Η γυμνή κορασίδα έλαμψε στην αφίσα.
Καλοσχηματισμένο στήθος
που δίχως ντροπή
ν’ αγγίξεις πόθησες

Κι ο βασιλικός στο γλαστράκι μαράθηκε από ντροπή
και το καναρίνι στο κλουβί του σιωπηλό
προς τη γωνία εστιάστηκε
που η σκόνη έχει βασίλειό της

Και γδύνεσαι μπρος στον καθρέφτη
καθώς η κορασίδα στην αφίσα κράζει—

δώσ’ μου ζωή και δώσ’ μου ανάσα

έρωτας τ’ άγχος μου ν’ αναιρέσει


The naked girl flashes on the poster
her well-shaped breasts
that you crave to touch
shame not intended

and the basil in its small pot wilted of embarrassment
and the canary silent in its cage
stares at the corner where
the dust has its kingdom

and you undress before the mirror
and the poster girl cries out —

give me life and give me breath

my restlessness annulled by Eros
~ΑΘΙΒΟΛΕΣ, εκδόσεις ΦΙΛΝΤΙΣΙ, Αθήνα, Μάρτιος 2016

Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large


Εκείνο τ’ ασημένιο κηροπήγιο, τοποθετημένο
ανάμεσα σε δυο κενά. Δοκίμασε
να σβύσει το κερί και να πλαγιάσει. Τότε
διέκρινε την ένταση της αναπνοής του
επάνω στην αντίσταση της φλόγας, διέκρινε
την καμπύλη της φλόγας—μια ελάχιστη
υπόκλιση (σ’ αυτόν;), μια συγκατάνευση,
κ’ ύστερα η τρέμουσα ευθυστασία.
Δεν πλάγιασε.
Έμεινε να παρατηρεί μες απ’ αυτή τη φλόγα,
σ’ ένα απροσμέτρητο, λησμονημένο βάθος,
εκείνο το ίδιο σώμα, ολόγυμνο, άτρωτο,
σε νέα ανάληψη, καθόλου φωταγωγημένη,
ενώ στο δεξί πόδι του ανερχόμενου, δεμένο
το ίδιο σκοινί, συνέχιζε να τον ακολουθεί.


That silver candleholder, placed
between two empty spaces. He tried
to put the candle out and go to bed. Then he
compared the strength of his breath
opposite the resistance of the flame,
he discerned the flame’s contour – a faint
bow (to him?) a consent,
and then the trembling upright pose.
He didn’t lie down.
He stayed and observed within this flame,
in an immeasurable, forgotten depth,
that same body, naked, invincible,
in a new ascension, not at all illuminated,
while on the right foot of the ascending, the same
rope was tied and kept following him.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis

Κωστής Παλαμάς//Kostis Palamas



A fleshless string of beads made of songs
I haven’t given you today
with the spells and games of a charmer
I’ll cloy you, my love.

Naked. And like a vine I’ll climb
to taste your body that devours me
the tender hairs of your mound
with my fingers I’ll conflagrate

wine that enraptures and milk that soothes
to sleep drop by drop I’ll bring
to moisten you with all my body

and on your white sculptured legs
two vases that drive me crazy
my honey like a maniac, at last, I’ll ejaculate.

Ἀπὸ τραγούδια ἒν᾿ ἄυλο κομπολόϊ
σ᾿ ἐσὲ δεν ἦρθα σήμερα να δώσω.
Με τα παιγνίδια ἐγὼ θα σε λιγώσω
και με τα ξόρκια, ἀγάπη μου, ἑνὸς γόη.

Γυμνοί. Και σαν κισσὸς θα σκαρφαλώσω
για να φάω το κορμί σου που με τρώει.
Του λαγκαδιοῦ σου τη δροσάτη χλόη
με το χέρι θρασὰ θα την πυρώσω.

Το κρασὶ που ξανάφτει και το γάλα
που κοιμίζει, θα φέρω στάλα-στάλα,
μ᾿ ὅλο μου τὸ κορμί, νὰ σὲ ποτίσω.

Και στα πόδια σου τ᾿ ἀσπροσκαλισμένα,
δύο βάζα που μου παίρνουνε τα φρένα,
στερνὴ μανία το μέλι μου θα χύσω.


