Υπεράνθρωπος/Ubermensch

ubermensch_cover

 

Συγκέντρωση

 

 

Μαζευτήκαμε στην κεντρική πλατεία της κίτρινης πόλης,

νέοι αξύριστοι, κοπελιές με βυζιά που τρυπούσαν

τις μπλούζες τους, πουλιά πετούσαν πάνω απ’ το αιώνειο κενό,

σαν να καθόριζαν τα σύνορά του, κι ο γέροντας στεκόταν

απέναντι απ’ τους επίσημους.

Ολόασπρα τα γένια του, χέρια διάπλατα ανοιχτά λες

και πριν λίγο ξεπετάχτηκε απ’ τον καθρέφτη του σπιτιού,

εκεί που ήταν κι οι νεκροί μας όρθιοι, με γένια ένα μέτρο.

Δίπλα του γλάστρες και λουλούδια, κι όταν συνέχισε

την ομιλία του άρχισε πάλι μια σιργουλευτή βροχή

που τα πουλιά κρυφτήκαν στις βραγιές, οι επίσημοι

προτίμησαν να τρέξουν προς τη μπυραρία κι ο γέρος με

τα ολόασπρα γένια αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά ενός

ζητιάνου.

~ Μου αρέσουν εκείνοι που δουλεύουν και βρίσκουν τρόπους

να οικοδομήσουν την κατοικία του Υπερανθρώπου και

να ετοιμάσουν χωράφια, ζωντανά και σπαρτά. Έτσι ετοιμάζουν

τη δική τους δύση.

 

 

 

Gathering

 

We all gathered in the main plaza of the yellow city,

young men unshaven, girls with breasts poking through

their blouse, birds hovered over the eternal void as if to

define its borders, old man stood opposite the dignitaries.

His beard snow white, his arms wide open as though

he had just jumped off the family mirror where our dead

stood next to him, beards long and grey.

Flower pots and shrubs in the square were silent yet

when he started his discourse the rain recommenced,

birds found shelter in the bushes, dignitaries run to

the closest beer parlour and our old man with the white

beard fell asleep in the arms of the beggar.

 

~ I like those who build the house of Ubermensch, those

who work the fields the livestock, the crops. Thus

they prepare for their end.

Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

www.ekstasiseditions.com

www.manolisaligizakis.com

Advertisements

Neohellenic Poetry-An Anthology

ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ

 

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Η ρίζα ενός δέντρου μου τρώει το σχήμα
Μια πέτρα μου αγκυλώνει το δάχτυλο
Και μου γδέρνει το μυαλό
Τα μάτια μου γίνονται παρανάλωμα των φύλλων
Κουκουβάγιες τρυπώνουν μες στα ματόκλαδά μου
Τα βήματά μου αυτοκαταλύονται κατασταλάζουν
Γίνονται στόματα μες στα μνημεία των θάμνων
Μια πεταλούδα απομυζάει όλο μου το είναι
Τα ρουθούνια μου βγάζουν σπίθες και καπνούς
Όπως οι δράκοι που ήταν κοράλλια τον παλιό καιρό
Είναι όπως το γαϊδουράγκαθο μέσα στα χόρτα
Οι στρόβιλοι με ξεχνούν και μ΄ απαρνιούνται
Τα λουλούδια μου βγάζουν τη γλώσσα
Τα πεζούλια με υποσκελίζουν
Μισώ τα ελατήρια και εξαργυρώνω τη θέλησή τους
Είμαι ο χαϊδεμένος των κυμάτων όπως τα βότσαλα
Αρνήθηκα να υποχωρήσω μπροστά στον άνεμο
Να λιώσω μες στα καμίνια των λουτρών της ζέστης
Να καώ με τα κάρβουνα σαν καβούρι
Κάνω υπεράνθρωπες προσπάθειες να μιλήσω
Να σώσω τον εαυτό μου
Από την πυρκαγιά που μόνος μου άναψα
Λάμπω σαν το διαμάντι αλλά δεν είμαι άστρο
Τι είμαι λοιπόν αν δεν είμαι αυτό που είμαι
Ουράνιο σώμα ή γήινο, στερεό, υγρό ή αέρινο;

THE RIDDLE

The roots of a tree consume my shape

a stone pricks my finger

and skins my brain

my eyes become prey of the leaves

owls hide behind my eyelids

my steps self-delete, they stay still

they become mouths among the memorial shrubs

a butterfly sucks all of my being

sparks and smoke come out of my nostrils

like the dragons who were corals in ancient times

like the thistle among the grass blades.

