Έρημη Χώρα//Waste Land by T S Elliot

tseliot

ΕΝΟΤΗΤΑ ΠΡΩΤΗ
Η ΕΡΗΜΗ ΧΩΡΑ
Nam Sibyllam quidem Cumis ego ipse oculis meis
vidi in ampulla pendere, et cum illi pueri dicerent:
Σίβυλλα, τι θέλεις; Respondebat illa: αποθανείν θέλω.

Στον Ezra Pound
Il miglior fabbro

Α΄ Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας
Μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας
Με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές.
Ο χειμώνας μας ζέσταινε, σκεπάζοντας
Τη γη με το χιόνι της λησμονιάς, θρέφοντας
Λίγη ζωή μ’ απόξερους βολβούς.
Το καλοκαίρι μας ξάφνισε καθώς ήρθε πάνω απ’
το Σταρνμπέργκερζε
Με μια μπόρα• σταματήσαμε στις κολόνες,
Και προχωρήσαμε στη λιακάδα, ως το Χόφγκαρτεν,
Κι ήπιαμε καφέ, και κουβεντιάσαμε καμιάν ώρα.
Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen,
echt deutsch.
Και σαν ήμασταν παιδιά, μέναμε στου αρχιδούκα,
Του ξαδέρφου μου, με πήρε με το έλκηθρο,
Και τρόμαξα. Κι έλεγε, Μαρία,
Μαρία, κρατήσου δυνατά. Και πήραμε τhν κατηφόρα.
Εκεί νιώθεις ελευθερία, στa βουνά.
Διαβάζω, σχεδόν όλη νύχτα, και πηγαίνω το
χειμώνα στο νότο.

Ποιές ρίζες απλώνονται γρυπές, ποιοι κλώνοι
δυναμώνουν
Μέσα στα πέτρινα τούτα σαρίδια; Γιε του ανθρώπου,
Να πεις ή να μαντέψεις, δεν μπορείς, γιατί γνωρίζεις μόνο
Μια στοίβα σπασμένες εικόνες, όπου χτυπάει ο
ήλιος,
Και δε σου δίνει σκέπη το πεθαμένο δέντρο, κι ο
γρύλος ανακούφιση,
Κι η στεγνή πέτρα ήχο νερού. Μόνο
Έχει σκιά στον κόκκινο τούτο βράχο,
(Έλα κάτω απ’ τον ίσκιο του κόκκινου βράχου),
Και θα σου δείξω κάτι διαφορετικό
Κι από τον ίσκιο σου το πρωί που δρασκελάει
ξοπίσω σου
Κι από τον ίσκιο σου το βράδυ που ορθώνεται
να σ’ ανταμώσει
Μέσα σε μια φούχτα σκόνη θα σου δείξω το φόβο.

Frisch weht der Wind
Der Heimat zu,
Mein Irisch Kind,
Wo weilest du?

«Μου χάρισες γυάκινθους πρώτη φορά πριν ένα
χρόνο•
Μ’ έλεγαν η γυακίνθινη κοπέλα».
—Όμως όταν γυρίσαμε απ’ τον κήπο των Γυακίνθων,
Ήταν αργά, γεμάτη η αγκάλη σου, και τα μαλλιά
σου υγρά, δεν μπορούσα
Να μιλήσω, θολώσανε τα μάτια μου, δεν ήμουν
Ζωντανός μήτε πεθαμένος, και δεν ήξερα τίποτε,
Κοιτάζοντας στην καρδιά του φωτός, τη σιωπή.
Oed’und leer das Meer.

