Cloe and Alexandra

cloe-and-alexandra_cover_aug265

ΓΥΜΝΙΑ

 

Χθες βράδυ σ’ ονειρεύτηκα.

Με τα φώτα της πόλης για μάτια,

 

το σώμα γυμνό,

 

μυρωδιά ανοιξιάτικης λεύκας

και για μόνο κάλυμμα

 

το σκοτάδι.

                      

 

NAKEDNESS

 

Last night I dreamed of you.

Under the city lights

 

your body naked

 

scent of spring poplar

and for cover

 

only darkness.

 

~CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013

www.libroslibertad.com

www.manolisaligizakis.com

 

 

Advertisements

Kostas Karyotakis

379full-kostas-karyotakis

ΣΕ ΠΑΛΑΙΟ ΣΥΜΦΟΙΤΗΤΗ

Φίλε, ἡ καρδιά μου τώρα σὰ νὰ ἐγέρασε.
Τελείωσεν ἡ ζωή μου τῆς Ἀθήνας,
ποὺ ὅμοια γλυκὰ καὶ μὲ τὸ γλέντι ἐπέρασε
καὶ μὲ τὴν πίκρα κάποτε τῆς πείνας.

Δὲ θά ῾ρθω πιὰ στὸν τόπο ποὺ ἡ πατρίδα μου
τὸν ἔδωκε τὸ γιόρτασμα τῆς νιότης,
παρὰ περαστικός, μὲ τὴν ἐλπίδα μου,
μὲ τ᾿ ὄνειρο ποὺ ἐσβήστη, ταξιδιώτης.

Προσκυνητὴς θὰ πάω κατὰ τὸ σπίτι σου
καὶ θὰ μοῦ ποῦν δὲν ξέρουν τί ἐγίνης.
Μ᾿ ἄλλον μαζὶ θὰ ἰδῶ τὴν Ἀφροδίτη σου
κι ἄλλοι τὸ σπίτι θά ῾χουν τῆς Εἰρήνης.

Θὰ πάω πρὸς τὴν ταβέρνα, τὸ σαμιώτικο
ποὺ ἐπίναμε γιὰ νὰ ξαναζητήσω.
Θὰ λείπεις, τὸ κρασί τους θά᾿ ναι ἀλλιώτικο,
ὅμως ἐγὼ θὰ πιῶ καὶ θὰ μεθύσω.

Θ᾿ ἀνέβω τραγουδώντας καὶ τρεκλίζοντας
στὸ Ζάππειο ποὺ ἐτραβούσαμεν ἀντάμα.
Τριγύρω θά ῾ναι ὡραῖα πλατὺς ὁ ὁρίζοντας,
καὶ θά ῾ναι τὸ τραγούδι μου σὰν κλάμα.

 

FOR AN OLD FELLOW STUDENT

 

Now that my heart has aged, my friend

and my years in Athens have passed

sweetly and joyously in parties

and sometimes in the grief of hunger

 

I won’t ever return to the homeland that

graced me with the celebration of youth

but only as a hoping passerby

traveller with my dream that vanished

 

a pilgrim I’ll go back to your house

to find out they don’t know where you are.

Along with someone else I’ll meet your Aphrodite

while others will occupy the house of peace.

 

I’ll go to the tavern to re-order

the Samos wine we used to drink

I’ll miss you and their wine will taste different

yet I’ll drink and I’ll get drunk

 

singing and staggering I’ll go

to Zappeion where we used to go together

the horizon will be wide open all around

and my song will sound like a lament.

 

Kostas Karyotakis//NEOHELLENIC POETRY—AN ANTHOLOGY, Libros libertad, 2016

 

www.manolisaligizakis.com

Γιάννης Ρίτσος//Yannis Ritsos

ritsos_front-large

ΑΠΟΦΥΓΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ

 

Πώς έμειναν έτσι χωρίς νόημα μες στο ήσυχο απόγευμα

οι ωραίες γραμμές των λόφων, οι φωνές απ’ τ’ αμπέλια,

τα δυο λεωφορεία στον απέναντι δρόμο, πίσω απ’ τα ηλιοτρόπια,

τα λιόδεντρα, μισά στο φως, μισά στον ίσκιο, το ρολόι της εκκλησίας,

κι αυτός που πριονίζει αόρατος—πιθανόν ένα δέντρο

ή το σκαμνί της κωφάλαλης γριάς ή το μεγάλο τραπέζι

του παλιού πυρπολημένου πανδοχείου. Και τ’ άλογο ακόμη

που φάνηκε μέσα στις κίτρινες καλαμποκιές — δεν ξέρω

τί ν’ απαντήσω, δεν ξέρω γιατί. Και το φως κοκκινίζει,

και το μενεξεδένιο αχνίζει λίγο λίγο τα βουνά και τα χαρτιά μου.

