Kiki Dimoula//Κική Δημουλά

kiki-dimoula

ΑΝΑΜΝΗΣΗ

Περαστικός.
Και ιδιαίτερα για μένα γραφικός.
Κάτι σας άψυχος, κάτι σαν ξένος
μ’ αγαπημένος.
Η βιάση του ματαιωμένος όρθρος.
Ασφυκτιούσαμε.
Στενό του πάθους μας το οίκημα
κι ένας πικρός συνωστισμός τα σχήματά μας.
Χαμηλοτάβανα τα σχέδιά μας
δίχρωμος της καρδιάς ο φωτισμός
κι αλλόκοτα της σκέψης μας τα κάδρα.

Ήταν περαστικός.

REFLECTION

He was a passerby
and he looked very odd to me
a bit hollow a bit foreigner
yet loveable.
His haste was like a canceled matins.
We suffocated.
The dwelling too small for our passion
and bitter crowding our shapes.
Our plans of low esteem
two colored the light of our hearts
and the frames of our minds were bizarre.

He was a passerby.
~ΕΡΕΒΟΣ -EREBUS, by KIKI DIMOULA, ΙΚΑΡΟΣ, 1956, // translated by Manolis Aligizakis

Cloe and Alexandra

Cloe and Alexandra_cover_aug265

ΕΝΟΧΗ

Ένοχη, το ομολογώ.
Το τελευταίο ποίημα το έγραψα για σένα.
Ελαφρυντικά μου η βροχή,
τα ατέλειωτα τσιγάρα, το αλκοόλ
ίσως και το κορμί σου
ως ανάμνηση αυτού που δεν υπήρξε.
Στην πραγματικότητα έγραφα για τα άλλα
για εκείνη την ιστορία με τον Κήπο,
για το ότι δεν τόλμησες
δεν έμαθες
δεν ρώτησες.
Κι έτσι χθες βράδυ, το ομολογώ
για σένα έγραψα έναν στίχο
γυμνό και λυπημένο
σ’ αυτό το μουτζουρωμένο πάντα ημιτελές
ποίημα της ζωής μου.

 

GUILTY

I’m guilty, I confess.
The last poem I wrote for you.
Mitigating circumstances: the rain
the endless cigarettes, alcohol
perhaps even your body
as memory of what never happened.
In reality I wrote about some other things
for that story in the Garden,
that you never took the courage
you never learned
you never asked.
And last night, I confess
I wrote a verse for you
sorrowful and naked
in this smudgy always half finished
poem of my life.

~CLOE and ALEXANDRA, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη, Libros Libertad, 2013
http://www.libroslibertad.ca
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.vequinox.wordpress.com

Manolis Anagnostakis

93119261_134154321279

WHEN SPRING COMES

When spring comes smiling
you’ll wear your new clothes and
you’ll come to grasp my hands
my old friend and
although nobody expects your return
I feel your heartbeats and
a flower springing up from
your mature, embittered memory
one train whistles in the night
or a faraway unexpected ship
will bring you back along with our youth and
our dreams and
perhaps you haven’t forgotten anything, really
while the return is always worthy more
than any of my love and your love
my old friend

ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ

Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει,
θα ντυθείς μία καινούργια φορεσιά
και θα έρθεις να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε.
Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους τους καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο
στην ώριμη, πικραμένη σου μνήμη
Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας
Κι όσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε

~Mετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη//Translated by Manolis Aligizakis

The Prophet-Ο Προφήτης

84702

Brief were my days among you and briefer still the words
I have spoken but should my voice fade in your ears and
my love vanish in your memory, then I shall come again

Σύντομες ήταν οι μέρες μου ανάμεσά σας κι ακόμα συντομότερες
οι λέξεις που έχω πει μα όταν η φωνή μου αχνοσβύσει στ’ αυτιά σας
κι η αγάπη μου ξεθωριάσει απ’ τη μνήμη σας τότε θα ξαναγυρίσω

~ The Prophet by Kahlil Gibran//Ο Προφήτης του Καλίλ Γκιμπράν

IMAGES OF ABSENCE/ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

10523981_10206464655961149_7673562430847391835_n

MEMORY

Opalescent evening
under the grapevine

lazy memory
runs after the laughter of your eyes

twilight escorts
my nostalgia to look at

your playful irises
to vaguely reflect

in the embrace of my mind

ΘΥΜΗΣΗ

Οπάλινη εσπέρα
κάτω απ’ την κληματαριά

θύμηση νωχελική
τρέχει στο γελάκι των ματιών σου

λυκόφως σιγοντάρει
τη νοσταλγία μου να δω

της ίριδάς σου παίγνιο
ν’ αντιφεγγίζει αμυδρά

στου νου μου την αγκάλη

~IMAGES OF ABSENCE, Ekstasis Editions, 2015

Constantine Cavafy-Poems/Κωνσταντίνος Καβάφης-Ποιήματα

!cid_73928743-773D-47E5-B066-8F82C0F99FC6@local

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,

αγαπημένη αίσθησις επέτρεφε και παίρνε με—

όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,

κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα

όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,

κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,

όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται…

COME BACK

Come back often and take me,

beloved sensation, come back and take me—

when the memory in my body awakens,

and the old desire again runs through my blood;

when the lips and the skin remember

and the hands feel as if they were touching again.

