Χρονοταξιδιώτης

Χρονοταξιδιώτης

Advertisements

Το πατρικό μου//family home

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ

 

Πήγα στο πατρικό μου και προσκύνησα

εκεί που κάποτε υπήρξα

βρέφος νιογέννητο

στην αγκαλιά της άγια μάνας

 

τέσσερις τοίχους είδα που καθόριζαν

το μέγεθος του λίγου χώρου

μέσα στ’ απέραντο, εκεί που άφησα

το πρώτο βρέφους κλάμα

ακόμα ολοφάνερα σχεδιασμένο

σε δυο μεγάλες πέτρες δυτικά

εκεί απ’ όπου κούρσευε ο γαρμπής

σημάδια ανεξίτηλα στην πέτρα

κι ήταν θαμπό εκεί στη σκοτεινιά

πρώτη φορά το φως που αντίκρυσα

 

κι είπα

 

σκληρός ο χρόνος μες στο άχρονο.

 

Πήγα στο πατρικό μου και προσκύνησα

το χώρο που τα πρώτα βάδισα βήματα

μοναχικό και σφαλισμένο παραθύρι,

πόρτα πεσμένη στ’ανατολικά

σαν θα `θελε διάπλατα το δρόμο

να μου δείξει μια μέρα που θ’ ακολουθούσα

 

κι είπα

 

απλός θεέ μου που `ναι ο κόσμος

απλή θεέ μου που `ναι η ζωή

 

κι είπα

 

απτός θεέ μου που ` ναι ο μονόδρομος

προς την απτή μεγαλωσύνη.

 

 

 

 

 

 

 

PILGRIMAGE

 

I went to my family home

a pilgrimage

to the place I once existed

a baby

in the arms of saintly mother

 

I found four walls defining

the length and width

of the small space

in the embrace of the infinite

my first cry I discovered

between two rocks to the west

where the wind incised

inerasable marks and

in the vague darkness of the corner

where my crib sat

 

and I said

 

time is rough

in the embrace of timelessness

 

I went to my family home

a pilgrimage

to the space where I took

my first steps

a baby

the lone window to the north

tightly shut

the lone door leaned to the east

as if wishing to open towards

the path I was meant to follow

 

and I said

 

oh god, so simple is the world

so simple is life

 

and I said

 

clearly defined is  the path,

oh god, to greatness

Tasos Livaditis-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis

 

III

“Ναι, αγαπημένη μου! Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.

 

Σάν είμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τι έχεις αγόρι;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινόφερνα το παιδικό κοντύλι
ήτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής ήταν που αργούσες

ακόμα
όταν τη νύχτα κοίταζα τ’ αστέρια ήταν γιατί μου λείπανε τα

μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα

δεν ήτανε κανείς. Κάπου όμως μες στόν κόσμο ήταν η καρδιά σου

που χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.

Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά — θυμάσαι; — μού

άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά

σα να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια

με γνώριζες. Γιατί πριν μπείς ακόμα στη ζωή μου

είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου

αγαπημένη μου.

 

III

 

Yes, my beloved. Long before I met you

I had waited for you. I had always waited for you.

 

When I was a child and my mother would see me sad

she would lean down and ask. What is it my boy?

I wouldn’t talk. I would only look behind her shoulder

at a world without you.

And as I would go back and forth with the pencil

it was as if I learned to write songs for you.

When I would touch the wet glass of the window it was

because you were late

when at night I would gaze the stars it was

because I missed your eyes

and when my doorbell rang and I opened

no one was there. However somewhere in the world

your heart was beating.

This way I lived. Always.

And when we first  met—you remember?—you

opened your arms ever so tenderly

as though you had known me for years. But of course

you knew me. Because before you came to my life

you had lived in my dreams

my beloved.

 

~TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, poetry, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2014

Constantine Cavafy

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

Η ΣΑΤΡΑΠΕΙΑ

 

Τί συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος

για τα ωραία και μεγάλα έργα

η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα

ενθάρρυνσι κ επιτυχία να σε αρνείται

να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες

και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.

Και τί φρικτή η μέρα που ενδίδεις

(η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις)

και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,

και πιαίνεις στον μονάρχη Αρταξέρξη

που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,

και σε προσφέρει σατραπείες και τέτοια.

Και συ τα δέχεσαι με απελπισία

αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.

Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει

τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών

τα δύσκολα και τ’ ανεκτίμητα Εύγε

την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.

