Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΕΝΑ ΠΟΝΤΙΚΙ

 

Όλη τη νύχτα τύμπανα, φωνές, μεθυσμένα τραγούδια,

φωτιές στις πλατείες, κοκκίνισε ο τόπος, κοκκίνιζαν

τα κλεισμένα δωμάτια. Ίσως να σφάζαν τ’ αγάλματα πάλι,

ίσως να καίγαν ομοιώματα θεών ή τυράννων. Ένα ποντίκι

στεκότανε στα πόδια του Σταυρού και κοιτούσε με κόκκινα μάτια

απορημένο άν θα χτυπούσε στην ώρα του το ξυπνητήρι του μεταλλωρύχου,

άν τούτη η πυρκαγιά της νύχτας θα κατέληγε στη μουσική.

 

 

MOUSE

 

All night long drums, voices, drunken songs,

fires in the plazas; the landscape turned red; the closed

rooms turned red. Perhaps they were butchering the statues again;

perhaps they were burning effigies of gods or tyrants. One mouse

stood under the cross and stared with red eyes

wondering whether the alarm clock of the miner would strike on time,

whether this night fire would turn into music.

 

 

Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

 

Advertisements

Yannis Ritsos

Ritsos_front large

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΟΝΟΜΑΣΤΗΚΕ “ΟΔΟΣ ΠΑΖΟΛΙΝΙ”

Πλατύ πρωινό τής Ρώμης πού πλαταίνει τό σύμφωνο λάμδα
μές στίς φωνές τών μικροπωλητών, στά λάστιχα τών λεωφορείων,
καί στή σιωπή τών αγαλμάτων.
Ώχρα σκιασμένη στίς ανατολικές προσόψεις
τών μαγαζιών καί τών μεγάρων. Πόρτες καί πόρτες
συγκρατούν τά ημικύκλια τών ίσκιων σ’ ένα κ ά π ο τ ε. Παράξενο,
— είπε —
σέ μιάν αρχαία πολιτεία, μέ κόκκινα καί κίτρινα σκοτεινά χρώματα,
νά υπάρχουνε παιδιά κρατημένα απ’ τό χέρι τής μάνας τους
σ’ αυτούς τούς πολυσύχναστους δρόμους, κάτω από αναρίθμητα παράθυρα,
εδώ
πού ο Παζολίνι σεργιανούσε τίς νύχτες του, — Στατσιόνε Τέρμινι, εδώ
πού σ’ ένα υπαίθριο σανιδένιο κιόσκι ένας χοντρός σύγχρονος Νέρων
πουλούσε στούς περιηγητές πολύχρωμα φουλάρια. Αγόρασα ένα κόκκινο
τό `δεσα στό λαιμό μου, καί καταμεσής τού δρόμου σφύριξα:
Ε μ π ρ ό ς _ τ ή ς _ γ ή ς _ ο ι _ κ ο λ α σ μ έ ν ο ι, _ Ε μ π ρ ό ς _ τ ή ς _ γ ή ς _
ο ι _ κ ο λ α σ μ έ ν ο ι.

 

THE STREET THAT WAS NOT NAMED “PASOLINI STREET”

 

Wide morning in Rome that widens the consonant…w

amid the yelling vendors, the tires of buses,

and the silence of the statues.

Ocher shadowed in the eastern facades

of stores and buildings. Doors and doors uphold

the semicircles of shadows at once upon a time. Strange

– he said –

in an ancient city with red and dark yellow colors

to find children held by their mother’s hand

in these very busy streets under the countless windows,

here

where Pazolini saunter at night – Termini Station, here

in the outdoor wooden kiosk a contemporary fat Nero was

selling colorful scarves to tourists. I bought a red one,

I tied it around my neck and in the midst of the street I whistled:

 

C o m e  o n  a l l  t h e  e a r t h’ s  s i n f u l,  C o m e  o n  a l l  t h e

e a r t h’ s  s i n f u l.