 

 

AVOIDING TO ANSWER

 

How the beautiful lines of hills, the voices from vineyards

remained so meaningless in the quiet afternoon,

the two buses on the opposite street, behind the heliotropes,

the olive trees, half in the sunlight, half in the shade, the church clock

and the one who saws quite unseen – a tree perhaps

or the stool of the deaf old woman or the big table

of the old burnt-up hostel. And even the horse

that appeared amid the yellow corn fields – I don’t know

what to answer; I don’t know why. And the light turns red,

and the violet slowly steams up the mountains and my papers.

 

 

 

YANNIS RITSOS — POEMS, Ekstasis Editions, 2013

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ — Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

 

www.manolisaligizakis.com

C. Cavafy//Κ. Καβάφης

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local.jpg

Ο ΘΕΟΔΟΤΟΣ

Άν είσαι απ’ τους αληθινά εκλεκτούς

την επικράτηση σου κύταζε πώς αποκτάς.

Όσο κι άν δοξασθείς, τα κατορθώματα σου

στην Ιταλία και στην Θεσσαλία

όσο κι άν διαλαλούν η πολιτείες

όσα ψηφίσματα τιμητιμά

κι άν σ’ έβγαλαν στη Ρώμη οι θαυμασταί σου

μήτε η χαρά σου, μήτε ο θρίαμβος θα μείνουν,

μήτε ανώτερος—τί ανώτερος—άνθρωπος θα αισθανθείς

όταν, στην Αλεξάνδρεια, ο Θεόδοτος σε φέρει,

επάνω σε σινί αιματωμένο,

του αθλίου Πομπήϊου τό κεφάλι.

 

Και μη επαναπαύεσαι που στην ζωή σου

περιωρισμένη, τακτοποιημένη, και πεζή,

τέτοια θεαματικά και φοβερά δεν έχει

Ίσως αυτήν την ώρα εις κανενός γειτόνου σου

το νοικοκερεμένο σπίτι μπαίνει—

αόρατος, άυλος—ο Θεόδοτος,

φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι.

 

 

THEODOTOS

 

If you are truly one of the chosen,

look carefully at how you gain your power.

No matter how much you are glorified, no matter

how loudly the cities in Italy and Thessaly

praise your achievements, no matter

how many decrees in your honor

are issued by your admirers in Rome,

neither your joy nor your triumph will last,

and how superior—what does it mean superior?

are you going to feel, when in Alexandria, Theodotos

brings you, on a blood-stained tray

the head of a despondent Pompeius.

 

And don’t content yourself with the fact

that in your banal, restrained, and regulated life

such phenomenal and terrifying things don’t happen.

Perhaps at this hour Theodotos—invisible, fleshless—

enters the well-ordered house of your neighbor

carrying such a hideous head.

 

CONSTANTINE CAVAFY — SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions., Victoria, BC, 2014

 

http://www.manolisaligizakis.com

 

Cloe and Alexandra

Cloe and Alexandra_cover_aug265

ΕΝΟΧΗ

Ένοχη, το ομολογώ.
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο,
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
ποίημα της ζωής μου.

 

GUILTY

I’m guilty, I confess.
The last poem I wrote for you.
Mitigating circumstances: the rain
the endless cigarettes, alcohol
perhaps even your body
as memory of what never happened.
In reality I wrote about some other things
for that story in the Garden,
that you never took the courage
you never learned
you never asked.
And last night, I confess
I wrote a verse for you
sorrowful and naked
in this smudgy always half finished
poem of my life.

~CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.vequinox.wordpress.com

AUTUMN LEAVES

12063462_167231683631456_8618851483504133518_n

ΑΓΑΠΗΣ ΠΟΙΗΜΑ

Γράψε μου ένα ποίημα
είπες
που να μιλά γι’ αγάπη

τα χείλη σου θα περιγράφει
είπα
το χρώμα τους θα υπογραμίζει

θα συλλαμβάνει το γελάκι τους
κι έσκυψα με δέος περισσό

σα να `μουν μπρος στο άγαλμα
τ’ ολόγυμνο του Έρωτα

 

autumn leaves cover

LOVE POEM

Write a poem for me
you said
to talk of love

it’ll describe your lips
I said
their smile it will capture

their color it will accentuate
and I bowed in awe

as if before the statue
of naked Eros

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

WISLAWA SZYMBORSKA//ΒΙΣΛΑΒΑ ΣΥΜΠΟΡΣΚΑ

Szymborska_2011_(1)

ADVERTISEMENT

I am a tranquilizer.
I am effective at home.
I work well at the office
I take exams
I appear in court
I carefully mend broken crockery—
all you need do it take me
dissolve me under the tongue
all you need do is swallow me
just wash me down with water.

