Τάσος Λειβαδίτης//Tasos Livaditis


ΑΙΩΝΙΑ, σκοτεινή αποδημία, λαοί που πλανιούνται από όνειρο
σε όνειρο,
πουλιά που διασταυρώνονται με το ποτέ ή το πουθενά.
Κι ίσως τα δέντρα στάθηκαν μαντεύοντας το άσκοπο του δρόμου.
ETERNAL, dark emigration, races that travel from dream to
birds that intersect the never or the nowhere.
Perhaps for this the trees stood guessing the futility of the road.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

CHTHONIAN BODIES, Paintings by Ken Kirkby poems by Manolis Aligizakis

Chthonian Bodies_cover_Oct2.inddtrunk


I evoke the Great Spirit
to descend to my essence
ally to my ethos and

I hymn the character of man who
suddenly sprang out of my body

the head of beast to decorate
with roses and carnations
with fragrance the Gates of Heaven

to open and enter barefoot
pure as in his dream
rascal of weather and song

as he was on Earth and
in the hatred of their primeval God
men of the boats who boasted
about their shallow knowledge

let them be satisfied in
their sweet ignorance and

let me dwell in my aloofness
lonely lover of the breeze

Το Μεγάλο Πνεύμα επικαλούμαι
στο είναι μου να εισχωρήσει
σύμμαχος του ήθους μου

κι υμνώ το χαρακτήρα του ανθρώπου
που απ’ την ύπαρξή μου ανάβλυσε
την κεφαλή του κτήνους να κοσμίσει

με ρόδα και γαρύφαλλα
και μ’ ευωδία την Πύλη Παραδείσου
ν’ ανοίξει ο άνθρωπος ξυπόλητος να μπει

σαν και στο όνειρό του αγνός
παιγνίδι του καιρού και τραγουδιού
που έζησε πάνω στη Γη

και στο προαιώνειο μίσος του Θεού
φονιάδων που με καράβια ήρθαν
με την επιφανειακή τους γνώση
στην άγνοιά τους ας είναι ευτυχισμένοι

κι εγώ ας παραμείνω απόμακρος
μονιάς της αύρας εραστής

CHTHONIAN BODIES, paintings by Ken Kirkby, Poems by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015




Love has a diaphanous white color and
its body the shape of benediction and
this horse
searches amid the smoke
for its dead rider
to take him away.

I think that whether ancient or modern
the seasons will cover me.
That way I won’t feel hungry
nor thirsty and
I won’t write poems anymore.

Only, Lord, homeland of the stars, I beg you
dress me in the white diaphanous color and
grace me with the body of Your benediction.

Do I ask for too much?


Η αγάπη είναι χρώμα άσπρο διάφανο
και το σώμα της σχήμα ευλογίας.
Κι αυτό το άλογο
ψάχνει μέσα στους καπνούς
το νεκρό καβαλάρη του
μακριά να τον πάρει.

Σκέφτομαι αρχαία και σύγχρονη
οι εποχές θα με σκεπάσουν.
Έτσι δεν θα πεινάω πια
και ούτε θα διψάσω
και ούτε ποιήματα θα γράφω πια.

Μόνο παρακαλώ, Θεέ, των αστεριών πατρίδα
χρώμα άσπρο διάφανο ντύσε με
και το σχήμα μου το σώμα της ευλογίας Σου δώσε.
~Κατερίνας Γώγου/Katerina Gogou, Τα τελευταία Ποιήματα
~Μετάφαρση Μανώλη Αλυγιζάκη/Translated by Manolis Aligizakis




Water-well springs to the foreground the matador’s blood that decorates goring horns of the bull and another opulent song dances on the white petals of the gardenia flower: save this moment before the irresistible Hades walks your way.

—You need to dig the garden but you watch TV all day long.

I drink the traditional bitter coffee while you lay in the coffin like a definition of exactly the opposite you ought to be yet when my time will arrive to fit in the width and length of the same casket you won’t return to drink my bitter coffee.

—You remember when you went hunting and the car engine froze on you?

Hoarfrost of April still around when the heartless Hades pierces my heart, the first swallows dance in the air and my mother covered the red eggs of Easter under the kitchen towel hiding them from my eyes.

