Sachtouris

SAVIOR

I count the fingers of my severed hands

the hours I’ve spent on these windy roofs

I have no other hands, my love, and the doors

don’t close and the dogs are uncompromising.

With my naked legs deep in these dirty waters

with my naked heart I long (not for myself)

for a light-blue window

how have they built so many rooms

so many tragic books

without a shred of light

without a short breath of oxygen

for the sick reader

since each room is but an open wound

how can I descent the tumbled stairs again

among the bog and the wild dogs

to bring medicine and rosy gauzes

and if I find the pharmacy closed

and if I find the pharmacist dead

and if I find my naked heart on the window display of the pharmacy

no, no, it’s all over, there’s no salvation

the rooms will remain as they were

with the wind and its cane fields

with the ruins of glassy moaning faces

with their achroous bleeding

with porcelain hands opened towards me

with the unforgiving forgetfulness

they’ve forgotten my fleshy hands which were severed

as I was measuring their agony

https://www.amazon.com/dp/1926763513

Yannis Ritsos – Poems, Selected Books, Volume II, Second Edition

RAIN IS COMING

Sit by the window. The first rain of the dusk

            forgives the trees.

One leaf turns yellow in your hands. You don’t know

             the day’s heaviness anymore.

Two keys, left on the table, think of all the locked

             things

as when the spiders return to their webs

and the ashtray returns to its position in the room

like a star returns to its position in the sky.

Here each word falls noiselessly in the silence

like a burned letter in the hands of the sad man.

We’re better off to gather our days, to fold them

as we fold our summer cloths before we place them

             in the chest,

to place our joined hands on our knees

now when the clouds yawn over the roofs

now when sorrow spreads over your face silently

like the silence in the room of the university student

while the tempest intensifies outside.

The leftover cloths of time gather here —

it’s quiet over here, almost warm

you can close your eyes and hear the approaching

             night —

that particular walk on its broken heels —

its voice, following behind its worn out veil,

has a certain distant kindness and

there is a silent happiness behind the closed

window shutters, as if you were touching, with

your sorrowful fingers, that same tortured hand

of our old friend. 

Perhaps a few stars were left outside in the autumn

like the moonshine glasses left in the living room

with a few drops of cognac, after the visitors left along

with Nausicaa with a small twig lighting her shoulder

and mother, inside the evening mirror, was left all alone

trying to unhang her smile with her tired hand

in the same way she always takes the pins off her hair

             every evening.

Then suddenly the wind stopped

and the dog’s yelp was heard in the yard of the hanged

man, then the sound of the clock was heard

in the room like rain falling drop by drop in the

            darkened sea.

Put another blanket on the bed

it’s cold in the morning hours. Then, what were

we saying? Ah, yes, I almost forgot that letter.

The postman brought it in the afternoon. Perhaps it’s

            from your sister.

Your knees look so sad under the table like

the coiled ropes of a ship in the harbour during

          the winter

like the lamps that were left lighted at dawn

in a room next to the shore with the empty canary cage

and the burnt out cigarette in the metal sink.

But I don’t want, I can’t stay inside here with

this picture that felt sleepy in its smile,

the light shine on grandfather’s forgotten glasses  

the coffee cup with the cigarette butts, the old

            newspaper.

How can you invert the idol of the evening in the mirror?

The glasses again, the cigarette butts — all the same;

nothing changes inside this mirror.

And a falling star lighted the mouth of the captain,

           locked on his pipe — he doesn’t talk;

a lonely horse vanishes in the forest;

an eye takes aim through the hole of the night.

No one talks. The moored ship with the turned off lights;

slowly, slowly; give me your hand, here is mine; don’t

say anything; but wake up early tomorrow morning; dawn

can’t wait — the light will shine on the trees tomorrow;

the windows facing the shore will say good morning

             to the sun tomorrow;

the sun never forgives such delays.

https://www.amazon.com/dp/B09GZGTBC4

Γιώργος Θέμελης: Δενδρόκηπος (IV)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Δενδρόκηπος

IV

Πρέπει να ’χεις περάσει από χαρτοπαίγνιο
Και να ’χεις αγρυπνήσει νύχτες πολλές,
Για να μπορείς ν’ αλλάζεις την τύχη,
Όπως αλλάζει κανείς χειρόκτια.

Τα χειρόκτια είναι, αλήθεια,
Από τα πιο σημαντικά πράγματα του κόσμου,
Όπως τ’ άδεια κοχύλια, τα πετράδια, τα κλειδιά.

Αγαπώ απ’ όλα τούτα πιο πολύ
Τα χειρόκτια, για τη συγγένεια
Με τ’ αληθινά χέρια και την τυφλή θεά.

Έχουν σχέση βαθιά τα χέρια, τα χειρόκτια κι η τύχη,
Ο ύπνος και το ξημέρωμα,
Η γέννηση κι ο θάνατος.

Παίζοντας με τραπουλόχαρτα είναι σα να ξιφουλκείς
Να σκοτώσεις τ’ αντρείκελα που παίζουν.
Μα το ξίφος σου είναι ξύλινο και δεν μπορείς,
Γίνεσαι αντρείκελο και συ και παίζεις με την ψυχή σου.

Σαν χάσεις την ψυχή σου, δεν έχεις να παίξεις
Με ποιον — παίζεις με τον εαυτό σου,
Μόνος, αντικριστά, ενώπιος ενωπίω.

Σαν χάσεις τον εαυτό σου, δεν έχει να παίξεις
Με ποιον — έρχεται ο…

View original post 183 more words