~Κωστή Παλαμά, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη




I touch the mirror
searching for

the feeling
of my motionless idol

opposite every move you make
naked on our bed

and smiling at me
you call me in your embrace

and I stop my search
for the unknown and imaginary

and hurriedly return
to your lustful kiss


Αγγίζω τον καθρέφτη
και για κάποιο ψάχνω

του γυαλιού συναίσθημα
το ακίνητο μου είδωλο

αντίθετα στο κάθε λύγισμά σου
επάνω στο κρεβάτι μας γυμνή

να μου χαμογελάς
να με καλείς στην αγκαλιά σου

κι αφήνω στη στιγμή την έρευνά μου
για κάτι ασύλληπτο ή ιδεατό

και δίχως λέξη βιαστικά γυρνώ
στο αισθησιακό σου φίλημα
~ VORTEX, Libros Libertad, Vancouver, BC, Canada, 2011





First morning and he helped me find why

I was different
from the statue, tasty that
I was like the abalone.
incarnation and
shiny pebbles
by the shore
naked Korae with
the sweetness of fresh grapes
during the summer eve
purple colored sighs and
the lone martyr I became as
I felt indisposed to uphold
blasphemies of the pious
thus I deleted their advise
and turned inward to my roots
the depth of this path to pass

to reach my catharsis
that the north wind
claimed my carcass
but not before
I defended the holy ground
my armor
the exquisite aroma of gardenia

gills of fishes full of bubbles
and small sponges
I pulled from
the bottom of the sea
another way
to cleanse the impurities
of my soul


Πρώτο πρωί και με βοήθησε να καταλάβω

γιατί ξεχώριζα απ’ το άγαλμα
που ήμουν σαν τη πεταλίδα.
και στιλπνά βότσαλα
στην ακροθαλασσιά
γυμνές κόρες
με τη γλύκα του σταφυλιού
απόβραδο καλοκαιριού
μενεξελί στεναγμοί

ο μόνος μάρτυρας εγώ
απρόθυμος που ήμουν να κηρύττω
βλαστήμιες των θεοσεβών
κι έτσι διέγραψα τις συμβουλές τους
και στράφηκα στις ρίζες μου
του βάθους το μονοπάτι να διανύσω

για να φτάσω στη κάθαρση
που ο βοριάς
αξίωσε το πτώμα μου
μα όχι πριν
ν’ αμυνθώ το άγιο χώμα
μ’ όπλο
το υπέροχο άρωμα της γαρδένιας

σπάργανα ψαριών γιομάτα φυσαλίδες
και μικρά σφουγγάρια που έσυρα
απ’ το βυθό της θάλασσας
ήταν κι αυτό ένας τρόπος
να εξαγνίσω την ψυχή μου
απ’ όλες τις ατέλειες

~ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ, συλλογή εν εξελίξει.
~SECOND ADVENT OF ZEUS, collection in progress.

Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Yannis Ritsos-Selected Poems

Ritsos_front large


Αργά τη νύχτα, που αραιώνει η κίνηση των δρόμων
κ’ οι τροχονόμοι εγκαταλείπουν τις θέσεις τους, αυτός
δεν ξέρει πια τι να κάνει, κοιτάει απ’ το παράθυρο κάτω
την τζαμαρία του μεγάλου καφενείου, χνωτισμένη
απ’ τους ατμούς της αυπνίας, κοιτάει τα γκαρσόνια
φασματικά, διαθλασμένα, ν’ αλλάζουν πίσω απ’ το ταμείο,
κοιτάει τον ουρανό με τις φαρδειές λευκές οπές, απ’ όπου
διακρίνονται οι τροχοί του τελευταίου λεωφορείου. Κ’ ύστερα
αυτό το “τίποτ’ άλλο, τίποτ’ άλλο”. Μπαίνει μέσα
στην ολόγυμνη κάμαρα, ακουμπάει το μέτωπό του
στον ώμο του δικού του αγάλματος (ψηλότερο απ’ το φυσικό)
νιώθοντας τη δροσιά του πρωινού πάνω στο μάρμαρο, ενώ,
κάτω στο προαύλιο με τις σπασμένες πλάκες, οι φύλακες
μαζεύουν τους κομμένους σπάγγους απ’ τα δέματα των εξορίστων.


Late at night when the traffic slows down
and the traffic wardens leave their posts he
doesn’t know what to do anymore; from his window
he looks down at the big glass of the cafe front steamed up
by the breathing of sleeplessness; he looks at the
spectral, refracted waiters changing clothes behind the cash;
he looks at the sky with its wide white holes
discerning in them the wheels of the last bus. And then
that: “nothing else, nothing else.” He enters
the totally empty room; he leans his forehead
on the shoulder of a statue resembling him (unnaturally taller)
feeling the freshness of morning on the marble while
down in the courtyard with the broken flagstones the guards
gather and cut strings of the packages of the exiled.