Wind whirls forget of me and deny me

the flowers stick their tongues out to me

the terraces walk over me

I hate the springs and I trade their wishes

I’m the favored of the waves like the pebbles

I refused to retreat opposite the wind

to melt in the furnaces of heated baths

to burn on charcoal like a crab

to make superhuman efforts to talk

to save myself

from the conflagration I alone started

I shine like a diamond but I’m not a star

Who am I then if I’m not who I am

a heavenly or earthly body, massive, fluid or airy?

 

 

NEOHELLENIC POETRY — AN ANTHOLOGY, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, spring-summer 2017

Yannis Ritsos-Poems

Ritsos_front large

ΑΠΟΦΥΓΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ

 

Πώς έμειναν έτσι χωρίς νόημα μες στο ήσυχο απόγευμα

οι ωραίες γραμμές των λόφων, οι φωνές απ’ τ’ αμπέλια,

τα δυο λεωφορεία στον απέναντι δρόμο, πίσω απ’ τα ηλιοτρόπια,

τα λιόδεντρα, μισά στο φως, μισά στον ίσκιο, το ρολόι της εκκλησίας,

κι αυτός που πριονίζει αόρατος—πιθανόν ένα δέντρο

ή το σκαμνί της κωφάλαλης γριάς ή το μεγάλο τραπέζι

του παλιού πυρπολημένου πανδοχείου. Και τ’ άλογο ακόμη

που φάνηκε μέσα στις κίτρινες καλαμποκιές — δεν ξέρω

τί ν’ απαντήσω, δεν ξέρω γιατί. Και το φως κοκκινίζει,

και το μενεξεδένιο αχνίζει λίγο λίγο τα βουνά και τα χαρτιά μου.

 

 

AVOIDING TO ANSWER

 

How the beautiful lines of hills, the voices from vineyards

remained so meaningless in the quiet afternoon,

the two buses on the opposite street, behind the heliotropes,

the olive trees, half in the sunlight, half in the shade, the church clock

and the one who saws quite unseen – a tree perhaps

or the stool of the deaf old woman or the big table

of the old burnt-up hostel. And even the horse

that appeared amid the yellow corn fields – I don’t know

what to answer; I don’t know why. And the light turns red,

and the violet slowly steams up the mountains and my papers.

 

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

 

 

Karyotakis-Polydouri

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

Παρίσι

Παρίσι, ήταν καιρός τα ονείρατά μου
στο σκοτεινό πρωί σου να σκορπίσω
και να σ’ αφήσω παίρνοντας κοντά μου
τη θλιβερή χαρά να σ’ αγαπήσω.

Τώρα η Μεσόγειος λυγερή σειρήνα
που στο πλοίο μας γύρω αφροκοπάει
κι’ όλα του αφρού της τα κατάσπρα κρίνα
ένας σκοπός: μακριά σου να με πάη.

Κ’ ύστερα σα σιμώσουμε κει πέρα,
θάρθη προσταχτικό το φως ν’ ανοίξη
τα μάτια μου στην τρισγαλάζια μέρα
και την ενθύμησή σου να μου πνίξη.

Κ’ ύστερα τα νησιά της θα χυμήσουν.
Κ’ η Αθήνα, ξέρω, δε θ’ αργοπορήση.
Θε να στηθούνε να μου πολεμήσουν
της αμαρτίας τον έρωτα, Παρίσι!

Και θα θελήσουν να ξεχάσω πόσο
σου δόθηκεν αμέσως η ψυχή μου.
Καθώς χωρίς την έγνοια ν’ ανταμώσω
γύριζα μέσ’ στους δρόμους μοναχή μου.

Όμως παντού έπιανα εύκολα φιλίες
γιατί σα να με ξέραν μου γελούσαν
παντού, σπίτια και πάρκα κ’ εκκλησίες
κι’ όταν ξαναπερνούσα μου μιλούσαν.
Και θα θελήσουν να ξεχάσω, πόση
καινούργια νειότη συ μούχες χαρίσει,
πως τη μοίρα μου ακόμα έχω ανταμώσει
γυρίζοντας στους δρόμους σου, Παρίσι

 

PARIS

 

Oh Paris, it was time when

I scattered my dreams in your dark mornings

and now I leave you taking with me

the sorrowful joy that I love you.