I know how to cope with misfortune
how to endure bad news
take the edge of injustice
make up for the absence of God
help pick out your widow’s weeds
What are you waiting for—
have faith in chemistry’s compassion.

You’re still a young man/woman
you really should settle down somehow.
Who said
life must be loved courageously?

Hand your abyss over to me—
I will line it with soft sleep
You’ll be grateful for
the four-footed landing.

Sell me your soul.
There’s no other buyer likely to turn up.

There’s no other devil left.

ΔΙΑΦΗΜΗΣΗ

Είμαι ναρκωτικό.
Επιδρώ καλά όταν με πιείς στο σπίτι.
Επιδρώ θετικά και στο γραφείο
περνάω εξετάσεις
παρουσιάζομαι στο δικαστήριο
ξανακολλώ σπασμένα κατσαρολικά—
μόνο πρέπει να με πιείς
να λυώσω κάτω απ’ τη γλώσσα σου
μόνο να με καταπιείς
με μια γουλιά νερό

Γνωρίζω να αναιρώ την ατυχία
να υπομένω τα δυσάρεστα νέα
να κάνω πιο ομαλή την αδικία
να εξαλείφω την έλλειψη του Θεού
να ελαφρύνω τον πόνο της χήρας
τί περιμένεις—
έχε εμπιστοσύνη στη συμπόνια της χημείας

Είσαι ακόμα νέα/νέος
καιρός να κατασταλλάξεις κάπου.
Ποιος είπε
ότι πρέπει να ζούμε τη ζούμε με θάρρος;

Έλα δώσε μου την άβυσσό σου
θα την απαλύνω με τον ύπνο
θα μ’ ευγνωμονείς
για την στα τέσσερα προσγείωσή σου

Πούλησέ μου την ψυχή σου.
Δεν υπάρχει άλλος αγοραστής.

THE PROFESSOR WALKS AGAIN

The professor has already died three times.
After the first death he was told to move his head.
After the second death he was told to sit up.
After the third he was even stood on his feet,
propped up by a stout and robust nanny:
let’s go for a nice walk now.

the brain has been badly damaged in an accident
look, it’s just a miracle the problems he’s overcome:
left right, light dark, tree grass, hurts eat.

Two plus two, professor?
Two, says the professor.
This time the answer’s better than before.

Hurts, grass, sit, bench.
And at the end of the path, once again, old as time,
cheerless, pallid,
thrice banished
the nanny they say is the real one.

The professor is just dying to be with her.
Once again he pulls away from us.

Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΠΕΡΠΑΤΕΙ ΞΑΝΑ

Ο καθηγητής έχει πεθάνει τρεις φορές κιόλας.
Μετά τον πρώτο θάνατο του είπαν να κουνήσει το κεφάλι του.
Μετά τη δεύτερο θάνατο του είπαν να ανακάτσει.
Μετά την τρίτη φορά σηκωνόταν όρθιος
με τη βοήθεια της σθεναρής κι εποίμονης νοσοκόμας:
ας πάμε για ένα ωραίο περίπατο τώρα.

Ο εγκέφαλος είχε τραυματιστεί άσχημα απ’ το ατύχημα
κοίταξε, είναι θαύμα που ξεπέρασε όλες τις δυσκολίες:
αριστερό – δεξί, φως – σκοτάδι, δέντρο – γρασίδι, πονάει – τρώγε.

Δύο και δύο πόσα κάνουν, κύριε καθηγητά;
Δύο, απαντά εκείνος.
Αυτή τη φορά η απάντηση είναι καλύτερη από πριν.

Πονάει, γρασίδι, κάθησε, παγκάκι.
Και στο τέλος του μονοπατιού, ξανά, γέρος σαν τον χρόνο
αγέλαστος, κατάχλωμος
τρεις φορές τιμωρημένος
η νοσοκόμα αυτή είναι, λένε, είναι η καλύτερη.