 

 

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS//Translated by Manolis Aligizakis

George Seferis_cover

Από το βιβλίο ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ/From the book MYTHISTOREMA

XXI

We who started out on this pilgrimage
looked at the broken statues
we lost ourselves and said life is not exhausted
so easily
that death has unfathomable ways
and its own special justice

that when we died standing on our feet
like brothers inside the stone
united in toughness and weakness
the ancient dead escaped the circle and have
been reborn
and smile in a peculiar silence.
ΚΑ’

Εμείς που ξεκινήσαμε για το προσκύνημα τούτο
κοιτάξαμε τα σπασμένα αγάλματα
ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δε χάνεται η ζωή τόσο
εύκολα
πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητους
και μια δική του δικαιοσύνη,

πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,
οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ’ τον κύκλο και
αναστήθηκαν
και χαμογελάνε μέσα σε μια παράξενη ησυχία.
~Γιώργου Σεφέρη-Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2012
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012

CONSTANTINE CAVAFY–ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΒΑΦΗ

cavafy copy
SCULPTOR OF TYANA

As you may have heard, I am not a beginner.
Some good quantity of stone goes through my hands
and in my home country, Tyana, they know me
well; and here the senators have ordered
a number of statues from me.

Let me show you
some right now. Have a good look at this Rhea;
venerable, full of forbearance, really ancient.
Look closely at Pompey. Marius,
Aemilius Paulus, the African Scipio.
True resemblances, as true as I could make them.
Patroklos (I’ll have to touch him up a bit).
Close to those pieces
of yellowish marble over there, is Caesarion.

And for a while now I have been busy
creating a Poseidon. I carefully study
his horses in particular, how to shape them.
They have to be so light that their bodies,
their legs show that they don’t touch
the earth but run over water.

But here is my most beloved creation
that I worked with such feeling and great care
on a warm summer day
when my mind ascended to the ideals
I had a dream of him, this young Hermes.

~ Constantine Cavafy, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

ΤΥΑΝΕΥΣ ΓΛΥΠΤΗΣ

Καθώς που θα το ακούσατε, δεν είμ’ αρχάριος.
Κάμποση πέτρα από τα χέρια μου περνά.
Και στην πατρίδα μου, τα Τύανα, καλά
με ξέρουνε, κ’ εδώ αγάλματα πολλά
με παραγγείλανε συγκλητικοί.
Και να σας δείξω
αμέσως μερικά. Παρατηρείστ’ αυτήν την Ρέα
σεβάσμια, γεμάτη καρτερία, παναρχαία.
Παρατηρείστε τον Πομπήιον. Ο Μάριος,
ο Αιμίλιος Παύλος, ο Αφρικανός Σκιπίων.
Ομοιώματα, όσο που μπόρεσα, πιστά.
Ο Πάτροκλος (ολίγο θα τον ξαναγγίξω).
Πλησίον στου μαρμάρου, του κιτρινωπού
εκείνα τα κομμάτια, είν’ ο Καισαρίων.

Και τώρα καταγίνομαι από καιρό αρκετό
να κάμω έναν Ποσειδώνα. Μελετώ
κυρίως για τ’ άλογά του, πώς να πλάσσω αυτά.
Πρέπει ελαφρά έτσι να γίνουν που
τα σώματα, τα πόδια των να δείχνυον φανερά
που δεν πατούν την γη, μον τρέχουν στα νερά.

Μα να το έργον μου το πιο αγαπητό
που δούλεψα συγκινημένα και το πιο προσεκτικά
αυτόν, μια μέρα του καλοκαιριού θερμή
που ο νους μου ανέβαινε στα ιδανικά,
αυτόν εδώ ονειρευόμουν τον νέον Ερμή.

~ Constantine Cavafy, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2011

Image

XXI

We who started out on this pilgrimage
looked at the broken statues
we lost ourselves and said life is not so easily lost
that death has unfathomable ways
and his own special justice;
that when we died standing on our feet
like brothers inside the stone
united in toughness and weakness
the ancient dead have escaped the circle and have
been reborn
and smile in a peculiar silence.

KA’

Εμείς που ξεκινήσαμε για το προσκύνημα τούτο
κοιτάξαμε τα σπασμένα αγάλματα
ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δε χάνεται η ζωή τόσο
εύκολα
πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητους
και μια δική του δικαιοσύνη,

πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,
οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ’ τον κύκλο και αναστή-
θηκαν
και χαμογελάνε μέσα σε μια παράξενη ησυχία.