 

The Mediterranean delicate siren

that flows around our ship

with all its frothy lilies

now takes me away from you

 

but we shall meet again in the future

when light will come carefully to open

my eyes before the gleaming blue day

that helps me live with your memory

 

and then its islands will charge

Athens, I know, isn’t far behind

and they’ll stand and fight

my sinful love for you, oh Paris,

 

and they will wish me to forget

how sweetly I gave you my soul

not longing to meet anyone

when I aimlessly saunter in your streets

 

Karyotakis-Polydouri/The Tragic Love Story, Libros Libertad, 2016

www.libroslibertad.com

Karyotakis-Polydouri//The Tragic Love Story

KARIOTAKIS_POLYDOURI_cover_Oct31.indd

 

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Ἀσημένιο τὸ μέτωπο. Καὶ ὡραῖα
τὰ μάτια σου ἐφωσφόριζαν γαλάζα.
Τὸ πιάνο καθὼς ἄνοιγες, δυὸ νέα
τριαντάφυλλα τρεμίζανε στὰ βάζα.
μὰ οἱ κρόταφοί σου ρόδα πλέον ὡραῖα.

Ἐπάλευαν τὰ χέρια σου, ἐκερδίζαν·
τὰ πλήχτρα ὑποχωρούσανε· τὶς νότες,
τὴ μελῳδία σὰν ἔπαθλο χαρίζαν.
Ἀκούαμε. Καὶ τὰ αἰσθήματα, δεσμῶτες
ποὺ τὴν ἐλευτερία τοὺς ἐκερδίζαν.

Δὲν θυμοῦμαι καλά, πέρασαν χρόνια,
πὼς εἶχες ὅμως λέω καὶ τραγουδήσει·
ἐξὸν ἂν ἐκελάηδησαν ἀηδόνια.
Λάλο ἢ βουβό, τὸ χεῖλο σου εἶναι βρύση,
ἐλάφια κουρασμένα ἐμὲ τὰ χρόνια.

Ἡ πεταλούδα πάντα θὰ πετάξει
ἀφήνοντας στὰ δάχτυλα τὴ γύρη.
Θρίσμα τὸ ἀντίο, τὸ χέρι σου μετάξι,
κι ἐχάθηκες. Ἀπὸ τὸ παραθύρι
ἡ πεταλούδα πάντα θὰ πετάξει…

 

TRIBUTE

 

Forehead of silver and your blue

eyes reflected beautifully

as you opened the piano

two fresh roses shivered in the vase

like flowers your temples bloomed.

 

Your hands fought and won

against the keys that retrieved

creating notes, the melody reward.

We listened. And the emotions-slaves

regained their freedom.

 

Years have gone, well I don’t remember,

though I  believe that you had also sung

unless the nightingales sang

whether silent or talking your lips are fountain

when my years are but tired deer.

 

Butterflies will always flutter

leaving the pollen on the hand

goodbye only but a rustle, your hand as silk

when you vanished; butterflies

will always fly out through the window.

Karyotakis-Polydouri/The Tragic Love Story, Libros Libertad, 2016

www.libroslibertad.com

Cloe and Alexandra

cloe-and-alexandra_cover_aug265

ΓΥΜΝΙΑ

 

Χθες βράδυ σ’ ονειρεύτηκα.

Με τα φώτα της πόλης για μάτια,

 

το σώμα γυμνό,

 

μυρωδιά ανοιξιάτικης λεύκας

και για μόνο κάλυμμα

 

το σκοτάδι.

                      

 

NAKEDNESS

 

Last night I dreamed of you.

Under the city lights

 

your body naked

 

scent of spring poplar

and for cover

 

only darkness.