Η κυρία Σόζοστρις, διάσημη χαρτομάντισσα,
Ήταν πολύ κρυολογημένη, μολαταύτα
Λένε πως είναι η πιο σοφή γυναίκα της Ευρώπης,
Με μια διαβολεμένη τράπουλα. Εδώ, είπε,
Είν’ το χαρτί σας, ο πνιγμένος Φοίνικας
Θαλασσινός,
(Να, τα μαργαριτάρια, τα μάτια του. Κοιτάχτε!)
Εδώ ’ναι η Μπελλαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
Η δέσποινα των καταστάσεων.
Εδώ ’ναι ο άνθρωπος με τα τρία μπαστούνια, κι
εδώ ο Τροχός,
Κι εδώ ο μονόφταλμος έμπορας, και τούτο το
χαρτί,
Τ’ αδειανό, κάτι που σηκώνει στον ώμο,
Που ’ναι απαγορεμένο να το δω. Δε βρίσκω
Τον Κρεμασμένο. Να φοβάστε τον πνιγμό.
Βλέπω πλήθος λαό, να περπατά ένα γύρο.
Ευκαριστώ. Α δείτε την αγαπητή μου Κυρίαν
Ισοψάλτου,
Πείτε της πως θα φέρνω τ’ ωροσκόπιο μοναχή
μου:
Πρέπει να φυλαγόμαστε πολύ στον καιρό μας.

Ανύπαρχτη Πολιτεία,
Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης
αυγής,
Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος,
τόσοι πολλοί,
Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει
τόσους πολλούς.
Μικροί και σπάνιοι στεναγμοί αναδινόντουσαν,
Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια του τα
μάτια.
Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ
Ουίλλιαμ Στρήτ,
Εκεί που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες
Με ήχο νεκρό στο στερνό χτύπημα των εννιά.
Εκεί είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα,
φωνάζοντας: «Στέτσον!
Συ που ήσουνα μαζί μου στις Μύλες με τα καράβια !
Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο σου τον
άλλο χρόνο,
Άρχισε να βλασταίνει; Πες μου, θ’ ανθίσει εφέτο;
Ή μήπως η ξαφνική παγωνιά πείραξε τη βραγιά
του;
Ω κράτα μακριά το Σκυλί τον αγαπάει. τον
άνθρωπο,
Τι με τα νύχια του θα το ξεχώσει πάλι !
Συ! hypocrite lecteur ! – mon semblable,
– mon frère!»

 

The Waste Land

By T. S. Eliot

                                  FOR EZRA POUND
                                IL MIGLIOR FABBRO

  1. The Burial of the Dead

 

April is the cruellest month, breeding

Lilacs out of the dead land, mixing

Memory and desire, stirring

Dull roots with spring rain.

Winter kept us warm, covering

Earth in forgetful snow, feeding

A little life with dried tubers.

Summer surprised us, coming over the Starnbergersee

With a shower of rain; we stopped in the colonnade,

And went on in sunlight, into the Hofgarten,

And drank coffee, and talked for an hour.

Bin gar keine Russin, stamm’ aus Litauen, echt deutsch.

And when we were children, staying at the arch-duke’s,

My cousin’s, he took me out on a sled,

And I was frightened. He said, Marie,

Marie, hold on tight. And down we went.

In the mountains, there you feel free.

I read, much of the night, and go south in the winter.

 

What are the roots that clutch, what branches grow

Out of this stony rubbish? Son of man,

You cannot say, or guess, for you know only

A heap of broken images, where the sun beats,

And the dead tree gives no shelter, the cricket no relief,

And the dry stone no sound of water. Only

There is shadow under this red rock,

(Come in under the shadow of this red rock),

And I will show you something different from either

Your shadow at morning striding behind you

Or your shadow at evening rising to meet you;

I will show you fear in a handful of dust.

                      Frisch weht der Wind

                      Der Heimat zu

                      Mein Irisch Kind,

                      Wo weilest du?

“You gave me hyacinths first a year ago;

“They called me the hyacinth girl.”

—Yet when we came back, late, from the Hyacinth garden,

Your arms full, and your hair wet, I could not

Speak, and my eyes failed, I was neither

Living nor dead, and I knew nothing,

Looking into the heart of light, the silence.

Oed’ und leer das Meer.

 

Madame Sosostris, famous clairvoyante,

Had a bad cold, nevertheless

Is known to be the wisest woman in Europe,

With a wicked pack of cards. Here, said she,

Is your card, the drowned Phoenician Sailor,

(Those are pearls that were his eyes. Look!)

Here is Belladonna, the Lady of the Rocks,

The lady of situations.

