Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume III

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume III
AJAX
 

Λίγο πιο πάνω απ’ τ’ ακρογιάλι, λόφοι ολόκληροι, σαπίζουν
τα ρούχα των νεκρών πολεμιστών· σκεβρώνουν τα παπούτσια, σκουριάζουν οι πόρπες
απ’ τις μεγάλες υγρασίες και τις βροχές· λίγο λίγο έχει γίνει
ένα στρώμα παχύ, μαλακό· με την άνοιξη ξεπροβαίνουν κει πέρα
χιλιάδες πολύχρωμα αγριολούλουδα — μπορεί να παίρνουνε τα χρώματά τους
από κείνα τα ρούχα των νεκρών. Αν περπατήσεις πάνω τους θα νιώσεις
κάποια βαθιά, γαλήνια μαλακότητα — όχι αυτή της φθοράς και της αραίωσης, όχι,
μιαν άλλη μαλακότητα, του τελειωμένου και του ανύπαρκτου. Δαγκώνεις ένα φύλλο
κι αυτό δεν έχει γεύση. Κόβεις ένα λουλούδι· το κοιτάζεις·
βλέπεις μέσ’ απ’ τα πέταλά του ένα διάφανο τοπίο στο χρώμα και στο σχήμα
του λουλουδιού· — όλα είναι κοίλα, σε βαθιά κοιλότητα· μπορεί μ’ ένα βήμα
να περάσεις αντίπερα με τις ήσυχες λεύκες και τ’ άσπρο ποτάμι.
 
A little higher from the shore, the fighters’ cloths rot away
on hills upon hills, their shoes warp, their belts rust in
the moist and rain; slowly they all become a soft, thick layer
and when spring comes thousands of colorful flowers poke out
of the soil over there, which might take their colors from
the cloths of the dead. If you step on them, you might feel
a deep, serene softness, not that of decay and dissolution, no,
but a different softness of the final and inexistent. You
bite on a leaf and it has no taste. You cut a flower,
you look at it; you see among its petals a diaphanous
landscape in the color and shape of the flower; everything
is hollow in a deep concavity; with one step you might pass
over to the other side with the poplars and the white river.

Tasos Livaditis-Poems, Volume II

Tasos Livaditis-Poems, Volume II

Night Visitor 1972

ΑΛΚΟΟΛΙΣΜΟΣ

    Κρατούσα μια λάμπα και ακτέβαινα τη σκάλα, έπρεπε ν’ ανα-

καλύψω ποιός είμαι, τί είχα κάνεις το παρελθόν, και το σπίτι πώς

έστεκε ακόμα, αφού εμείς είχαμε κ΄’αποτε γκρεμίσει όλους τους

τοίχους, για να χωρέσουν εκείνοι που έφευγαν,

     στο βάθος, σακάτηδες χωρίς χέρια παίζαν την τύχη μου στα

χαρτιά, ο Ιησούς των μεθυσμένων περνολυσε το βράδυ μες στα θαμ-

πά φανάρια, κι έπαιρνα από πίσω το φονιά σκουπίζοντας τα ίχνη

του πάνω στο χιόνι, γιατί τώρα ήξερα,

     κι η γυναίκα, όταν πήγα να την αγκαλιάσω, έκανε μια μικρή

κίνηση και μπήκε σε μια δική της πόρτα, κλειστή, αφήνοντας με

έξω.

    Δώσε μου, Κύριε, να’ μαι νεκρός και μεθυσμένος.

    Άσε μου μόνο τ’ άστρα, που ήταν το ίδιο φιλικά ακόμα και

στους δρόμους που πυροβολούσαν.

Alcoholism

       I, holding a lamp, was going down the stairs; I had

to discover who I was, what I accomplished in the past;

yet, the house was still standing although we had once

pushed the walls down to make room for the one who

was leaving;

crippled men played my fortune in a card game,

at the far end; Jesus of the drunks was passing each

night along the foggy street lamps and I followed

the killer wiping his footprints in the snow, since

by now I knew; the woman, when I tried to hug her

made a light gesture and went into her door

leaving me outside.