Ο καθηγητής πεθαίνει να ` ναι μαζί της.
Για μια φορά ακόμα φεύγει μακριά μας.
RETURNS

He came home. Said nothing.
Through it was clear something unpleasant had happened.
Put his head under the blanket.
Drew up his knees.
He’s about forty, but not at this moment.
He exists—but only as in his mother’s belly
seven layers deep, in protective darkness.
Tomorrow he will give a lecture on homeostasis
in megagalactic cosmonautics.
For now he’s curled up, fallen asleep.

ΓΥΡΙΣΜΟΣ

Γύρισε στο σπίτι. Δεν είπε λέξη.
Παρ’ όλο που ήταν φανερό
ότι κάτι άσχημο είχε συμβεί.
Έχωσε το κεφάλι του κάτω απ’ την κουβέρτα.
Δίπλωσε τα πόδια του.
Είναι γύρω στα σαράντα αλλά όχι αυτή τη στιγμή.
Υπάρχει μόνο στης μάνας του την κοιλιά
μέσα σε επτά στρώματα προστατευτικό σκότος.
Αύριο θα δώσει μία διάλεξη για την ομοιοστατική
σε γιγάντιους γαλαξίες και κοσμοναυτική.
Για την ώρα έχει κουρνιάσει, και κοιμάται.
Maria Wisława Anna Szymborska (2 July 1923 – 1 February 2012) was a Polish poet, essayist, translator and recipient of the 1996 Nobel Prize in Literature. Born in Prowent, which has since become part of Kórnik, she later resided in Kraków until the end of her life. She is described as a “Mozart of Poetry”. In Poland, Szymborska’s books have reached sales rivaling prominent prose authors: although she once remarked in a poem, “Some Like Poetry” (“Niektórzy lubią poezję”), that no more than two out of a thousand people care for the art.
Szymborska was awarded the 1996 Nobel Prize in Literature “for poetry that with ironic precision allows the historical and biological context to come to light in fragments of human reality”. She became better known internationally as a result of this. Her work has been translated into English and many European languages, as well as into Arabic, Hebrew, Japanese and Chinese.
Wisława Szymborska was born on 2 July 1923 in Prowent, Poland (now part of Kórnik, Poland), the daughter of Wincenty and Anna (née Rottermund) Szymborski. Her father was at that time the steward of Count Władysław Zamoyski, a Polish patriot and charitable patron. After the death of Count Zamoyski in 1924, her family moved to Toruń, and in 1931 to Kraków, where she lived and worked until her death in early 2012
When World War II broke out in 1939, she continued her education in underground classes. From 1943, she worked as a railroad employee and managed to avoid being deported to Germany as a forced labourer. It was during this time that her career as an artist began with illustrations for an English-language textbook. She also began writing stories and occasional poems. Beginning in 1945, she began studying Polish literature before switching to sociology at the Jagiellonian University in Kraków. There she soon became involved in the local writing scene, and met and was influenced by Czesław Miłosz. In March 1945, she published her first poem “Szukam słowa” (“Looking for words”) in the daily newspaper, Dziennik Polski. Her poems continued to be published in various newspapers and periodicals for a number of years. In 1948, she quit her studies without a degree, due to her poor financial circumstances; the same year, she married poet Adam Włodek, whom she divorced in 1954 (they remained close until Włodek’s death in 1986). Their union was childless. Around the time of her marriage she was working as a secretary for an educational biweekly magazine as well as an illustrator. Her first book was to be published in 1949, but did not pass censorship as it “did not meet socialist requirements”. Like many other intellectuals in post-war Poland, however, Szymborska adhered to the People’s Republic of Poland’s (PRL) official ideology early in her career, signing an infamous political petition from 8 February 1953, condemning Polish priests accused of treason in a show trial.[9][10][11] Her early work supported socialist themes, as seen in her debut collection Dlatego żyjemy (That is what we are living for), containing the poems “Lenin” and “Młodzieży budującej Nową Hutę” (“For the Youth who are building Nowa Huta”), about the construction of a Stalinist industrial town near Kraków. She became a member of the ruling Polish United Workers’ Party.
Like many communist intellectuals initially close to the official party line, Szymborska gradually grew estranged from socialist ideology and renounced her earlier political work. Although she did not officially leave the party until 1966, she began to establish contacts with dissidents. As early as 1957, she befriended Jerzy Giedroyc, the editor of the influential Paris-based emigré journal Kultura, to which she also contributed. In 1964, she opposed a Communist-backed protest to The Times against independent intellectuals, demanding freedom of speech instead.[12]
In 1953, Szymborska joined the staff of the literary review magazine Życie Literackie (Literary Life), where she continued to work until 1981 and from 1968 ran her own book review column, called Lektury Nadobowiązkowe. Many of her essays from this period were later published in book form. From 1981–83, she was an editor of the Kraków-based monthly periodical, NaGlos (OutLoud). In the 1980s, she intensified her oppositional activities, contributing to the samizdat periodical Arka under the pseudonym “Stańczykówna”, as well as to the Paris-based Kultura. The final collection published while Szymborska was still alive, Dwukropek, was chosen as the best book of 2006 by readers of Poland’s Gazeta Wyborcza.[4] She also translated French literature into Polish, in particular Baroque poetry and the works of Agrippa d’Aubigné. In Germany, Szymborska was associated with her translator Karl Dedecius, who did much to popularize her works there.
~WIKIPEDIA