Here is the man with three staves, and here the Wheel,

And here is the one-eyed merchant, and this card,

Which is blank, is something he carries on his back,

Which I am forbidden to see. I do not find

The Hanged Man. Fear death by water.

I see crowds of people, walking round in a ring.

Thank you. If you see dear Mrs. Equitone,

Tell her I bring the horoscope myself:

One must be so careful these days.

 

Unreal City,

Under the brown fog of a winter dawn,

A crowd flowed over London Bridge, so many,

I had not thought death had undone so many.

Sighs, short and infrequent, were exhaled,

And each man fixed his eyes before his feet.

Flowed up the hill and down King William Street,

To where Saint Mary Woolnoth kept the hours

With a dead sound on the final stroke of nine.

There I saw one I knew, and stopped him, crying: “Stetson!

“You who were with me in the ships at Mylae!

“That corpse you planted last year in your garden,

“Has it begun to sprout? Will it bloom this year?

“Or has the sudden frost disturbed its bed?

“Oh keep the Dog far hence, that’s friend to men,

“Or with his nails he’ll dig it up again!

“You! hypocrite lecteur!—mon semblable,—mon frère!”

 

T S ELLIOTT.

Advertisements

Manolis Anagnostakis/translated by Manolis Aligizakis

managno

Η ΑΓΑΠΗ ΕΙΝΑΙ Ο ΦΟΒΟΣ

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μίαν οικτρὴ παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τί κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερὰ εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μίαν εκζήτηση παράλογη πέρα απὸ κάθε νόημα;
(κι αυτοὶ γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρὶς στο μυαλὸ μία ρυτίδα
βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωὶ την εποποιία της καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατὶ έτσι νικούμε τη ζωὴ
Ἢ γιατὶ έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μία στιγμὴ στο στεγνωμένο νου τους περνά μίαν ἡλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπὴ ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τί να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικὰ και χρηματιστηριακὲς επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ᾿ όνομά σου
Απλὲς προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μίαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι άν σκέφτομαι είναι γιατὶ η συνήθεια είναι πιο προσιτὴ ἀπὸ την τύψη.
Μα ποιος θα `ρθει να κρατήσει την ορμὴ μιας μπόρας που πέφτει;

 

 

LOVE IS FEAR

 

 

Love is the fear that connects us with others

when they take control of our days and hang them like tears

when along with them our days die in a wretched disfiguring

the last schemes of our childish emotions

and what does the extended hand of people holds?

It knows how to squeeze tightly where logic fools us

when time stops and memory is uprooted

in a pointless search beyond logic?

(and one day they return without any wrinkle in their mind

they discover their wives and children have grown

they frequent the little stores and cafes of the neighborhood

they read the epic routine of each and every morning).

Do we truly die for the others or this way we avenge our lives

or this way we spit all the measly resemblances

and at some time a sunray goes through our dried up minds

something like a vague memory of our lively prehistory.

We have reached the days when you don’t know what to measure

erotic events and stock market companies

you can’t find a mirror into which to cry out your name

simple intentions of life secure the current affairs

boredom, lust, dreams, business dealings, cheating

and if I think it’s because custom is better than guilt.

However who will come to stop the momentum of falling rain?

 

ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Ekstasis Editions, Victoria, BC, φθινόπωρο, 2017

ANTHOLOGY of NEOHELLENIC POETRY, translated by Manolis Aligizakis, Ekstsis Editions, Victoria, BC,  autumn 2017

Kiki Dimoula//Κική Δημουλά

kiki-dimoula

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Περαστικός.
Και ιδιαίτερα για μένα γραφικός.
Κάτι σας άψυχος, κάτι σαν ξένος
μ’ αγαπημένος.
Η βιάση του ματαιωμένος όρθρος.
Ασφυκτιούσαμε.
Στενό του πάθους μας το οίκημα
κι ένας πικρός συνωστισμός τα σχήματά μας.
Χαμηλοτάβανα τα σχέδιά μας
δίχρωμος της καρδιάς ο φωτισμός
κι αλλόκοτα της σκέψης μας τα κάδρα.

Ήταν περαστικός.