Αυτά που θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,

αυτά που θα τα βρεις στη σατραπεία

και τί ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.

 

 

SATRAPY

 

How unfortunate though you are made

for great and beautiful deeds

your unjust fate always denies you

encouragement and success;

worthless habits, pettiness

and indifference distract you.

And what a horrible day when you give in

(the day you let yourself give in)

and you set out on the road to Susa

and you approach the monarch Artaxerxes

who favors you with a place at his court

and offers you satrapies and such.

And you accept them in despair

these things that you don’t want.

Your soul craves other things, yearns for other things:

the praise of the people and the sophists,

that difficult and priceless “Well Done”;

the Agora, the Theater, and the Laurels.

Will Artaxerxes give you these things?

Can your Satrapy provide them?

And what sort of life will you live without them?

 

~Κωνσταντίνου Καβάφη-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~C. P. Cavafy-Poems/translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, 2014

 

 

 

HELEN (excerpt) by YANNIS RITSOS, translated by Manolis Aligizakis

Ritsos

ΕΛΕΝΗ του ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ σε μετάφραση μου//HELEN by YANNIS RITSOS in my translation

Ναι, ναι, — εγώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πια δεν έρχεται. Κοντεύω
να ξεχάσω τα λόγια. Κι ούτε χρειάζονται. Πλησιάζει θαρρώ το καλοκαίρι·
σαλεύουν αλλιώς οι κουρτίνες —κάτι θέλουν να πουν,— ανοησίες. Η μια τους
έχει βγει κιόλας έξω απ’ το παράθυρο, τραβιέται, να σπάσει τους κρίκους,
να φύγει πάνω απ’ τα δέντρα, —ίσως κιόλας να ζητάει να τραβήξει
ολόκληρο το σπίτι κάπου αλλού— μα το σπίτι αντιστέκεται μ’ όλες τις γωνιές του
και μαζί του κι εγώ, παρότι νιώθω, εδώ και μήνες, ελευθερωμένη
απ’ τους νεκρούς μου κι απ’ τον ίδιο τον εαυτό μου· κι αυτή μου η αντίσταση,
ακατανόητη, αθέλητη, ξένη, είναι το μόνο δικό μου — ο δεσμός μου
με τούτο το κρεβάτι, με τούτη την κουρτίνα· — είναι κι ο φόβος μου, σα να κρατιέμαι
ολόσωμη απ’ αυτό το δαχτυλίδι με τη μαύρη πέτρα πού φοράω στο δείχτη.

 

Yes, yes, it’s me. Come sit for a while. No one comes anymore

I have almost forgotten

the words. Not that they are necessary. Summer must be

very close

the curtains stir — they wish to say something — nonsense.

One of them

pulls out of the window as if to break away from its hook

to fly

over the trees — perhaps it wishes to take the whole

house somewhere else — but the house resists in all

its corners

and I do too, although I feel, for a few months now, freed

from all my dead and from myself; and this resistance

of mine,

incomprehensible, spontaneous, foreign, is my one thing — my attachment

to this bed, to this curtain — and it is also my fear

as if my whole body

is held by this ring with the black stone, the one I have

on my pointer.

 

Katerina Anghelaki Rooke-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis

Katerina Rooks Selected Poems

Επιλεγμένα Ποιήματα Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ σε μετάφραση μου και εισαγωγικό σημείωμα από την κριτικό Χρύσα Νικολάκη μόλις κυκλοφόρησε στη Β. Αμερική///Selected poems by Katerina Anghelaki Rooke, in my translation and Introduction by the book critic Xrisa Nikolaki was just released in N. America.

https://libroslibertad.com/…/katerina-anghelaki-rooke-sele…/

https://www.amazon.com/dp/B07WH7SMZ6

Γιατί ‘Greece’ αντί ‘Hellas’. Γιατί ‘Greeks’ αντί ‘Hellenes’.