Βισλάβα Συμπόρσκα–Βιογραφία

Η Βισουάβα Σιμπόρσκα (Wislawa Szymborska) γεννήθηκε το 1923 στο Κούρνικ της Πολωνίας (περιοχή της επαρχίας Πόζναν) κι από εκεί μετακινήθηκε στα οκτώ της χρόνια στην Κρακοβία, τόπο μόνιμης διαμονής της έκτοτε, ως το θάνατό της, την 1η Φεβρουαρίου του 2012, σε ηλικία 88 ετών. Σπούδασε φιλολογία και κοινωνιολογία στο φημισμένο πανεπιστήμιο της πόλης και εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ποίηση το 1945. Μέχρι το 1996, που της απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, είχε εκδώσει μόλις εννέα ποιητικές συλλογές και τέσσερα βιβλία με δοκίμια, ενώ μετέφρασε έμμετρη γαλλική ποίηση και για ένα διάστημα (1967-1972) σχολίαζε τακτικά άσημους μάλλον ξένους και Πολωνούς λογοτέχνες. Τιμήθηκε με το Φιλολογικό Βραβείο της Κρακοβίας (1995), το Πολωνικό Κρατικό Βραβείο για την Τέχνη (1963), το Βραβείο Γκαίτε (1991) και το Βραβείο Χέρντερ (1995) και υπήρξε διδάκτορας της Τέχνης, τιμής ένεκεν, στο Πανεπιστήμιο του Πόζναν. Ανήκει μαζί με τους Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ και Ταντέους Ρουζέβιτς στην κορυφή της πυραμίδας των μεταπολεμικών εκπροσώπων της λεγόμενης “Πολωνικής σχολής της ποίησης”, παρότι η αναγνώρισή της στην Ευρώπη, και ιδιαίτερα στον αγγλοσαξονικό χώρο έγινε πολύ αργότερα απ’ αυτούς.

Η Σιμπόρσκα από νωρίς διαγράφει το ποιητικό της κλίμα, γράφοντας ότι “δανείζεται λέξεις που βαραίνουν από πάθος και μετά προσπαθεί να τις κάνει να δείχνουν ελαφρές”. Η κλασικότροπη κομψότητα στον χειρισμό και την ανάπτυξη του ποιητικού της υλικού συνδυάζεται με μιαν ανάλαφρη προσέγγιση των πραγμάτων και έναν απατηλά εύθυμο σκεπτικισμό, όπου υφέρπει η επώδυνη συνείδηση της ανθρώπινης συνθήκης και περιπέτειας στον κόσμο, αλλά και η ζωντανή, εις πείσμα της θνητής μας μοίρας και της ιστορίας (όπου επαναλαμβάνεται συνήθως η τραγωδία), ελπίδα. Γιατί, για τη Σιμπόρσκα, ο κόσμος, παρά την ανασφάλεια, τον φόβο και το μίσος που εκτρέφει και καλλιεργεί η ανθρώπινη φύση μας, δεν παύει να προκαλεί και να εκπλήσσει, κι η φύση μαζί με την τέχνη παραμένουν πάντοτε οι καλύτεροι μεσίτες γι’ αυτό το όραμα (όπως κατέληξε στην εκδήλωση για την απονομή του Νόμπελ: “Οι ποιητές, φαίνεται, θα έχουν πάντοτε πολλή δουλειά”).

Κάποια από τα ποιήματα της Σιμπόρσκα, γραμμένα σε ανύποπτο χρόνο, αποκτούν μια δραματική επικαιρότητα σήμερα που ολόκληρη η ανθρωπότητα βιώνει το άγχος της τρομοκρατίας με μοναδική ένταση, και είναι δείγματα της βαθιάς ηθικής συνείδησης και εγρήγορσης που διατρέχει τελικά όλο το ποιητικό της έργο.