REFLECTION

He was a passerby
and he looked very odd to me
a bit hollow a bit foreigner
yet loveable.
His haste was like a canceled matins.
We suffocated.
The dwelling too small for our passion
and bitter crowding our shapes.
Our plans of low esteem
two colored the light of our hearts
and the frames of our minds were bizarre.

He was a passerby.
~ΕΡΕΒΟΣ -EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Cloe and Alexandra

Cloe and Alexandra_cover_aug265

ΕΝΟΧΗ

Ένοχη, το ομολογώ.
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο,
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
ποίημα της ζωής μου.

 

GUILTY

I’m guilty, I confess.
The last poem I wrote for you.
Mitigating circumstances: the rain
the endless cigarettes, alcohol
perhaps even your body
as memory of what never happened.
In reality I wrote about some other things
for that story in the Garden,
that you never took the courage
you never learned
you never asked.
And last night, I confess
I wrote a verse for you
sorrowful and naked
in this smudgy always half finished
poem of my life.

~CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.vequinox.wordpress.com

Manolis Anagnostakis

93119261_134154321279

WHEN SPRING COMES

When spring comes smiling
you’ll wear your new clothes and
you’ll come to grasp my hands
my old friend and
although nobody expects your return
I feel your heartbeats and
a flower springing up from
your mature, embittered memory
one train whistles in the night
or a faraway unexpected ship
will bring you back along with our youth and
our dreams and
perhaps you haven’t forgotten anything, really
while the return is always worthy more
than any of my love and your love
my old friend

ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει,
θα ντυθείς μία καινούργια φορεσιά
και θα έρθεις να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε.
Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους τους καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο
στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη
Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας
Κι όσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε

~Mετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

The Prophet-Ο Προφήτης

84702

Brief were my days among you and briefer still the words
I have spoken but should my voice fade in your ears and
my love vanish in your memory, then I shall come again

Σύντομες ήταν οι μέρες μου ανάμεσά σας κι ακόμα συντομότερες
οι λέξεις που έχω πει μα όταν η φωνή μου αχνοσβύσει στ’ αυτιά σας
κι η αγάπη μου ξεθωριάσει απ’ τη μνήμη σας τότε θα ξαναγυρίσω

~ The Prophet by Kahlil Gibran//Ο Προφήτης του Καλίλ Γκιμπράν

IMAGES OF ABSENCE/ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

10523981_10206464655961149_7673562430847391835_n

MEMORY

Opalescent evening
under the grapevine

lazy memory
runs after the laughter of your eyes

twilight escorts
my nostalgia to look at

your playful irises
to vaguely reflect

in the embrace of my mind

ΘΥΜΗΣΗ

Οπάλινη εσπέρα
κάτω απ’ την κληματαριά

θύμηση νωχελική
τρέχει στο γελάκι των ματιών σου

λυκόφως σιγοντάρει
τη νοσταλγία μου να δω

της ίριδάς σου παίγνιο
ν’ αντιφεγγίζει αμυδρά

στου νου μου την αγκάλη

~IMAGES OF ABSENCE, Ekstasis Editions, 2015

Constantine Cavafy-Poems/Κωνσταντίνος Καβάφης-Ποιήματα

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,

αγαπημένη αίσθησις επέτρεφε και παίρνε με—

όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,

κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα

όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,

κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,

όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…

COME BACK

Come back often and take me,

beloved sensation, come back and take me—

when the memory in my body awakens,

and the old desire again runs through my blood;

when the lips and the skin remember

and the hands feel as if they were touching again.

Come back often and take me at night,

when the lips and the skin remember…

Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ

Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο

έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό

τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη

(τές Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),

στέκονταν μ’ ένα δέμα. Το παρέδοσε

σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα

να φέρει την απόδειξη. Ο υπάλληλος του ράπτη

έμεινε μόνος, και περίμενε.

Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν

κ’ έσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά

του φέραν την απόδειξη. Την πήρε κ’ έφυγε.

Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει

κατά την ύπαρξί του την πολυετή

χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα

μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,

κ’ επαίρονταν που είχε δεχτεί επάνω του

την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.

THE MIRROR BY THE ENTRANCE

The wealthy house had in its entry way

a huge, quite old mirror;

bought at least eighty years ago.

A very handsome young man, a tailor’s employee,

(on Sundays an amateur athlete)

stood there holding a parcel. He gave it

to a member of the household, who went inside

to get a receipt. The tailor’s employee

was left alone, and waited.

He went close to the mirror and had a look

at himself and he adjusted his tie. Five minutes later

they brought him the receipt. He took it and left.

But the old mirror that had seen and seen,

during its long years of life,

thousands of things and faces;

the old mirror rejoiced now,

and felt proud that it had received

that gorgeous beauty for a few minutes.

Constantine Cavafy-Poems/Translation by Manolis Aligizakis

Κωνσταντίνος Καβάφης-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

www.ekstasiseditions.com

Τό Εμβατήριο τού Ωκεανού/Ocean’s March

Ritsos_front large

Νυχτερινό λιμάνι
φώτα πνιγμένα στά νερά
πρόσωπα δίχως μνήμη καί συνέχεια
φωτισμένα απ’ τούς περαστικούς προβολείς μακρινών πλοίων
κ’ ύστερα βυθισμένα στή σκιά τού ταξιδιού
λοξά ιστία μέ κρεμασμένες λάμπες ονείρου
σάν τίς ραγισμένες φτερούγες τών αγγέλων πού αμάρτησαν
οι στρατιώτες μέ τίς κάσκες
ανάμεσα στή νύχτα καί στό κάρβουνο
τραυματισμένα χέρια σάν τή συγνώμη πού έφτασε αργά

Αιχμάλωτοι δεμένοι στίς άγκυρες
ένας κρίκος γύρω στό λαιμό τού ορίζοντα
κι άλλες αλυσσίδες εκεί στά πόδια τών παιδιών
καί στά χέρια τής αυγής πού κρατούν μιά μαργαρίτα.

Κ’ είναι τά κατάρτια πού επιμένουνε
νά μετρήσουν τ’ άστρα
μέ τή βοήθεια τής ήρεμης ανάμνησης
—μιά ανθοδέσμη γλάρων στήν αυγινή ευδία.

Φεύγει τό χρώμα απ’ τό πρόσωπο τής ημέρας
καί το φώς δέ βρίσκει ένα άγαλμα
νά κλειστεί νά δοξαστεί νά γαληνέψει.

Θά υποθάλπουμε λοιπόν ακόμη
τήν ανοιχτή πληγή τού ήλιου
πού αναβρύζει σπόρους λουλουδιών
στήν ίδια πορεία
στήν ίδια ερώτηση
στίς γόνιμες φλέβες τής άνοιξης
που επαναλαμβάνει τούς γύρους τών χελιδονιών
γράφοντας ερωτικά μηδέν
στό ακατανίκητο στερέωμα;

Ποιά πληγή
δέ μάς δωρήθηκε ακόμη
γιά νά συμπληρώσουμε
τού θεού τή θεότητα;

 

Harbor at night
lights drown in the water
faces without memory or continuance
faces lit by passing spotlights of distant ships
and then sunken in the shadow of voyage
slant masts with hanging dream lamps
like the cracked wings of angels who sinned
the soldiers with helmets
between the night and embers
wounded hands like the forgiveness
that reached late

Prisoners tied on anchors
a ring around the horizon’s neck
and other chains there at the feet of children
at dawn’s hands holding a daisy

And it is the masts that insist
to count the stars
with the help of calm memory
– a bouquet of seagulls in the morning blue sky

Color deserts the face of day
and light doesn’t find any statue
to dwell in to be glorified to becalm
Nevertheless we’ll still shelter
the sun’s open wound
that springs flowers out of seeds
in the same march
in the same question
in the fertile veins of spring
that repeats the swallows’ rounds
writing erotic zeros
in the invincible firmament?

Which wound
hasn’t graced us yet
that we may complement
the godliness of God?

~Yannis Ritsos-Poems, Librois Libetrad, Vancouver, 2011//Translated by Manolis Aligizakis
~ http://www.libroslibertad.ca