—Get up and take the garbage to the sidewalk, you lazy bum.

And I beg Hades to bring you back to me, my beloved. His sardonic laughter a macabre omen and in the form of a song he whispers.

—Since I’ve left you alone your other half I needed to take: to balance the universe.


Απ’το πηγάδι πηγάζει η ζωή του ταυρομάχου που το αίμα του στολίζει τα κέρατα του ταύρου που τον κάρφωσαν και τ’ οπάλινο τραγούδι χορεύει στα λευκά της γαρδένιας πέταλα: κράτησε τη στιγμή αυτη προτού ο ευδιάθετος Χάρος σε επιλέξει.

—Πρέπει να σκάψεις τον κήπο κι εσύ όλη μέρα χαζεύεις την τηλεόραση.

Πίνω τον παραδοσιακό πικρό καφέ κι εσύ κείτεσαι στο φέρετρο, ακριβής ορισμός του αντίθετου που μέλλουσουν να γίνεις κι όταν η ώρα μου έρθει κι εγώ να μετρήσω το μάκρος και το πλάτος του φερέτρου αυτού εσύ δεν θα `σαι `κει να πιεις τον πικρό καφέ σου.

—Θυμάσαι τότε που πήγες κυνήγι κι η μηχανή του αυτοκινήτου πάγωσε απ’ την παγωνιά;

Παγωνιά του Απρίλη που ο άκαρδος Χάρος την καρδιά μου πλήγωσε, τα πρώτα χελιδόνια χορεύουν στον αέρα κι η μάνα μου σκέπασε με μια πετσέτα τα κόκκινα Πασχαλινά αβγά για να τα κρύψει απ’ τα δυο λαίμαργά μου μάτια.

—Σήκω και βγάλε τα σκουπίδια στο δρόμο, τεμπέλη.

Κι εγώ το Χάρο παρακαλώ να σε γυρίσει πίσω, αγαπημένη μου. Γελά σαρδόνια και σαν τραγουδιστά μου ψυθιρίζει

—Σου χάρισα τη ζωή. Το έτερό σου ήμυσι έπρεπε να πάρω την ισορροπία να διατηρήσω.

~ OF REMORSES and REGRETS, Collection in progress, Vancouver, BC, 2015




Once we dreamed of becoming great poets
we talked of the sun.
Now our heart pierces us
like a nail in our boot.
When once we said: sky, now we say: courage.
We aren’t poets anymore
only comrades
with big scars and even bigger dreams.

Κάποτε ονειρευόμαστε να γίνουμε μεγάλοι ποιητές
μιλούσαμε για τον ήλιο.
Τώρα μας τρυπάει η καρδιά
σαν μια πρόκα στην αρβύλα μας.
Εκεί που άλλοτε λέγαμε: ουρανός, τώρα λέμε: κουράγιο.
Δεν είμαστε πια ποιητές
παρά μονάχα
με μεγάλες πληγές και πιο μεγάλα όνειρα.

~SIMPLE TALK, by Tasos Livaditis, translated by Manolis Aligizakis
~Τάσου Λειβαδίτη, ΑΠΛΗ ΚΟΥΒΕΝΤΑ, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη


giorgos-8emelis-557x260 images

“Lone Elegy for Anreas Kalvos” by George Themelis

Forgotten voyager

in stagnant rivers wayfaring at night
you came this fiery dawn lighted
by funerary doves in the heart of winter

bitter and resolute

you spoke in a language speckled like crashed marble
and you only wore the black attire of your mourning loneliness

you gazed the railings of dawn and your heart jumped
from one peak to another, from mountain to mountain
trying to wound the clouds with the clang of the brave bird

Castalian swan

Lonely and unapproachable in your entrenched sorrow
what grief pounded your chest and made it echo
unlike the sound of a sorrowful flute, like the winged thunder

(lethal archer, you who aims with a steady arm
lover of the pure blue, the highest precipice
let me touch your waist like an impious man and
let my fingers be severed and my tongue be slit)

you weren’t meant to walk on land
you were meant to be with the eagles and the lions in the gardens of Muses
where the first flash of the day shines lovingly
where the light-blue of the horizon has never been stained by smoke
and you’re meant to strike and break all the chords of the lyre one by one
and the Muse of Virtue will awake on the bed of the wings
undone and naked to take you
over to the immeasurable void of the heavenly deserts

I bring myrtle and cypress branches

But where can I find your shadow, your humble screen
that keeps the ash of your sleep tightly held in a foreign land?

Perhaps the north wind has taken it, a lucky charm
perhaps the earth has taken it on its marble bed
under the quiet frozen wings of the deep night
that it won’t hear the bubbly glasses amid the smoke and flames
the rushing wind hitting and breaking the window panes

~ From the George Themelis, Collected Poems I, (1969)
~Translated by Manolis Aligizakis
Γιώργου Θέμελη ‘Ελεγείο μοναχικό του Ανδρέα Κάλβου’
Λησμονημένος ταξιδευτής.
Οδοιπορώντας μες από νύχτες κι ασάλευτους ποταμούς
Ήρθες το φλογερό ξημέρωμα, που τ’ άναψαν
Μες στου χειμώνα την καρδιά εντάφια περιστέρια.
Πικρός κ’ αλύγιστος.
Μιλούσες μια γλώσσα κατάστικτη σαν τα σπασμένα μάρμαρα
Και δεν φορούσες παρά μονάχα μαύρα, το πένθος της μοναξιάς.
Αγνάντευες ψηλά τα ηώα κάγκελα και πήδαγε η καρδιά σου
Από κορφή σε κορυφή, από ένα βουνόν εις άλλο
Και γύρευε να πλήξει με κλαγγή γενναίου πουλιού τα σύγνεφα.
Καστάλιε κύκνε.
Μοναχικέ κι απρόσιτε μες στην κλειστή σου θλίψη,
Ποια οδύνη σού έσκαφτε το στήθος και τόκανε να ηχεί,
Όχι σαν ήχος λυπημένου αυλού, σαν πτερωτή βροντή.
(Θανάσιμε τοξότη, που σκοπεύεις μ’ εύστοχον χείρα.
Εραστή του καθαρού γαλάζιου και του ψηλού γκρεμού.
Άσε ν’ αγγίξω την καμπύλη σου σαν ένας βέβηλος
Κι ας μου καούν τα δάχτυλα κ’ η γλώσσα ας μου κοπεί.)
Δεν ήσουνα για να πατάς στη γη.
Να τριγυρνάς ήσουν μ’ αετούς και λέοντες στους κήπους των Πιερίδων
Εκεί που φέγγει ερατεινή η πρώτη αρχή της μέρας
Και που καπνός δεν έθλιψε ποτέ το γαλάζιο των αιθέρων.
Και να χτυπάς και να συντρίβεις μίαν προς μίαν της λύρας τις χορδές όλες
Και να ξυπνάει η Μούσα η Αρετή μες απ’ την κλίνη των ανέμων,
Αμάργαρη κι ολόγυμνη, και να σε παίρνει απάνω
Μέσα εις το χάος αμέτρητο των ουρανίων ερήμων.
Μυρτιά φέρνω και κλαδιά κυπαρίσσου.
Μα πού να βρω τον ίσκιο σου, την ταπεινή σου οθόνη,
Που σφιχτοκλεί της στάχτης σου εις ξένην γην τον ύπνο.
Ίσως να την επήρε ένας βοριάς και να την έχει γκόλφι,
Ίσως να την επήρε πίσω η γη σε πέτρινο κρεββάτι
Κάτω από τα ήσυχα, παγωμένα, πτερά της βαθιάς νύχτας,
Να μην ακούει τ’ αφρίζοντα ποτήρια μες σε καπνούς και φλόγας,
Τον βίαιο άνεμο που χτυπά και σχίζει τα παράθυρα.
~ Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)
~ From the George Themelis, Collected Poems I, (1969)
~Translated by Manolis Aligizakis


CARESSING MYTHS_cover_Feb10.indd

I took the pink bowl
from the storage
filled it with
the wild ocean’s
I started washing
the dreams
whirled and
almost fragrant.
Tied them on the wire
cloths line
in the sunshine.
This the good wives do
I’m told


Έβγαλα τη ροζ λεκάνη
από την αποθήκη και
τη γέμισα μαλακτικό
κείνο με το άρωμα
άγριου ωκεανού.