~Translation from the English into Greek by Manolis Aligizakis

Manolis Anagnostakis-Μανώλης Αναγνωστάκης

93119261_134154321279
Funereal

You passed too — and you too became: a good
fine man, a family man, a patriot
thirty six wreaths accompanied you, three speeches by vice-presidents
seven votes of approval for the superb service you offered

ah, Lavrentis, I only who knew what a scum you were
what a cheap bum who lived all your life in a lie
rest in peace, I won’t come to disturb your equanimity

(I shall try to exchange all my life with silence
with a heavy price and not only with my flesh as payment)

rest in peace as you have been all life-long: a good
fine man, a family man, a patriot.

You won’t be the first, not even the last.

Ἐπιτύμβιον

Πέθανες- κι ἔγινες και συ: ο καλός,
Ο λαμπρὸς ἄνθρωπος, ο οἰκογενειάρχης, ο πατριώτης.
Τριάντα ἕξη στέφανα σε συνοδέψανε, τρεις λόγοι ἀντιπροέδρων,
Ἑφτὰ ψηφίσματα για τις ὑπέροχες ὑπηρεσίες που προσέφερες.

Α, ρε Λαυρέντη, ἐγὼ που μόνο τὄξερα τί κάθαρμα ἤσουν,
Τί κάλπικος παρᾶς, μια ὁλόκληρη ζωὴ μέσα στο ψέμα
Κοιμοῦ εν εἰρήνῃ, δεν θα ῾ρθῶ την ἡσυχία σου να ταράξω.

(Ἐγώ, μια ὁλόκληρη ζωὴ μες στη σιωπὴ θα την ἐξαγοράσω
Πολὺ ἀκριβὰ κι ὄχι με τίμημα το θλιβερό σου το σαρκίο.)

Κοιμοῦ εν εἰρήνῃ. Ως ἤσουν πάντα στη ζωή: ο καλός,
Ο λαμπρὸς ἄνθρωπος, ο οἰκογενειάρχης, ο πατριώτης.

Δε θα ῾σαι ο πρῶτος οὔτε δα κι ο τελευταῖος.

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Translated by Manolis Aligizakis

ODYSSEUS ELYTIS

elyths

AXION ESTI — GENESIS

In the beginning the light And the first hour
when the lips still inside the clay
taste the things of the world
Green blood and golden bulbs in the earth
And most beautiful in its sleep the sea unfolded
ethereal unbleached gauzes
under the carob tree and the tall standing palm trees
There alone
crying grievously
I faced the world

My soul was searching for a Beacon and a Herald

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ – Η ΓΕΝΕΣΙΣ

Στην αρχή το φως. Και η ώρα η πρώτη
που τα χείλη ακόμη στον πηλό
δοκιμάζουν τα πράγματα του κόσμου
Αίμα πράσινο και βολβοί στη γη χρυσοί
Πανωραία στον ύπνο της άπλωσε και η θάλασσα
γάζες αιθέρος τις αλεύκαντες
κάτω απ’ τις χαρουπιές και τους μεγάλους όρθιους φοίνικες
Εκεί μόνος αντίκρυσα
τον κόσμο
κλαίγοντας γοερά

Η ψυχή μου ζητούσε Σηματωρό και Κήρυκα
~ Odysseus Elytis, AXION ESTI, translated by Manolis Aligizakis

SEVEN NOCTURNAL HEPTASTICHS//TRANSLATED BY MANOLIS ALIGIZAKIS

elyths

SEVEN NOCTURNAL HEPTASTICHS

VI

Unfathomable night bitterness with no end
sleepless eyelid
pain is burnt before sobbing
loss bends before is weighed

moribund ambush
when the syllogism of its futile meander
is shattered on the apron of its destiny

ΕΠΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ ΕΠΤΑΣΤΙΧΑ

VI

Ανεξιχνίαστη νύχτα πίκρα δίχως άκρη
βλέφαρο ανύσταχτο
πριν βρει αναφιλητό καίγεται ο πόνος
πριν ζυγιαστεί γέρνει ο χαμός

καρτέρι μελλοθάνατο
σαν ο συλλογισμός από τον μάταιο μαίανδρο
στην ποδιά της μοίρας του συντρίβεται

~ ORIENTATIONS, Odysseus Elytis, translated by Manolis Aligizakis
~ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ, Οδυσσέα Ελύτη, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη