Tasos Livaditis/translated by Manolis Aligizakis





Τις μέρες συνήθως ονειρεύομαι ή ματαιοπονώ, αμφιβάλλω

ή υποκύπτω, αλλά όταν κατέβει η νύχτα τρέχω από κήπο σε κήπο

και ακουμπώντας το αυτί μου στις φλούδες των δέντρων

ακούω εκείνον τον αρχαίο λυγμό.






During the day I usually dream or I plough the sand, I debate

or retreat but when night falls I run from garden to garden and

placing my ear on the bark of the trees

I listen to the ancient sob.




TASOS LIVADITIS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, 2014




Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis





Αυτός με την κιθάρα, εκείνος με το ακορντεόν. Ώρα προχωρημένη.

Η μουσική τα δικά της. Και πώς να γδυθείς; Έκανε κρύο.

Ξύλινη σκάλα, λίγα λαμπιόνια, η άσπρη λεκάνη.

Μες στο κλεισμένο εστιατόριο, το βιολί πάνω στην καρέκλα.

Στο δεύτερο όροφο πατήματα των χορευτών με γυμνά πόδια,

μπερδεύοντας μπουκάλια, κόκκινες κορδέλες, μαύρα καπέλα.

Είδαμε τότε πως καλύπτει τα μάτια της η δόξα με το `να φτερό της.






This one with the guitar; that one with the accordion. Late hour.

Music by itself. And how to undress? It was cold.

Wooden staircase, some small lamps, the white basin.

Inside the closed restaurant the violin on the chair.

On the second floor footsteps of barefoot dancers,

mixing up bottles, red ribbons, black hats.

Then we saw how glory covers its eyes with one of its feathers.




YANNIS RITSOS-SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013





Yannis Ritsos/translated by Manolis Aligizakis




Ο ήλιος δε λογαριάζει τίποτε απ’ τους δισταγμούς σου—

γυμνόν σε θέλει και γυμνόν σε παίρνει,

ώσπου έρχεται η νύχτα να σε ντύσει.


Μετά τον ήλιο είναι η μετάνοια.

Μετά τη μετάνοια πάλι ο ήλιος.




The sun doesn’t think of your hesitations –

it wants you naked and it takes you naked

until the night comes to dress you


After the sun there is repentance

after repentance the sun again


Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα, Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Poems, translated by Manolis Aligizakis



Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης


ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ νύχτα ήταν ακόμα φτωχός, “Κύριε” του λέω
φυσικά δεν είχα άλλους συγγενείς κι έπρεπε να τον φροντίσω
“είμαι ο νέος συγκάτοικος” είπε, για να μη δείξει πως ξέρει,
σήκωσα τότε με ταπεινοφροσύνη την πέτρα και την ακούμπησα
απαλά, μη μας το πάρει ο αέρας, «σε περιμένει η Μαρία» του λέω
μα εκείνη στεκόταν λυπημένη πίσω του, γιατί δε θα γνώριζε ποτέ
το Θεό, αφού τον έφερνε κιόλας μέσα της κι όταν φάνηκαν οι τρεις
γυναίκες τους έδειξα τον τάφο, απ’ όπου έβρισκε πάντα τον τρόπο
να βγαίνει, είχαν αρχίσει, μάλιστα, να μυρίζουν τα ροδόδεντρα
και στη στροφή του δρόμου, πάνω απ’ τη σπασμένη στάμνα,
η μικρή υπηρέτρια δεν έκλαιγε πια.
Αυτό ήταν το πρώτο θαύμα.
THE FIRST night he was still poor “Sir” I told him since
of course I had no other relatives I had to take care of him “I am
the new roommate” he said just to conceal that he knew; then
with humility I raised the rock and I placed it down softly that
the air wouldn’t blow it away “Maria is waiting for you” I said
to him but she sorrowfully stood behind him because she would
never get to know God since she already carried Him inside her
and when the three women appeared I showed them the tomb from
where he always knew how to escape in fact the rhododendrons
had bloomed and at the turn of the road over the broken pitcher
the young servant girl wasn’t crying anymore.
This was the first miracle.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης



Ο ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ πυρετός των δρόμων, οι μεγάλες απόπνοιες απ’
τις πυρκαγιές,
και πάλι παλιές διηγήσεις, ενώ το ήρεμο αδράχτι των γυναικών
οδηγούσε μυστικά τις ώρες. Κανείς δε μας αναγνώρισε όταν γυρί-
καθίσαμε κι εμείς μες στην ανωνυμία μας, σαν τον ξυλοκόπο
μες στη συγνώμη των δέντρων, ώσπου σιγα σιγά μας ξέχασαν,
δεν είχαμε ούτε όνομα, ούτε προσδοκία. Όπως τ’ αγάλματα είναι
συντηρώντας μια θνητή μας ώρα.