       Oh Lord, please allow me to be dead and drunk.

       Only leave the stars which were friendly to me

even in the streets where they were shooting. 

Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, Στον τόπο αυτό ύπνος και ξημερώματα

To Koskino

Απ’ το λιμάνι στο σπίτι
πόσες φορές έκανα το δρόμο!
Στρίβεις μετά την εκκλησιά
και πάντα κάτι κόβει την ανάσα
το φεγγάρι, ο άνεμος
ή κάποιος νέος θάμνος ανήσυχος.
Απ’ το λιμάνι στο σπίτι
δέκα, δεκαοκτώ χρονώ
πέθανε η κυρά-Ξανθή
χάθηκε η κόρη
γκρεμίστηκε το κονάκι της τρελής.
Νύχτα προς το κτήμα
μαγικός χορός το γνωστό
απλώνεται μέσα μου
παραδοχή, επανάσταση
ξεκινούν απ’ το δικό μου χώμα.

View original post

Daily Dose of Bhagavad Gita

Be Inspired..!!

Chapter 3: Karma-yoga

TEXT 11

devan bhavayatanena
te deva bhavayantu vah
parasparam bhavayantah
sreyah param avapsyatha

Chapter 3 Verse 11

TRANSLATION

The demigods, being pleased by sacrifices, will also please you; thus nourishing one another, there will reign general prosperity for all.

PURPORT

The demigods are empowered administrators of material affairs. The supply of air, light, water and all other benedictions for maintaining the body and soul of every living entity are entrusted to the demigods, who are innumerable assistants in different parts of the body of the Supreme Personality of Godhead. Their pleasures and displeasures are dependant on the performance ofyajnasby the human being. Some of theyajnasare meant to satisfy particular demigods; but even in so doing, Lord Visnu is worshiped in allyajnasas the chief beneficiary. It is stated also in theBhagavad-gitathat Krsna Himself is the beneficiary of all kinds of

View original post 151 more words

Daily Dose of Bhagavad Gita

Be Inspired..!!

Chapter 3: Karma-yoga

TEXT 10

saha-yajnah prajah srstva
purovaca prajapatih
anena prasavisyadhvam
esa vo ‘stv ista-kama-dhuk

Chapter 3 Verse 10

TRANSLATION

In the beginning of creation, the Lord of all creatures sent forth generations of men and demigods, along with sacrifices for Visnu, and blessed them by saying, “Be thou happy by this yajna [sacrifice] because its performance will bestow upon you all desirable things.”

PURPORT

The material creation by the Lord of creatures (Visnu) is a chance offered to the conditioned souls to come back home—back to Godhead. All living entities within the material creation are conditioned by material nature because of their forgetfulness of their relationship to Krsna, the Supreme Personality of Godhead. The Vedic principles are to help us understand this eternal relation as it is stated in theBhagavad-gita: vedais ca sarvair aham eva vedyah. The Lord says that the purpose of theVedasis…

View original post 291 more words

Σταύρος Ζαφειρίου: Επί της ουσίας (14)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Επί της ουσίας (14)

— Επιφανειακή ανάγνωση, θα πεις,
μια κι η παρενδυσία
είναι μονάχα η κρούστα της ουλής,
οι ώρες της αναμονής
στις αίθουσες των αεροδρομίων∙
είναι οι πίνακες των αναγγελιών
που δείχνουνε την έξοδο του νου
προς την απόρροιά του.

[Ήρεμη πτήση και οι αναταράξεις προβλεπόμενες, στο πλαίσιο του φυσιολογικού. Έτσι κι αλλιώς, τόσο μακριά είναι το μάτι από τη γη, τόσο κοντά οι οδηγίες της φυγής, που αν δεν φοράς γυαλιά δεν τις διαβάζεις. Πάντως, θα ήταν συνετό να παραμείνεις δέσμιος της ζώνης ασφαλείας.]