~Γιάννη Ρίτσου-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Selected Poems/translated by Manolis Aligizakis




Hour of the Stars/Dimitris Liantinis-Οι Ώρες των Άστρων/Δημήτρη Λιαντίνη



Καθώς τό σκουτάρι τοῦ ἥλιου
γκρεμίστηκε στούς πολεμικούς ταρσανάδες της δύσης
λυώνει τῆς μέρας τό πρόσωπο
μιά μούμια πεταμένη στό φῶς.
Τά δέντρα ’κεῖ πού θάψαν τό μπόι τους
στήνουν στά πετεινά παγίδες.
Ἕνα καράβι βουλιάζει στήν στεριά
καί τοῦ δρυμοῦ τά ζουλάπια
ξεστρατίσαν στοῦ πέλαου τίς ὀρεινές
Βγαίνουν στή φόρα οἱ μαστρωπεῖες τῶν ἄστρων
καί τῆς ρεματιᾶς τό αἷμα
βουίζει γυμνό
σπάζοντας τῶν νερῶν τήν ἐπιδερμίδα.
Ἡ σάρκα τῶν πραγμάτων
δέν ἀγγειάζεται οὔτε μέ τόν βασιλικό.
Τό κορμί μου τοῦ Λινοῦ γδαρμένο κρέμεται
στό κατάρτι τοῦ μεσονυχτιοῦ.


When the shield of the sun
descended to the careenage of the west
the face of day melted
a mummy thrown into the light.
Trees set traps for the birds there
where they buried their heights.
A ship sank into the soil
beasts of the forest
went astray into the mountain
goat paths.
The stars’ procurement is revealed
blood of the ravine
buzzes naked
slashing the skin of the water.
In basil the flesh of things
cannot find refuge
Linos’ skinned body hangs
over the mast of midnight.

Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis

Cloe and Alexandra/Χλόη και Αλεξάνδρα

Cloe and Alexandra_cover_aug265

Στον κινηματογράφο (Χλόης Κουτσουμπέλη)


Θα φορώ το καινούργιο κόκκινο παλτό.

Θα φοράς γαλάζιο πουκάμισο και τζην.

Θα παίζει μία από τις αγαπημένες μας ταινίες

τον εραστή ή την Καζαμπλάνκα

ή το Χιροσίμα αγάπη μου.

Εγώ θα κλαίω όπως πάντα.

Εσύ θα μου φιλάς το μέσα ηφαίστειο της παλάμης.

Θα μου χαιδεύεις τα μαλλιά

πολύ απαλά για να μην σπάσουν

επειδή μία μνήμη θροίζει στο μυαλό σου

πως το έχουμε ζήσει όλο αυτό

και πριν, παλιά,

στην Βιέννη αρχές του αιώνα

στην Κων/πολη σε έναν τεκέ

ή ακόμα πιο πίσω σε έναν κήπο.

Το χέρι σου δεν θα αγγίζει το κορμί μου

θα είναι απλώς κομμάτι του

όπως ο ομφαλός

ή μία μοίρα.

Κι έτσι καθισμένοι

ο ένας δίπλα στον άλλο

μέσα στο απόλυτο σκοτάδι

μέσα στο απόλυτο πλήθος

μέσα στο απόλυτο τώρα

θα κολυμπήσουμε μαζί

ο ένας μες στον άλλο.

Και όταν η μαύρη φάλαινα τελικά μας καταπιεί

κοίτα θα πούμε

εκείνη την ημέρα πήγαμε κινηματογράφο.


At the Movie Theater (Cloe Koutsoubelis)

I’ll wear the new red overcoat.

You will wear your blue shirt and jeans.

One of our favored films will be shown

the ‘Lover’ or “Casablanka’

or “Hiroshima my Love”.

I shall cry as always.

You’ll kiss the volcano of my palm.

You’ll caress my hair

softly that it won’t break because

a memory fluttering in your mind

that we’ve lived these events

in the past, back then

in Vienna, beginning of the century

in a teke in Konstantinoupoli

or even behind a garden.

Your hand won’t touch my body

it’ll simply be part of it

like the phallus

or one of the Fates

and that way sitting

next to each other

in complete darkness

among all these people

precisely in the now

we’ll swim together

inside each other.

And finally when the black whale swallows us,

look, we shall say,

that day we went to the movie.


ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΖΕΥΓΑΡΙ (Αλεξάνδρας Μπακονίκα)

Χάθηκε στην πυκνή βλάστηση
να βρει δρομάκι για τη θάλασσα.
Εμείς σταθήκαμε ψηλά και περιμέναμε.
Ανέβηκε λαχανιασμένος:
«Πάμε παρακάτω, η πλαγιά
είναι απότομη
αλλά ήταν φίνοι, ήταν ωραίοι,
ακάλυπτοι ανάμεσα στα δένδρα
ένα σώμα οι δυο τους,
Σαν πολύτιμο τρόπαιο
της πιο αθώας εξερεύνησης,
μας έδειξε αργότερα το ζευγάρι,
όταν κατέβηκε κι αυτό στην αμμουδιά.

THE NAKED COUPLE (Alexandra Bakonika)

He got lost in the lush verdure
trying to find a path to the sea.
We stood somewhere higher and waited.
He climbed back up huffing:
‘Let’ s go further, the slope here
is steep.’
but they were fine, beautiful,
uncovered among the trees
one body the two of them,
joined together.

Like a valued trophy
of the most innocent exploration
he pointed to us the couple later on
when they as well descended to the beach.

~Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

~Translation Manolis Aligizakis