alampasis

‘’Σχέση με τους αρχαίους Έλληνες έχουμε εμείς, λένε οι Γάλλοι, οι Εγγλέζοι και οι Γερμανοί. Εμείς, που τους ανακαλύψαμε, τους αναστυλώσαμε, τους εξηγήσαμε. Για τους Ευρωπαίους οι νεοέλληνες είμαστε μια δράκα ανθρώπων απρόσωπη, ανάμεσα σε βαλκανιλίκι, τουρκολογιά και αράπηδες. Είμαστε οι ορτοντόξ. Με το ρούσικο τυπικό στη γραφή, με τους κουμπέδες και τους τρούλλους πάνω από τα σπίτια των χωριών μας, με ακτινογραφίες σωμάτων και σκουληκόμορφες φιγούρες αγίων στους τοίχους των εκκλησιών. Οι Ευρωπαίοι βλέπουνε τους πολιτικούς μας να ψηφίζουν στη Βουλή να μπει το «ορθόδοξος» στην ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατά τη διαταγή των παπάδων, και κοιτάνε ανακατωμένοι και ναυτιάζοντας κατά το θεοκρατικό Ιράν και τους Αγιατολάχους. Τέτοιοι οι βουλευτές μας, ακόμη και της Αριστεράς. ‘’Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί (sic) εκατάστρεψαν το έθνος’’. Έτσι γράφει ο Παπαδιαμάντης. (…) Οι νεοέλληνες ζούμε χωρίς εθνική ταυτότητα. Οι νεοέλληνες είμαστε ένα γέννημα μπασταρδεμένο και νόθο. Ούτε ίπποι ούτε όνοι, ούτε όνισσες…

View original post 9,113 more words

Yannis Ritsos-Poems//translated by Manolis Aligizakis

11007741_1028336327180072_6866849738460871477_n

ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

 

Ο άνεμος κουβεντιάζει μπροστά στα παράθυρα

όπως εκείνοι που πρόκειται να χωρίσουν.

Τα έπιπλα γίνονται σαν τα φτωχά κορίτσια που μαζεύουν

τις πεσμένες ελιές. Η βραδιά περπατάει κάτω απ’ τα λιόδεντρα

ολομόναχη, κι ο κάμπος με τα θερισμένα στάχυα

είναι μια άρνηση. Το παλιό δέρμα του τζίτζικα

μοιάζει μ’ ένα μικρό καμπαναριό γκρεμισμένο στα ξερά χόρτα.

 

Έρχεται αργότερα η ψιχάλα — κυνηγάει τα σπουργίτια,

αργά το φεγγάρι πλαγιάζει κάτου απ’ τα κυπαρίσσια

σαν το παρατημένο αλέτρι. Ο ζευγολάτης

κοιμάται κάτου απ’ το χώμα —

η γυναίκα του μονάχη με το σκυλί και το λιγνό βόδι.

 

Τα χέρια της σιωπής είναι παγωμένα

έτσι που δένει κάτου απ’ το πηγούνι της το μαύρο τσεμπέρι της.

Όμως στο ξύλο του αλετριού μένει το χνάρι του χεριού του πιο

δυνατό απ’ το χέρι του

κι η ράχη της καρέκλας κρατάει ζεστό το φάρδος της πλάτης του.

 

Για τούτα τ’ ασήμαντα πράματα — δεν ξέρω —

θέλω να γράψω ένα μικρό τραγούδι που να δείχνει πως δεν ξέρω

τίποτα για όλ’ αυτά, μόνο πως είναι αυτά όπως είναι

μονάχα, καταμόναχα κι ούτε ζητάνε καμιά μεσολάβηση

ανάμεσα σ’ εκείνα και σε κάποιον άλλον.

 

 

 

SOLIDARITY

 

 

The wind converses with the windows

like those who are going to separate.

The furniture becomes like the poor girls who gather

fallen olives. The evening walks under the olive trees

all alone and the field with harvested wheat

is a denial. The shed husk of the cicada

resembles a small bell-tower fallen on dry grass.

 

Later, the drizzle comes – it hunts the sparrows,

slowly the moon lies down under the cypresses

like the abandoned plow. The plowman

sleeps beneath the soil –

his wife alone with the dog and the thin ox.

 

The hands of silence are frozen

as she ties her black headscarf under her chin.

But the trace of his hand stays on the wood of the plow

more strong than his hand

and the chair’s back retains the warmth of his broad shoulder blades.

 

About these insignificant things – I don’t know –

I want to write a small song that will show I don’t know

anything about them, only that they are as they are

alone, completely alone and they don’t ask for any mediation

between themselves and someone else.

 

 

~Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Yannis Ritsos-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis

 

www.libroslibertad.com

 

www.authormanolis.wordpress.com

ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ

67797279_2402790259787420_3765668213774352384_n

Το μυθιστόρημα μου, ΣΤΗ ΔΙΝΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟΥ , σχεδόν έτοιμο να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Οστρια. Τους ευχαριστώ πολύ.

My novel SWAMPED is almost ready for release in Athens by the publisher OSTRIA PUBLICATIONS. (Title of the Greek Edition is, In the Whirl of the Stock Market)