Κι αν πλέον τα σημάδια των νεφών
δεν συνιστούν αξίωμα
αλλά συνθήκη αυτού που λεν «μεταμοντέρνο»
–κάτι σαν αναζήτηση
των Ιπποτών της Στρογγυλής Τραπέζης,
με παραθέματα ειδήσεων στη νοηματική–
μην ξεγελιέσαι∙

η αισθητική της ερημιάς των ουρανών
–παρά τη διάθεση της αποδόμησής της–
είναι ακόμη επιρροή
του ανελέητου εκείνου «γεννηθήτω»:
Πρώτα το σκότος, να μη φαίνεται η αρχή,
μετά το φως, να φαίνεται…

View original post 266 more words

Constantine P. Cavafy – Poems

ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ 1896

Εξευτελίσθη πλήρως. Μια ερωτική ροπή του

λίαν απαγορευμένη καί περιφρονημένη

(έμφυτη μολοντούτο) υπήρξεν η αιτία:

ήταν η κοινωνία σεμνότυφη πολύ.

Έχασε βαθμηδόν το λιγοστό του χρήμα

κατόπι τή σειρά   καί τή υπόληψή του.

Πλησίαζε τά τριάντα   χωρίς ποτέ έναν χρόνο

νά βγάλει σέ δουλειά    τουλάχιστον γνωστή.

Ενίοτε τά έξοδά του   τά κέρδιζεν από

μεσολαβήσεις πού   θεωρούνται ντροπιασμένες.

Κατήντησ’ ένας τύπος   πού άν σ’ έβλεπαν μαζύ του

Συχνά, ήταν πιθανόν   μεγάλως νά εκτεθείς.

Αλλ’ όχι μόνον τούτα.  Δέν θάτανε σωστό.

Αξίζει παραπάνω   τής εμορφιάς του η μνήμη.

Μιά άποψις άλλη υπάρχει   πού άν ιδωθεί από αυτήν

φαντάζει, συμπαθής   φαντάζει, απλό καί γνήσιο

τού έρωτος παιδί   πού άνω απ’ τήν τιμή

καί τήν υπόληψί του   έθεσε ανεξετάστως

τής καθαρής σαρκός του   τήν καθαρή ηδονή.

Απ’ τήν υπόληψί του;   Μά η κοινωνία πού ήταν

σεμνότυφη πολύ   συσχέτιζε κουτά.

DAYS OF 1896

He was utterly disgraced.    One of his erotic inclinations

literally forbidden      and condemned

(nonetheless inbred)    was the reason:

society was    quite puritanical.     

Bit by bit he lost    what little money he had;

then he lost his position,   and his reputation.

He was close to thirty years old    without ever having worked

as long as a year    at least at a job that we known of.

Sometimes he earned   his expenses from

Interceding in deals    that were considered shameful.

He ended up being the type of a person   who, if you were seen

with him often, it was possible    that you could be seriously discredited.

But this is not the whole story.  It wouldn’t be right.

Above all, his beauty deserves to be mentioned.

There is another point of view,   and if he is seen from that angle

he appears likable;    he seems a simple and pure

young man of love   who without any thought

placed above his honor    and his reputation   

the sensual delight   of his innocent flesh.

And his reputation?   But society,

prudish and stupid, made comparisons.

Daily Dose of Bhagavad Gita

Be Inspired..!!

Chapter 3: Karma-yoga

TEXT 9

yajnarthat karmano ‘nyatra
loko ‘yam karma-bandhanah
tad-artham karma kaunteya
mukta-sangah samacara

Chapter 3 Verse 9

TRANSLATION

Work done as a sacrifice for Visnu has to be performed, otherwise work binds one to this material world. Therefore, O son of Kunti, perform your prescribed duties for His satisfaction, and in that way you will always remain unattached and free from bondage.

PURPORT

Since one has to work even for the simple maintenance of the body, the prescribed duties for a particular social position and quality are so made that that purpose can be fulfilled.Yajnameans Lord Visnu, or sacrificial performances. All sacrificial performances also are meant for the satisfaction of Lord Visnu. TheVedasenjoin:yajno vai visnuh.In other words, the same purpose is served whether one performs prescribedyajnasor directly serves Lord Visnu. Krsna consciousness is therefore performance ofyajnaas it…

View original post 192 more words

Σταύρος Ζαφειρίου: Επί της ουσίας (12)

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Επί της ουσίας (12)

Τα βράδια όμως διάβαζες Rimbaud
και τ’ αυτοάνοσα ημιτελή του Kafka.
Γιατί όχι!