 

~CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

 

The Second Advent of Zeus

merging dimensions cover

ΒΛΑΣΤΗΜΙΑ

 

Κι ο άγγελός μου με βλαστήμησε

που το αρχαίο δράμα εγκατέλειψα

στη μοναξιά του καύσωνα

 

μα σαν σηκώθηκε απ’ του κενοταφίου

τη δροσιά με γνωμικά με δίδαξε

 

για το καθήκον και για δόξα

και για της χώρας το καλό

όρκοι που κάναμε κάτω απ’ το βαθύ

 

ίσκιο της βελανιδιάς και στο στεγνό

τραγούδι των Μουσών

πικρό της πείνας στόμα που θυμούμαι

 

κι η πανάρχαιη ενοχή της φυλής μου

πετάχτηκε σαν σηκωμένος φαλλός

από θαλάσσια σπηλιά εικόνα τρομερή

 

που μου `λεγε: φύγε, πήγαινε εκεί

απ’ όπου ήρθες, στο χώμα τούτο

οι ρίζες σου ποτέ δεν θ’απλωθούν

 

 

 

CURSE

 

And my angel cursed me

for I left the ancient drama

to the loneliness of the heat

 

but when he rose from the fresh

cenotaph with old wise sayings

that spoke of duty and glory

 

and of the country’s good

original oath we took

under the thick shade of the oak tree

 

long song of the Muses and the mouth

of hunger I remember well

and the ancient guilt of my race

 

sprang up like erected phallous

from the sea-cave, horrible image

saying to me: go

 

return to the place you’ve come

say in this land

your roots will never spread

 

 

www.manolisaligizakis.com

www.ekstasiseditions.com

Übermensch//Υπεράνθρωπος

ubermensch_cover

ΕΛΕΓΕΙΑ

 

Και τότε στάθηκε μπροστά στο θρόνο, γέλασε για

τη σκουριασμένη κορώνα του βασιλιά κι είπε

με σοβαρή φωνή: στη λάσπη του μυαλού σου

κάθεται έν’ άσπρο περιστέρι, θα σ’ οδηγήσει

εκεί που ζουν άνθρωποι. ΄Αφησε το βράχο απ’ όπου

κρέμεσαι για χρόνια τώρα, αγκάλιασε το θάρρος

του ηττημένου στρατιώτη και κλάψε σαν νεογέννητο.

Για το καλό σου η φύση σου `δωσε τα δάκρυα, ο κόσμος

δεν είναι ούτε δικός σου, ούτε κανενός άλλου,

σάρκα είναι η δύναμή σου κι ο φόβος εργαλείο.

 

~ Είμαι του κεραυνού ο προάγγελος, μια βαριά

σταλαγματιά από τα μαύρα σύννεφα, που δεν είναι

άλλο παρά ο Υπεράνθρωπος.
REQUIEM

 

He then stood before the throne of the king.

He laughed at his tarnished crown and said

to him in a solemn voice: in the thick mud of

your thoughts it sits, the white dove that will lead you

where people live, let go of the rock you’ve hanged

for eons, embrace the courage of the defeated soldiers,

cry like a newborn, nature gave tears for your

benefit, the world isn’t yours, nor anybody else’s,

flesh is your strength and fear your tool.

 

~ I am the forerunner of thunderbolt, a heavy

raindrop from the black cloud, that is nothing

other than the Ubermensch.

www.manolisaligizakis.com

 

KARYOTAKIS-POLYDOURI

kariotakis_polydouri_cover1

ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ

Είμαι το λουλούδι που σιγά το τρώει το κρυφό σαράκι.
Δε με τυραννάει το άγριο κακοκαίρι, όπως τάλλα εμένα
και της χλωμιασμένης μου όψης δε μαδάνε ένα ένα τα φύλλα.
Οι καλές οι μοίρες κ’ οι κακές καρτέρι κι αν μώχουν στημένα,
σάμπως πεταλούδες να με τριγυρνάνε νοιώθω ανατριχίλα.

Είμαι το λουλούδι που σιγά το τρώει το κρυφό σαράκι.
Γέννημα και θρέμμα στην ψυχή μου μέσα το κακό φωλιάζει.
Και ζωή και χάρος είμαι, απ’ τη γελάστρα τύχη δεν προσμένω.
Αψηλό κι’ ωραίο στήνω το κορμί μου κι’ άλλο δε μου μοιάζει.
Όμως όταν δείξω τις πληγές μου στάστρα, θάμαι πεθαμένο.

 

I’M THE FLOWER

 

I’m the flower ravaged by a secret heart ache

the hot summer doesn’t bother me like other times

and the leaves of my wilted face don’t fall one by one.

Good omens and bad luck lurk ready to attack

and I shiver as if butterflies flutter all around me.