~George Seferis-Mythistorema, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2012

George Seferis-Collected Poems/Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα

 

George Seferis_cover

ΚΑ΄

Εμείς πού ξεκινήσαμε γιά τό προσκύνημα τούτο
κοιτάξαμε τά σπασμένα αγάλματα
ξεχαστήκαμε καί είπαμε πώς δέ χάνεται η ζωή τόσο
εύκολα
πώς έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητους
καί μιά δική του δικαιοσύνη

πώς όταν εμείς ορθοί στά πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στήν πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι μέ τή σκληρότητα καί τήν αδυναμία
οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ’ τόν κύκλο καί αναστή-
θηκαν
καί χαμογελάνε μέσα σέ μιά παράξενη ησυχία.

XXI

We who started out on this pilgrimage
looked at the broken statues
we lost ourselves and said life is not so easily
lost
that death has unfathomable ways
and his own special justice

that when we die standing on our feet
like brothers inside the stone
united in toughness and weakness
the ancient dead have escaped the circle
they’re reborn
and smile with a peculiar silence.

Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
George Seferis-Collected Poems/Translation Manolis Aligizakis

It’s my honor and pleasure to inform you that my translation book “George Seferis-Collected Poems”, Libros Libertad, 2012, is a finalist (shortlisted) in the Greek National Literary Awards Competition in the translation category. The Greek National Literary Awards are the highest level of literary recognition same as the General Governor Awards here in Canada.

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=578672

Είναι μεγάλη μου τιμή και χαρά που πληροφορήθηκα ότι το βιβλίο απάντων Γεωργίου Σεφέρη σε μετάφρασή μου, Libros Libertad, έκδοση 2012, κατέληξε στη βραχεία λίστα του διαγωνισμού για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας στην κατηγορία Μετάφρασης

http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=578672

 

Yannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα

ritsos front cover

November 17th

 

Unbearable silence riddled by the bullets, bitter city

blood, fire, the fallen door, smoke, vinegar

who can say: I’m waiting from deep inside the black?

Young ropewalkers with oversize shoes, with a patch of fire on their foreheads,

red wire, red bird and the lone dog in the blockaded suburbs

while the most pale dawn appears behind the smoked up statues

and you can still hear the last cry fading in the streets

over the tanks, amid the random gunshots.

Then how can you sleep? Then how can you sleep?

 

-Diary of a Week

 

17 Νοεμβρίου


Βαριά σιωπή διάτρητη απ΄τους πυροβολισμούς, πικρή πολιτεία,
αίμα, φωτιά, η πεσμένη πόρτα, ο καπνός, το ξύδι,
ποιός θα πει περιμένω μέσα απ’ το μέσα μαύρο.
Μικροί σχοινοβάτες με τα μεγάλα παπούτσια μ΄έναν επίδεσμο φωτιά στο κούτελο,
κόκκινο σύρμα, κόκκινο πουλί και το μοναχικό σκυλί στ΄ αποκλεισμένα προάστια
ενώ χαράζει η χλωμότερη μέρα πίσω απ΄τα καπνισμένα αγάλματα
κι ακούγεται ακόμη η τελευταία κραυγή διαλυμένη στις λεωφόρους
πάνω απ΄τα τανκς μέσα στους σκόρπιους πυροβολισμούς..
Πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε; πως μπορείτε λοιπόν να κοιμάστε;

 

ΗμερολόγιομιαςΕβδομάδας

 

Yannis Ritsos-Selected Poems/ΓιάννηςΡίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα

Translation by Manolis Aligizakis/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.ekstasiseditions.com

Yannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα

Ritsos_front large

Τιμωρία

Μιά μέρα, ο χρόνος παίρνει τήν εκδίκησή του γιά λογαριασμό τών πικρα-

         μένων,

μιά μέρα τιμωρούνται οι ωραίοι αλαζόνες μέ τά βοστρυχωτά μαλλιά, τά

        μαύρα μουστάκια,

τά μυώδη σώματα, τά φαρδιά χέρια, τά πέτσινα βραχιόλια στό ζερβή

        καρπό τους,

αυτοί σ’ αμπάρια καραβιών ή σέ πρατήρια βενζίνας μέ μακριούς σωλήνες,

αυτοί, τά Σαββατόβραδα, μέ τό βαρύ ζεμπέϊκικο, μέ τά βαριά ματόκλαδα

       καί τό μαχαίρι,

αυτοί μέ τά χρυσά ρολόγια πού ποτέ δέν κοιτάζουν τήν ώρα. Τιμωρούνται.