Come back often and take me at night,

when the lips and the skin remember…

Ο ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ

Το πλούσιο σπίτι είχε στην είσοδο

έναν καθρέπτη μέγιστο, πολύ παλαιό

τουλάχιστον προ ογδόντα ετών αγορασμένο.

Ένα εμορφότατο παιδί, υπάλληλος σε ράπτη

(τές Κυριακές, ερασιτέχνης αθλητής),

στέκονταν μ’ ένα δέμα. Το παρέδοσε

σε κάποιον του σπιτιού, κι αυτός το πήγε μέσα

να φέρει την απόδειξη. Ο υπάλληλος του ράπτη

έμεινε μόνος, και περίμενε.

Πλησίασε στον καθρέπτη και κυττάζονταν

κ’ έσιαζε την κραβάτα του. Μετά πέντε λεπτά

του φέραν την απόδειξη. Την πήρε κ’ έφυγε.

Μα ο παλαιός καθρέπτης που είχε δει και δει

κατά την ύπαρξί του την πολυετή

χιλιάδες πράγματα και πρόσωπα

μα ο παλαιός καθρέπτης τώρα χαίρονταν,

κ’ επαίρονταν που είχε δεχτεί επάνω του

την άρτιαν εμορφιά για μερικά λεπτά.

THE MIRROR BY THE ENTRANCE

The wealthy house had in its entry way

a huge, quite old mirror;

bought at least eighty years ago.

A very handsome young man, a tailor’s employee,

(on Sundays an amateur athlete)

stood there holding a parcel. He gave it

to a member of the household, who went inside

to get a receipt. The tailor’s employee

was left alone, and waited.

He went close to the mirror and had a look

at himself and he adjusted his tie. Five minutes later

they brought him the receipt. He took it and left.

But the old mirror that had seen and seen,

during its long years of life,

thousands of things and faces;

the old mirror rejoiced now,

and felt proud that it had received

that gorgeous beauty for a few minutes.

Constantine Cavafy-Poems/Translation by Manolis Aligizakis

Κωνσταντίνος Καβάφης-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

www.libroslibertad.ca

www.ekstasiseditions.com

Τό Εμβατήριο τού Ωκεανού/Ocean’s March

Ritsos_front large

Νυχτερινό λιμάνι
φώτα πνιγμένα στά νερά
πρόσωπα δίχως μνήμη καί συνέχεια
φωτισμένα απ’ τούς περαστικούς προβολείς μακρινών πλοίων
κ’ ύστερα βυθισμένα στή σκιά τού ταξιδιού
λοξά ιστία μέ κρεμασμένες λάμπες ονείρου
σάν τίς ραγισμένες φτερούγες τών αγγέλων πού αμάρτησαν
οι στρατιώτες μέ τίς κάσκες
ανάμεσα στή νύχτα καί στό κάρβουνο
τραυματισμένα χέρια σάν τή συγνώμη πού έφτασε αργά

Αιχμάλωτοι δεμένοι στίς άγκυρες
ένας κρίκος γύρω στό λαιμό τού ορίζοντα
κι άλλες αλυσσίδες εκεί στά πόδια τών παιδιών
καί στά χέρια τής αυγής πού κρατούν μιά μαργαρίτα.

Κ’ είναι τά κατάρτια πού επιμένουνε
νά μετρήσουν τ’ άστρα
μέ τή βοήθεια τής ήρεμης ανάμνησης
—μιά ανθοδέσμη γλάρων στήν αυγινή ευδία.

Φεύγει τό χρώμα απ’ τό πρόσωπο τής ημέρας
καί το φώς δέ βρίσκει ένα άγαλμα
νά κλειστεί νά δοξαστεί νά γαληνέψει.

Θά υποθάλπουμε λοιπόν ακόμη
τήν ανοιχτή πληγή τού ήλιου
πού αναβρύζει σπόρους λουλουδιών
στήν ίδια πορεία
στήν ίδια ερώτηση
στίς γόνιμες φλέβες τής άνοιξης
που επαναλαμβάνει τούς γύρους τών χελιδονιών
γράφοντας ερωτικά μηδέν
στό ακατανίκητο στερέωμα;

Ποιά πληγή
δέ μάς δωρήθηκε ακόμη
γιά νά συμπληρώσουμε
τού θεού τή θεότητα;

 

Harbor at night
lights drown in the water
faces without memory or continuance
faces lit by passing spotlights of distant ships
and then sunken in the shadow of voyage
slant masts with hanging dream lamps
like the cracked wings of angels who sinned
the soldiers with helmets
between the night and embers
wounded hands like the forgiveness
that reached late

Prisoners tied on anchors
a ring around the horizon’s neck
and other chains there at the feet of children
at dawn’s hands holding a daisy

And it is the masts that insist
to count the stars
with the help of calm memory
– a bouquet of seagulls in the morning blue sky

Color deserts the face of day
and light doesn’t find any statue
to dwell in to be glorified to becalm
Nevertheless we’ll still shelter
the sun’s open wound
that springs flowers out of seeds
in the same march
in the same question
in the fertile veins of spring
that repeats the swallows’ rounds
writing erotic zeros
in the invincible firmament?

Which wound
hasn’t graced us yet
that we may complement
the godliness of God?

~Yannis Ritsos-Poems, Librois Libetrad, Vancouver, 2011//Translated by Manolis Aligizakis
~ http://www.libroslibertad.ca