 

I’m the flower ravaged by a secret heart ache

the evil, born and raised in my soul, nests inside me.

I’m life and death and I don’t expect much from the foolish fate

I stand tall and beautiful unlike any other

and when I’ll show my wounds to the stars, I’ll be dead.

 

KARYOTAKIS-POLYDOURI//THE TRAGIC LOVE STORY, Libros Libertad, 2016

www.manolisaligizakis.com

Yannis Ritsos Review

Ritsos_front large

 

 

YANNIS, WE HARDLY KNOW YOU

In an age devoid of political radicalism in poetry, a White Rock translator takes a leap of fervor.

Unsuccessfully nominated nine times for the Nobel Prize for Literature, Greek poet Yannis Ritsos (1909 — 1990) is little-know in North America.

 

Manolis Aligizakis of White Rock hopes to change that. From among Ritsos’ 46 volumes of poetry, Cretan-born Manolis (his pen name excludes the last name Aligizakis) has translated fifteen of the poet’s books for an unusually hefty volume, Yannis Ritsos-Poems (Libros Libertad $ 34), presenting a panorama of Ritsos’ work from the mid 1930s to the 1980s.

Manolis first encountered Ritsos’ inspiring words as a young in Greece, in 1958, when composer Mikis Theodorakis — of Zorba the Greek fame — set to music some of Ritsos’ verses from Epitaphios — a work that had been burned by Greece’s right wing government at the Acropolis in 1936. “I was moved in an unprecedented way by the songs,” says Manolis. “They were like a soothing caress to my young and rebellious soul at a time when the Cold War was causing deep divisions in Greece and the recent civil war had seen our country reduced to ruins.”

Yannis Ritsos was an ardent nationalist who most notably fought with the Greek resistance during the Second World War. His 117 books, poetry, prose, plays and translations, are suffused with communist ideals. When Ritsos received the Star of Lenin Prize in 1975, he declared, “this prize is more important to me than a Nobel.”

The early deaths of Ritsos’ mother and his eldest brother from tuberculosis marked him deeply, as did his father’s commitment to a mental asylum, which led to economic ruin of his once wealthy family. Ritsos himself was in a sanatorium for tuberculosis from 1927 to 1931. In 1936 Ritsos’ Epitaphios was burned at the foot of Acropolis in Athens on orders from the right wing dictatorship of General Ioannis Metaxas. Epitaphios refers to the classic funeral oration for soldiers killed in war that was integral part of the Athenian burial law, and calls for national unity in a time of crisis.

From 1947 to 1952, Ritsos was jailed for his political activities. Under the military junta that ruled Greece between 1967 a d 1974, he was interned on the islands of Yiaros, Leros, and Samos before being moved to Athens

and placed under house arrest. Through it all he kept writing. And writing. It wasn’t uncommon for Ritsos to write 15 or 20 poems in one sitting.

Manolis says he has tried to remain as close as possible to the original Greek text, in order to preserve the linguistic charm of  Ritsos’ style. Sentences are restructured only when it seemed that the reader would

have difficulty grasping the poet’s true meaning.

“In Greek, the writer has a lot more freedom in ordering a sentence than one would in English, where the sequence of words is somewhat more strict.

“The books in the anthology are included whole, not selected poems from each. We had only a certain number of his books available and I felt it would be awkward to separate them satisfactorily.” Most of the poems in Yannis  Ritsos—Poems are appearing in English translation for the first time in North America.

“In choosing the materials, I noticed a transformation from his early days, when he was just the unknown defender of a cause, up to the period during his middle years, when he finds a variety of admirers from around the world.”

Ritsos’ later work, according to Manolis, reveals a mature poet, more laconic and precise, more careful with his words. “Then, near the end of Ritsos’ creative life, the poems reveal his growing cynicism and utter disillusionment with the human condition, after his world had collapsed around him several times… the human pettiness that drives some human lives shadows him with a deep disappointment that he appears to take with

him to his grave.”

The majority of lives don’t have happy endings Ritsos’ re-publication as a poet in Canadian English represents a rebirth of sorts.

The tradition of overtly political poetry has seemingly vanished in Canada. If only we cared enough about poetry in Canada to burn it.

 

~Alan Twigg, BC BookWorld, Sep/2010

Source: www.abcbookworld.com, current issue. page 19.