THE ENDLESS fever of the roads the strong smell emitted


by conflagrations
and again the old stories, while the women’s serene spindle
secretly guided the hours. Nobody recognized us when we
so we dwelled in our anonymity like the lumberjack
in the forgiveness of the trees until slowly they forgot of us:
we had neither name nor expectation. Like the statues that are
immortal and
they preserve our mortal hour.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης



ΚΑΝΕΙΣ δεν ήξερε πως το πρόσωπό μου δεν ήταν αληθινό
και με πόση πανουργία ( κι άλλα ταπεινά τεχνάσματα) συγκράτησα
αυτή την αμφίβολη προσωπίδα, γιατί απ’ την πρώτη μερα είχαμε
χάσει κιόλας το πιο σημαντικό, κι ήμασταν πάντα τόσο λίγο εδώ,
σαν τα χέρια των ζητιάνων, που επιστρέφουν τη νύχτα στον παλιό
τους κάτοχο, φυσικά, το σπίτι ήταν πάντα κλειδωμένο, μα ο άλλος
είχε μπει πολύ πριν,
“πρέπει να βγω” σκέφτηκα, “αλλιώς είμαι χαμένος”, κι ίσως
να το κατόρθωνα, αν δε με πρόδινε το βήμα μου, αυτό το προσεχτι-
κό βήμα των φτωχών, σα να θέλουν ν’ αποφύγουν το χειρότερο,
τόσο σαστισμένο, που ακόμα κι αν δεν υπήρχε ουρανός εμείς εκεί
θα πηγαίναμε.
NONE knew that my face wasn’t real and with such
cunning (and other shady tricks) I retained this ambivalent
mask because from the first day we had already lost the most
important thing and we’ve remained here for such short time
like the hands of beggars that at night retreated to their original
owners; of course the house was always locked though the
other man had already been inside
“I have to go out” I thought “otherwise I’m dead” and
perhaps I could managed this, unless my walk betrayed me
that careful walk of the poor as though trying to avoid the
worst, the so confused, that even if there wasn’t any
sky we would still have ended up there.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

Tasos Livaditis//Τάσος Λειβαδίτης


ΕΚ ΠΡΩΤΗΣ όψεως, βέβαια, όλοι φαίνονται απροσδόκητα
ενώ αυτό που φοβόμαστε έχει γίνει από καιρό, κι ήτανε μέσα μας,
κι εμείς το πηγαίναμε στην επικίνδυνη ώρα και συχνά σταματού-
σες στη μέση της σκάλας, γιατί ποιός ξέρει πού είναι το άλλο
σκαλοπάτι, ιδιαίτερα το βράδυ καθώς διάβαινες τις άδειες κάμα-
ρες, σου `πεφτε πάντα κάτι απ’ τα χέρια, σαν να `θελε να ξαναγυ-
ρίσει, και τότε, όπως γονάτιζες να το βρεις, συναντούσες τον
αφού κάθε κίνηση μας προδίνει, κι ένα άλλο ποτήρι σηκώνεις
απ’ αυτό που πήγαινες, προτίμησα, λοιπόν, να σωπάσω, μα όταν
μες στο σκοτάδι χτύπησαν μεσάνυχτα, όλο το σπίτι ράγισε άξαφνα,
και τότε, στο βάθος του διαδρόμου, το είδαμε που πέρασε εντελώς
AT FIRST glance of course everything seem to be unexpected
while what we’ve feared had already taken place and was inside us
and we carried it to the dangerous hour and often you would stop
in the middle of the stairs because, who knows where was the next
step; especially in the night as you walked through the empty rooms
something always fell off your hands as if wanting to return and
then as you’d kneel to find it you would meet the other man
since every gesture gives us up and you carry a different
glass from the one you wanted, I therefore chose to keep silent;
but when in darkness midnight struck suddenly the whole
house shook and then at the end of the hallway we saw him
as he quite clearly walked by us.
~Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis



CARESSING MYTHS_cover_Feb10.indd


Μικρές νυχτερινές αμαρτίες
με περιμένουν
να ταξιδέψω σε άλλες νύχτες
όμοιες με τα μικρά μου μαζεμένα
σκιρτήματα όταν
οι μεγάλες θα προσπαθούν
χώρο να βρουν
στη προσευχή
που θα ζητώ συγχώρεση
που δε ταξίδεψα.

