Neohellenic Poetry-An Anthology

ΝΑΝΟΥ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗ

 

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Η ρίζα ενός δέντρου μου τρώει το σχήμα
Μια πέτρα μου αγκυλώνει το δάχτυλο
Και μου γδέρνει το μυαλό
Τα μάτια μου γίνονται παρανάλωμα των φύλλων
Κουκουβάγιες τρυπώνουν μες στα ματόκλαδά μου
Τα βήματά μου αυτοκαταλύονται κατασταλάζουν
Γίνονται στόματα μες στα μνημεία των θάμνων
Μια πεταλούδα απομυζάει όλο μου το είναι
Τα ρουθούνια μου βγάζουν σπίθες και καπνούς
Όπως οι δράκοι που ήταν κοράλλια τον παλιό καιρό
Είναι όπως το γαϊδουράγκαθο μέσα στα χόρτα
Οι στρόβιλοι με ξεχνούν και μ΄ απαρνιούνται
Τα λουλούδια μου βγάζουν τη γλώσσα
Τα πεζούλια με υποσκελίζουν
Μισώ τα ελατήρια και εξαργυρώνω τη θέλησή τους
Είμαι ο χαϊδεμένος των κυμάτων όπως τα βότσαλα
Αρνήθηκα να υποχωρήσω μπροστά στον άνεμο
Να λιώσω μες στα καμίνια των λουτρών της ζέστης
Να καώ με τα κάρβουνα σαν καβούρι
Κάνω υπεράνθρωπες προσπάθειες να μιλήσω
Να σώσω τον εαυτό μου
Από την πυρκαγιά που μόνος μου άναψα
Λάμπω σαν το διαμάντι αλλά δεν είμαι άστρο
Τι είμαι λοιπόν αν δεν είμαι αυτό που είμαι
Ουράνιο σώμα ή γήινο, στερεό, υγρό ή αέρινο;

THE RIDDLE

The roots of a tree consume my shape

a stone pricks my finger

and skins my brain

my eyes become prey of the leaves

owls hide behind my eyelids

my steps self-delete, they stay still

they become mouths among the memorial shrubs

a butterfly sucks all of my being

sparks and smoke come out of my nostrils

like the dragons who were corals in ancient times

like the thistle among the grass blades.

Wind whirls forget of me and deny me

the flowers stick their tongues out to me

the terraces walk over me

I hate the springs and I trade their wishes

I’m the favored of the waves like the pebbles

I refused to retreat opposite the wind

to melt in the furnaces of heated baths

to burn on charcoal like a crab

to make superhuman efforts to talk

to save myself

from the conflagration I alone started

I shine like a diamond but I’m not a star

Who am I then if I’m not who I am

a heavenly or earthly body, massive, fluid or airy?

 

 

NEOHELLENIC POETRY — AN ANTHOLOGY, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, spring-summer 2017

Advertisements

Cloe and Alexandra

cloe-and-alexandra_cover_aug265

ΠΡΟΧΕΙΡΟ ΣΤΡΩΜΑ

 

Αφού έφυγαν οι υπάλληλοι,

αργά το απόγευμα, την περίμενε

στο γραφείο του.

Ξεντύθηκαν, και η λαίμαργη γλώσσα του

έφτασε μέχρι τα πόδια της,

κι όπως ήταν παγωμένα

με το στόμα του τα ζέστανε.

Έσμιξαν στο πάτωμα,

σ’ ένα πρόχειρο στρώμα

από μεγάλα μαξιλάρια του καναπέ.

 

 

 

IMPROVISED BED

 

When the personnel left,

late in the afternoon, he

waited for her in his office.

They stripped naked and his hungry tongue

travelled down to her feet

frozen from the cold

he warmed them with his mouth.

They coupled on the floor,

on an improvised bed made of

the big pillows of the couch.

Cloe and Alexandra, Translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2013

www.manolisaligizakis.com

Cloe and Alexandra

Cloe and Alexandra_cover_aug265

ΕΝΟΧΗ

Ένοχη, το ομολογώ.
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο,
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
ποίημα της ζωής μου.

 

GUILTY

I’m guilty, I confess.
The last poem I wrote for you.
Mitigating circumstances: the rain
the endless cigarettes, alcohol
perhaps even your body
as memory of what never happened.
In reality I wrote about some other things
for that story in the Garden,
that you never took the courage
you never learned
you never asked.
And last night, I confess
I wrote a verse for you
sorrowful and naked
in this smudgy always half finished
poem of my life.

~CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.vequinox.wordpress.com

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΝΥΧΤΑ

Εκείνο τ’ ασημένιο κηροπήγιο, τοποθετημένο
ανάμεσα σε δυο κενά. Δοκίμασε
να σβύσει το κερί και να πλαγιάσει. Τότε
διέκρινε την ένταση της αναπνοής του
επάνω στην αντίσταση της φλόγας, διέκρινε
την καμπύλη της φλόγας—μια ελάχιστη
υπόκλιση (σ’ αυτόν;), μια συγκατάνευση,
κ’ ύστερα η τρέμουσα ευθυστασία.
Δεν πλάγιασε.
Έμεινε να παρατηρεί μες απ’ αυτή τη φλόγα,
σ’ ένα απροσμέτρητο, λησμονημένο βάθος,
εκείνο το ίδιο σώμα, ολόγυμνο, άτρωτο,
σε νέα ανάληψη, καθόλου φωταγωγημένη,
ενώ στο δεξί πόδι του ανερχόμενου, δεμένο
το ίδιο σκοινί, συνέχιζε να τον ακολουθεί.

 
ANOTHER NIGHT

That silver candleholder, placed
between two empty spaces. He tried
to put the candle out and go to bed. Then he
compared the strength of his breath
opposite the resistance of the flame,
he discerned the flame’s contour – a faint
bow (to him?) a consent,
and then the trembling upright pose.
He didn’t lie down.
He stayed and observed within this flame,
in an immeasurable, forgotten depth,
that same body, naked, invincible,
in a new ascension, not at all illuminated,
while on the right foot of the ascending, the same
rope was tied and kept following him.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.ekstasiseditions.com
http://www.libroslibertad.ca

AUTUMN LEAVES

12063462_167231683631456_8618851483504133518_n

ΑΓΑΠΗΣ ΠΟΙΗΜΑ

Γράψε μου ένα ποίημα
είπες
που να μιλά γι’ αγάπη

τα χείλη σου θα περιγράφει
είπα
το χρώμα τους θα υπογραμίζει

θα συλλαμβάνει το γελάκι τους
κι έσκυψα με δέος περισσό

σα να `μουν μπρος στο άγαλμα
τ’ ολόγυμνο του Έρωτα

 

autumn leaves cover

LOVE POEM

Write a poem for me
you said
to talk of love

it’ll describe your lips
I said
their smile it will capture

their color it will accentuate
and I bowed in awe

as if before the statue
of naked Eros

 

http://www.ekstasiseditions.com

 

George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

George Seferis_cover

MYTHISTOREMA

II

One more well inside a cave.
At other times it was easy for us to draw up idols and
ornaments
to please some friends who were still loyal to us.
The ropes have broken; only the grooves on the
well’s lip
remind us of our past happiness
the fingers on the well’s lip, as the poet put it.
The fingers feel the coolness of the stone, a little
that the body’s heat prevails over it
and the cave gambles its soul and loses it
every moment, filled by silence, without a drop of water.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Ακόμη ένα πηγάδι μέσα στη σπηλιά.
άλλοτε μας ήταν εύκολο ν’ αντλήσουμε είδωλα και
στολίδια
για να χαρούν οι φίλοι που μας έμειναν ακόμη πιστοί.

Έσπασαν τα σκοινιά, μονάχα οι χαρακιές στου πηγαδιού
το στόμα
μας θυμίζουν την περασμένη μας ευτυχία:
τα δάχτυλα στο φιλιατρό, καθώς έλεγε ο ποιητής.
Τα δάχτυλα νιώθουν τη δροσιά της πέτρας λίγο
κι η θέρμη του κορμιού την κυριεύει
κ’ η σπηλιά παίζει την ψυχή μας και την χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρίς μια στάλα.

~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis
~Γιώργου Σεφέρη, Άπαντα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
http://www.libroslibertad.ca

Tasos Livaditis-Selected Poems/Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα

cover

ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ

 

      Νύχτωνε, και στο παλιό σπίτι κατοικούσαν μόνο οι σκιές, “θεία

Ευδοκία, της είπα, τώρα πρέπει να σοβαρευτείς, είσαι πεθαμένη”,

μα εκείνη είχε το ίδιο αμήχανο χαμόγελο, όπως τότε, όταν εκρυβε

κάτι πού δεν έπρεπε ακόμα να μάθω,

      ο άγνωστος μας διηγόταν σημεία και τέρατα, εγκλήματα εδώ

και αιώνες, είπε και για μια μύγα, στο παιδικό τζάμι, που της

έκαψε τα φτερά, “από τότε στέκει εκεί και δε μ αφήνει” κι έδειχνε

πέρα, μακριά, το δρόμο που δεν μπόρεσε να πάρει,

      η ξενοδόχα, έλεγαν, έκλεβε κρυφά τα πτώματα και τα έθαβε

στη ντουλάπια, έτσι το ξενοδοχείο είχε πολλή κίνηση, γιατί έβρισκες

πάντα κάποιον που να μη σε διώχνει — κι ούτε κατάλαβα όταν

μου βύθισαν το μαχαίρι, σαν να μην ήμουνα εδώ ποτέ μου, κι

απλώς είχαν κρεμάσει ένα πανωφόρι στο κενό.

      Καί κάθε τόσο ένα πουλί έπεφτε από ψηλά νεκρό, καθώς χτυπού-

σε πάνω στην απαγορευμένη πόρτα.

 

 

THE EMPTY COAT

 

      Night fell and in the old house only the shadows remained, “aunt

Eudokia”, I said to her, “be serious, you are dead now”

but she retained the same awkward smile, like back then when she hid

something which I wasn’t allowed to know as yet

     the foreigner narrated stories of signs and wonders, ancient old

murders, he also talked about a fly on the child’s glass and that he burnt

its wings “since then it stands there as if to punish me” and he pointed

far away to the road he never took

     the hotel woman, some said, robbed the cadavers; she then buried

them in the closet so that hotel was always busy, because you always

found someone who wouldn’t ask you to leave—and I never felt it

when they pushed the knife in my body, as though I’ve never existed

and they had simply hanged an empty coat over the void.

     And often enough from above a bird would fall dead as it bumped

onto the forbidden door.

 

 

Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Tasos Livaditis-Selected Poems-Translation by Manolis Aligizakis

www.libroslibertad.ca