Ξίγκια κρεμάνα στήν κοιλιά τους. Λίγο λίγο τό τρίχωμα μαδάει

στά μεριά καί στίς κνήμες τους. Φεύγουν τά καράβια. Δέν τούς παίρνουν.

        Μιά νύχτα

βλέπουν μέ ξέθωρο αλλήθωρο βλέμμα μές στή φωταψία τής κεντρικής λεω-

       φόρου νά περνάει

Αυτός πού ακόμη διατηρεί τό ωραίο, αλάνθαστο χαμόγελο τής πιό πικρής

       ζωής καί τό τραγούδι

εκείνο πού όλοι τό ξεχάσαν καί πού μόνος αυτός τό σφυρίζει. Τό χειρότερο

       απ’ όλα

είναι πού δέν καταλαβαίνουν τή βαθιά τους τιμωρία, καί γι αυτό

πιό γρήγορα καί πιό άσκημα γερνούν μέσα σέ άπλυτα σπίτια μέ τίς γριές

       αράχνες.

 

Punishment

One day, time takes its revenge on behalf of all

           the embittered people;

one day the beautiful braggarts with the curly hair and black

           mustaches are punished,

with the muscular bodies, the big hands, the leather bracelets on

           their left wrists,

the ones in the ships’ holds or the gas stations with their long pipes

the ones on Saturday nights with the sad zembeikikos dance, with the

           heavy eyelids and with the knife,

the ones with the gold watches who never check the time. They get punished.

Lard hangs from their bellies. Bit by bit their hair falls

off their thighs and calves. The ships leave. They don’t take them.

           One night

with a washed out crossed-eyed glance in the fully lit central

           plaza they see Him passing

He who still retains the beautiful, truthful smile of the most bitter

           life and the song

they have all forgotten and which only He whistles. The worst

           of all is

they don’t understand their severe punishment and for this

they age faster and more severely in their unwashed houses with

           theoldspiders.

 

Θάνατοι

Πέθαναν κι αυτοί τό ίδιο φυσικά κι απροσδόκητα. Κι είχαν αφήσει

κάτι μικρά σακούλια μέ μπαγιάτικα όσπρια καί κάτι άλλα

μέ μολυβένιους βώλους ή σπόρους φυτών καί λουλουδιών. Κανένας

δέν τ’ άνοιξε έκτοτε. Κανένας δέν έμαθε τί σκέφτονταν

γιά τή διάρκεια γενικώς ή τήν προσωπική τους διάρκεια. Εμένα

—είπε η Μαρία—μού κάνει εντύπωση πού τό κάθε σακούλι

είναι δεμένο μέ σπάγκο σέ άλλο χρώμα,—λεμονί, μενεξεδένιο,

λαδί, ασημί. Κόκκινο δέν υπάρχει. Έτσι είπε η Μαρία

καί μονομιάς κοκκίνησε ανεξήγητα τό πρόσωπό της. Εμείς

γείραμε τό κεφάλι, σάν θλιμμένοι, συμφωνήσαμε. Αργότερα

ξεθώριασαν κι οι σπάγκοι—δέ φαινότανε πιά πού τό κόκκινο λείπει.

Deaths

They also died naturally and unexpectedly. And they had left

some little bags with stale legumes and some others

with lead balls or with seeds of flowers and vegetables.

No one has opened them since. No one learned what they thought

about the duration in general or their personal duration.

To me – said Maria – it’s impressive that each little bag

is tied with a string of different color – yellow, purple,

olive green, silver. There is no red. Maria said this

and all of a sudden her face quite inexplicably turned red. We

bowed our heads as though being sorrowful; we agreed. Later on

the strings discolored – it wouldn’t show that the red was missing.

 

Η ακινησία τής σβούρας

Ήμερη αποδοχή τού ανεξήγητου, καθώς βραδιάζει. Μιά γυναίκα

στέκεται στό παράθυρο, κοιτάει τό λασπωμένο δρόμο τού προαστίου,

κοιτάει εκείνα τ’ αυτοδίδακτα φώτα τών λαϊκών εστιατορίων.

Έξω απ’ τ’ ανθοπωλείο είναι ο τυφλός λαχειοπώλης. Στήν αυλή

σκουριάζει τό ποδήλατο τού πεθαμένου παιδιού. Νά θυμάσαι—είπε.

Όποιος θυμάται, γνωρίζει σωστά. Τυλιγμένος ο σπάγκος

τριγύρω στήν ασάλευτη σβούρα,— ξύλινη σβούρα παλιωμένη,

αυτή πού περιέχει τόσους νεκρούς καί αγέννητους στροβίλους. Γι’ αυτό

        κιόλας

τίς πιό βαθιές, ανθρώπινες κινήσεις μας τίς επιβάλλει η ακινησία τών

        αγαλμάτων.

Ανάψαμε τσιγάρο. Κοιτάξαμε τά χέρια μας. Τ’ αγάλματα δέν είμαστε

        εμείς.

 

Motionlessness of the Top

Welcomed acceptance of the inexplicable, as the evening comes. A woman

stands by the window, looks at the muddy street of the suburb;

she stares at those self-taught lights of the low class restaurants.

The blind lotto vendor is outside the florist. The dead

child’s bicycle rusts in the yard. Remember – he said.

Whoever remembers, knows well. The thread is wrapped

around the motionless top – wooden old worn-out top,

the one containing so many dead and unborn whirls. And

          for this

our deepest human movements are imposed on us by the

          stillness of the statues.

We lighted a cigarette. We looked at our hands. We were not

          the statues.

 

 

 

Η αμαρτία

Έφυγαν, έφυγαν,—έλεγε. Έμειναν—έλεγε σέ λίγο. Έμειναν.

          Είναι.

Εύπιστες μέρες, χαμένες. Ήταν καί λίγα δέντρα.

Οι στέγες έγερναν ενδοτικότερα τούς ώμους τους. Ο Γιώργης

πάνω στή σκάλα διόρθωνε τή γύψινη γιρλάντα

νεοκλασικού σπιτιού. Πιό κάτω, στό λιμάνι

πρωτοστατούσανε οι φορτοεκφορτωτές. Κουβαλούσαν

μεγάλα ξύλινα κασόνια δεμένα μέ σκοινιά. Δυό σκύλοι

πήγαιναν άκρη άκρη στό δρόμο. Κείνες τίς μέρες

τό κυριώτερο τό κλείναμε σέ παρενθέσεις. Αυτός

μέ τόν επίδεσμο στό δεξί μάτι χάζευε τίς φτωχές βιτρίνες

μάζευε (πιθανόν καί για λογαριασμό μας) κάτι ελάχιστα αντικείμενα,

σπιρτόκουτα, λέξεις, εικόνες καί κάτι άλλα ανώνυμα καί αόρατα—

αδέξιος πάντα, μέ τά λασπωμένα του παπούτσια, κι ολότελα αθώος.

Τό απόλυτο—είπε—είναι η βαθιά μας αμαρτία. Κι όπως ανάβαν τα

          φώτα

στά πλοία, στά μπάρ, στά ξενοδοχεία, αυτό ακριβώς υπογραμμίζαν.

 

 

The Sin

They left, they left – he said. They stayed – he said in a while. They stayed.

           They exist.

Gullible days, wasted.  And there were a few trees.

The roofs leaned their shoulders more impressively. George,

on top of the ladder, was fixing the plaster festoon

of the neoclassical house. Further down in the harbor

the longshoremen were creating a havoc. They carried

large wooden boxes tied with ropes. Two dogs

walked edge to edge in the street. Those days

we enclosed in parentheses the most important things. Him

with the black patch over his right eye, gaping at the shabby

display-windows, he collected (perhaps also on our behalf) a few objects,

match boxes, words, images and some other nameless and

           invisible things –

always clumsy, with his muddy shoes and completely innocent.

The absolute – he said – is our grievest sin. And as the lights

          were turned on

on ships, in bars, in patisseries, they underscored exactly that.

“Yannis Ritsos-Selected Poems”, Ekstasis Editions, summer-fall, 2013

 Poetry by Yannis Ritsos, Translation by Manolis Aligizakis