Little sins of the night
wait for me
to travel to other nights
resembling my small gathered
my bigger sins try
to find space
in prayer when
I beg of forgiveness
for not embarking
on the voyage
~CARESSING MYTHS, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2015




During the first night of resurrection we decided
to shed our blood and mix it with our enemy’s.
When we neared the dark forest we remembered
the forbidden room where the wax dripped onto
the ravaged tablecloth where candle snuff out
the un-repeated call of our hero who chose us
because we yearned for knowledge, we chose to become
the reason and the path for Ubermensch, we elected
our sundown even when our eyes were glued onto
the faded curtain that waited for dawn to light
the forbidden room where we felt the first pain of youth.


Την πρώτη νύχτα της ανάστασης αποφασίσαμε
το αίμα μας να σμίξουμε με των εχθρών μας.
Στο σκοτεινό δάσος μπήκαμε και θυμηθήκαμε
εκείνο το δωμάτιο που σαν παιδιά μας απαγόρευαν
να εισέλθουμε εκεί που το κερί έλιωνε στάζοντας
στο λεκιασμένο τραπεζομάντιλο, ανεπανάληπτο
του ήρωά μας κάλεσμα που διάλεξε κοντά αυτούς
που πεθυμήσαν γνώση για να γίνουν άγια αιτία
τον Υπεράνθρωπο να φέρουν και το ηλιοβασίλεμα
πάντα τα μάτια κολλημένα ήτανε στη κουρτίνα
που ξεθώριασε το φως να περιμένει, μες το δωμάτιο
να μπει να το φωτίσει εκεί της πρώτης νιότης
το ανάβρυσμα που νιώσαμε.





Hear Me Out_cover_Jun9.indd



I Want You ‘Now’

Now, here, next to me!
I don’t want you to come tomorrow. I don’t want you to tell me
what time you’ll come.
I want you to come in the night and ring the doorbell, suddenly,
when I’m asleep.
Without me knowing it!
To come and ring the bell and as I would open the door half
asleep and startled you’ll slip under my blankets and I would
never wake up until morning and in your arms.
I want to wake up and smell the fragrance of your cologne when
you shave in the bathroom.
You’ll kiss me as you leave and I shall go back to the unravelled
bed sheets. I’ll hear the door close behind you I’ll smile as if I’m
in a dream, while I would still be asleep.
And when I get up hours later not to know whether it was a
dream or reality that I dreamed or I truly experienced all this.

Τώρα σε θέλω!

Τώρα! Εδώ! Πλάι μου
Δεν θέλω να ’ρθεις αύριο! Δεν θέλω να μου πεις τι ώρα θα ’ρθεις!
Θέλω να μου χτυπήσεις το κουδούνι μέσα στη νύχτα, έτσι στα ξαφνικά, όταν θα κοιμάμαι.
Χωρίς να το ξέρω!
Χωρίς να το περιμένω!
Να χτυπήσεις το κουδούνι κι όπως θα σου ανοίξω μισοκοιμισμένη και ξαφνιασμένη, να χωθείς μέσα στο κρεβάτι μου και να μην προλάβω να ξυπνήσω άλλο, παρά μόνο το πρωί στην αγκαλιά σου.
Θέλω να ξυπνήσω απ’ τη μυρωδιά της κολόνιας σου, όταν θα ξυρίζεσαι στο μπάνιο το πρωί.
Να με φιλήσεις φεύγοντας κι εγώ να πάρω στροφή μέσα στα ανακατωμένα σεντόνια. Κι όταν ακούσω την πόρτα να κλείνει πίσω σου, να χαμογελάσω σαν να βλέπω όνειρο, ενώ θα κοιμάμαι ακόμη.
Κι όταν ξυπνήσω μετά από ώρα, να μη ξέρω αν ήταν ψέματα ή αλήθεια, αν το ονειρεύτηκα ή το έζησα όλο αυτό τελικά.

~HEAR ME OUT, Tzoutzi Mantzourani, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015