Γυρεύοντας ενδημικές και πρακτικές του πόνου,
βγάζοντας απ’ τ’ αζήτητα
τις γνωματεύσεις των αναπηριών
– πόσο απονήρευτα,
ή μήπως: πόσο πονηρά η εσώκλειστη ψυχή
επινοεί στο έρεβος το καθαρτήριό της!

Πόσο τ’ ολίσθημα προς την παραπραξία
γίνεται ανταλλακτικό του αυτόματου
που θα κεντήσει πάνω σου το κατηγορητήριο!

Κι ας επιμένει τόσο η υπεράσπιση
πως το παράπτωμα
δεν είναι παρά η διαπασών της αγωνίας,
η αποστροφή του λόγου που ξεκόλλησε
απ’ τους αρμούς του πηγαδιού
και αντηχεί σαν βούληση
στον ξεραμένο πάτο.

[Παρόλο που το βάθος του χαϊδεύει χορτασμένο την κοιλιά του, παρόλο που είναι δύσκολο, όλο και κάτι θα σκεφτείς για να αναστηλώσεις τη γκρεμισμένη γέφυρα κάτω απ’ τα βήματά σου∙ όλο και κάποιο δάνειο θα βρεις, να διαρρυθμίσεις εξαρχής το κτίσμα όπου στεγάζονται τα σύνδρομα και οι ανασφάλειές σου.]

Motti στην αρχή…

View original post 230 more words

Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

Poem by Tasos Livaditis

ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ

      Νύχτωνε, και στο παλιό σπίτι κατοικούσαν μόνο οι σκιές, “θεία

Ευδοκία, της είπα, τώρα πρέπει να σοβαρευτείς, είσαι πεθαμένη”,

μα εκείνη είχε το ίδιο αμήχανο χαμόγελο, όπως τότε, όταν έκρυβε

κάτι που δεν έπρεπε ακόμα να το μάθω,

      ο άγνωστος μας διηγόταν σημεία και τέρατα, εγκλήματα εδώ

και αιώνες, είπε και για μια μύγα, στο παιδικό τζάμι, που της

έκαψε τα φτερά, “από τότε στέκει εκεί και δε μ’ αφήνει” κι έδειχνε

πέρα, μακριά, το δρόμο που δεν μπόρεσε να πάρει,

      η ξενοδόχα, έλεγαν, έκλεβε κρυφά τα πτώματα και τα έθαβε

στα ντουλάπια, έτσι το ξενοδοχείο είχε πολλή κίνηση, γιατί έβρισκες

πάντα κάποιον που να μη σε διώχνει — κι ούτε κατάλαβα όταν

μου βύθισαν το μαχαίρι, σαν να μην ήμουνα εδώ ποτέ μου, κι

απλώς είχαν κρεμάσει ένα πανωφόρι στο κενό.

      Και κάθε τόσο ένα πουλί έπεφτε από ψηλά νεκρό, καθώς χτυπού-

σε πάνω στην απαγορευμένη πόρτα.

 THE EMPTY COAT

      Night fell and in the old house only the shadows remained “aunt

Eudokia” I said to her “get serious, you are dead now” but she retained

the same awkward smile, like back then when she hid something that

I wasn’t allowed to know as yet

     the foreigner narrated stories of signs and wonders, ancient old

murders; he also talked about a fly on the child’s glass and that he burnt

its wings “since then it stands there as if to punish me” and he pointed

far away to the road he never took

     the hotel woman, some said, robbed the cadavers; she then buried

them in the closets that the hotel was always busy because you always

found someone who wouldn’t ask you to leave — and I never felt it

when they pushed the knife in my body as though I’ve never existed

and they had simply hanged an empty coat over the void.

     And often enough from above a bird would fall dead as it bumped

onto the forbidden door.