Έβαλα μπουγάδα
στα όνειρα
ανακάτεψα και
περίμενα κάμποσο
να μοσχομυρίσουν.
Τα έπιασα γερά
στα σύρματα
και τα άπλωσα στον ήλιο.
Έτσι μου είπαν
κάνουν οι καλές νοικοκυρές.

~Caressing Myths, Ποίηση, Libros Libertad, Vancouver, 2015
~Ντίνας Γεωργαντοπούλου/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη


10997801_10152602779261612_127838949131358138_oimages of absence cover


Your image came to my mind

I took pencil and paper
to immortalize
your smiling lips
your playful eyes
to extol with words

but I tried very hard
and my fingers played
with the pencil
yet I found not a word
the poem of your image
to compose


Στο νου μου ήρθε η μορφή σου

Πήρα μολύβι και χαρτί
τα χείλια σου τα γελαστά
για ν’ αποθανατίσω
τα παιγνιδιάρικά σου μάτια
με λόγια να παινέψω

μα έστυψα το νου
και το μολύβι έπαιξα
στα δάχτυλα δίχως
λέξη καμμιά να βρώ
το ποίημα της μορφής σου
για να γράψω

~AUTUMN LEAVES, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2015




“Don’t go”, I say to him, but he had already started along with
the other convicts; he only left behind his hand that often held me
by the edge of the bridge; a sick horse was rotting away on the side
of the road and at night I would hear the weathervane helping it to
turn to the other side
I remembered the first night when we buried father — oh, how
I hated him for the role of the servant he played, opening our door
to the great darkness
forlornness and only the cracked walls made visible the horrible
silent faces we often pass by.
There I lived so lonely that I heard the other voices and when
night came the dead stole my blanket and lied outside the door
until the new day broke and the rooster’s call was crucified
over my body.


“Μή φεύγεις” του λέω, μα εκείνος είχε κιόλας ξεκινήσει με τους
άλλους καταδίκους, μου άφησε μόνο το χέρι του, που συχνά με
κράτησε στην άκρη της γέφυρας, ένα άρρωστο άλογο σάπιζε στην
άκρη του δρόμου, και τις νύχτες άκουγα τους ανεμοδείχτες που το
βοηθούσαν ν’ αλλάξει πλευρό,
θυμήθηκα το πρώτο βράδυ που θάψαμε τον πατέρα — πως τον
μισούσα γι’ αυτόν το βρόμικο ρόλο του υπηρέτη που έπαιξε, ανοί-
γοντας την πόρτα μας στο μεγάλο σκοτάδι,
ερημιά, και μόνο οι ραγισμένοι τοίχοι άφηναν να φαίνονται τα
φοβερά, βουβά πρόσωπα, που περνάμε κάποτε πλάι τους.
Εκεί έζησα τόσο μονάχος, που άκουσα τις άλλες φωνές, κι όταν
νύχτωνε, οι νεκροί μου κλέβαν την κουβέρτα και πλάγιαζαν έξω
απ’ την πόρτα, ώσπου ξημέρωνε και σταυρωνόταν πάνω μου το
λάλημα του πετεινού.

~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis


George Seferis_cover



Μέμνησο λουτρών οίς ενοσφίσθης

Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
Έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να

Κοιτάζω τα μάτια, μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ με το στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα.
Δεν έχω άλλη δύναμη,

τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν



Remember the baths where you were murdered

I woke up with this marble head in my hands
that exhausts my elbows and I don’t know where
to lean it.
It was falling in the dream as I was coming out of the dream
thus our lives joined and it will be very difficult for us to
separate again.

I gaze in the eyes; neither open nor closed
I speak to the mouth that keeps trying to speak
I touch the cheeks that have gone through the skin.
I don’t have any other strength;

my hands disappear and come back near me

~George Seferis-Collected Poems/translated by Manolis Aligizakis
~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη