Yannis Ritsos//Γιάννης Ρίτσος

Ritsos_front large

Συμπαράσταση

Ο άνεμος κουβεντιάζει μπροστά στα παράθυρα
όπως εκείνοι που πρόκειται να χωρίσουν.
Τά έπιπλα γίνονται σάν τά φτωχά κορίτσια πού μαζεύουν
τίς πεσμένες ελιές. Η βραδιά περπατάει κάτω απ’ τά λιόδεντρα
ολομόναχη, κι ο κάμπος μέ τά θερισμένα στάχυα
είναι μιά άρνηση. Τό παλιό δέρμα τού τζίτζικα
μοιάζει μ’ ένα μικρό καμπαναριό γκρεμισμένο στά ξερά χόρτα.

Έρχεται αργότερα η ψιχάλα—κυνηγάει τά σπουργίτια,
αργά τό φεγγάρι πλαγιάζει κάτου απ’ τά κυπαρίσσια
σάν τό παρατημένο αλέτρι. Ο ζευγολάτης
κοιμάται κάτου απ’ τό χώμα—
η γυναίκα του μονάχη μέ τό σκυλί καί τό λιγνό βόδι.

Τά χέρια τής σιωπής είναι παγωμένα
έτσι πού δένει κάτου απ’ τό πηγούνι της τό μαύρο τσεμπέρι της.
Όμως στό ξύλο τού αλετριού μένει τό χνάρι τού χεριού του πιό
δυνατό απ’ τό χέρι του
κι η ράχη τής καρέκλας κρατάει ζεστό τό φάρδος τής πλάτης του.

Γιά τούτα τ’ ασήμαντα πράματα—δέν ξέρω—
θέλω νά γράψω ένα μικρό τραγούδι πού νά δείχνει πώς δέν ξέρω
τίποτα γιά όλ’ αυτά, μόνο πώς είναι αυτά όπως είναι
μονάχα, καταμόναχα κι ούτε ζητάνε καμιά μεσολάβηση
ανάμεσα σ’ εκείνα καί σέ κάποιον άλλον.
Solidarity

The wind converses with the windows
like those who are going to separate.
The furniture becomes like the poor girls who gather
fallen olives. The evening walks under the olive trees
all alone and the field with harvested wheat
is a denial. The shed husk of the cicada
resembles a small bell-tower fallen on dry grass.

Later, the drizzle comes – it hunts the sparrows,
slowly the moon lies down under the cypresses
like the abandoned plow. The plowman
sleeps beneath the soil –
his wife alone with the dog and the thin ox.

The hands of silence are frozen
as she ties her black headscarf under her chin.
But the trace of his hand stays on the wood of the plow
more strong than his hand
and the chair’s back retains the warmth of his broad shoulder blades.

About these insignificant things – I don’t know –
I want to write a small song that will show I don’t know
anything about them, only that they are as they are
alone, completely alone and they don’t ask for any mediation
between themselves and someone else.
~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis
http://www.authormanolis.wordpress.com
http://www.libroslibertad.ca

George Seferis//Γιώργος Σεφέρης

74979_3629791323956_2077615219_n

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΙΘ’

Κι άν ο αγέρας φυσά δε μας δροσίζει
κι ο ίσκιος μένει στενός κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
κι όλο τριγύρω ανήφοροι στα βουνά,

μας βαραίνουν
οι φίλοι που δεν ξέρουν πια πώς να πεθάνουν.

 

MYTHISTOREMA XIX

Although the wind blows it doesn’t freshen us
and the shade is narrow under the cypresses
and all around uphill paths to the mountains;

they weigh heavy on us
the friends who don’t know how to die anymore.

~GEORGE SEFERIS-COLLECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, Canada, 2012

Ubermensch//Υπεράνθρωπος

ubermensch_cover

Eνηλικίωση

Ξαφνικά είμαστε κιόλας ενήλικοι. Γρήγορα πέρασαν
τα ξέγνιαστα χρόνια, κλείσαν τα βιβλία, κι η παιδική
αγάπη αντικαταστήθηκε με τη λυπημένη σιωπή
που προχωρεί χωρίς προσανατολισμό. Οι οδηγοί βλαστήμησαν
την κίνηση και που `ναι ο θεός να βάλει κάποια τάξη;
Μα δεν έχουν ακούσει τα καλά μας νέα;
Πέθανε ο θεός, φωνάξαμε στον άνεμο και στα φύλλα
της οξιάς κι εμένα πάντα μ’ άρεσαν οι πλανόδιες ορχήστρες
που από πόλη σε πόλη πήγαιναν και διασκέδαζαν τον κόσμο
με νοσταλγικά τραγούδια, για του Παράδεισου τη μισέρια
την ώρα που εμείς στη γη τη βρίσκαμε με μαρμελάδα
και με λουκουμάδες. Ωστόσο κάτι πολύ σοβαρό
μας κρατούσε σιωπηλούς που η πεταλούδα πέταγε πάνω
απ’ την ντάλια. Σκέφτηκες άραγε ποτέ τι θα γινόταν
με μια μουγγή έρωτα αν έκανες και στη στιγμή
του οργασμού ξεφώνιζες δυνατά ‘βοήθεια;’

~ Μου αρέσουν όλοι όσοι δεν αναζητούν πίσω από κάθε άστρο
την αιτία για μια θυσία, μια αιτία για να καταστραφούν.
Adulthood

Suddenly we had grown into adulthood. Quickly
the carefree years passed, books closed, puppy love
replaced by somber silence, directionless,
drivers cursed the traffic jams and where was god to put
some order to this life?
But haven’t they heard the good news?
God was dead. We yelled it to the wind and to the aspen
leaves and I always believed in the travelling bands that
went from city to city and entertained people with old
nostalgic songs talking of misery being just in heaven
while on earth we thrived on jelly and glazed donuts. Yet
something sinister kept us silent that the monarch butterfly
flew over the dahlia.
Have you ever thought of what would happen if
you made love to a deaf woman and at the time
of climax you screamed for help?

~ I like all those who do not seek behind every star
the reason for a sacrifice, the cause for their destruction.

Odysseus Elytis//Οδυσσέας Ελύτης

elyths

ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΑΜΕΝΟ ΑΝΘΥΠΟΛΟΧΑΓΟ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

Α

Εκεί που πρώτα εκατοικούσε ο ήλιος
που με τα μάτια μιας παρθένας άνοιγε ο καιρός
καθώς εχιόνιζε απ’ το σκούντημα της μυγδαλιάς ο αγέρας
κι άναβαν στις κορφές των χόρτων καβαλάρηδες.

Εκεί που χτύπαγεν η οπλή ενός πλάτανου λεβέντικου
και μια σημαία πλατάγιζε ψηλά γη κι ουρανό
που όπλο ποτέ σε πλάτη δεν εβάραινε
μα όλος ο κόπος τ’ ουρανού
όλος ο κόσμος έλαμπε σαν μια νεροσταγόνα
πρωί, στα πόδια του βουνού.

Τώρα, σαν από στεναγμό Θεού ένας ίσκιος μεγαλώνει.

Τώρα η αγωνία σκυφτή με χέρια κοκαλιάρικα
πιάνει και σβύνει ένα ένα τα λουλούδια επάνω της
μες στις χαράδρες όπου τα νερά σταμάτησαν
από λιμό χαράς κείτουνται τα τραγούδια
βράχοι καλόγεροι με κρύα μαλλιά
κόβουνε σιωπηλοί της ερημιάς τον άρτο.

Χειμώνας μπαίνει ώς το μυαλό. Κάτι κακό
θ’ ανάψει. Αγριεύει η τρίχα του αλογόβουνου

τα όρνια μοιράζουνται ψηλά τις ψύχες τ’ ουρανού.

A

There where the sun used to dwell
where time was opening with the eyes of a virgin
as the wind was snowing from the nudging almond tree
and horse riders were lit on the peaks of grass

There where the hoof of a splendid maple tree struck
and a flag was high flapping earth and water
where weapons never burdened the backs
but all the tiredness of the sky
the whole world shone like a waterdrop
in the morning at the feet of the mountain

Now, as if from God’s sigh a shadow spreads

Now a stooping agony with bony hands
takes and wipes out onto herself one by one the flowers
in the crevasses where waters stopped from
the famine of joy the songs recline;
monks of rocks with cold hair
silently break the bread of desolation.

Winter cuts reaching the bone. Something evil
will be ignited. The mountain-horse’s hair goes wild

Vultures on high share the sky’s crumbs.

~Translated by Manolis Aligizakis

VERNAL EQUINOX

vernal equinox

CONSPIRACY

Wind conspired with him
blowing faintly yet enough

to lift her skirt somewhat
as she climbed the top step

and his lens caught by
her rosy g-string

no need for camera
his iris rests in heaven

retaining perfect contour
of undulating sand dunes

her glamorous inviting bay
ΣΥΝΩΜΟΣΙΑ

Ο αγέρας που συνομότησε
φύσηξε απαλά

και σήκωσε ελαφρά τη φούστα της
καθώς έφτασε στο τελευταίο σκαλοπάτι

κι ο φακός του συνέλαβε την εικόνα
το ρόδινο στριγκάκι της

οι ίριδές του πετούν στα σύννεφα από χαρά
που αποτύπωσαν υπέροχες καμπύλες
αμμουδιές λαχταριστές

και τον εκλυστικό προκλητικό της κόλπο
~ “Vernal Equinox”, by Manolis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2011
http://www.ekstasiseditions.com

NOSTOS and ALGOS (NOSTALGIA)

nostos and algos cover

ΕΠΙΜΟΝΗ

Μια μάνα μοιρολογά για το τέλος
που ακάθεκτο επιτίθεται
και συ γράφεις ποιηματάκια
για τα πουλιά και τα δεντρά
έστω κι αν δεν πρόκειται κανείς
ποτέ τα διαβάσει εχτός
κι αν ο αγέρας σταματήσει να φυσά
με περιέργεια και πλησιάσει να τα δει
και σαν τον κλέφτη
να τα πάρει στην αντιπέρα όχθη,Gree
εκεί που μέχρι κι οι νεκροί
ποιήματα διαβάζουν φωναχτά

κι είπες—

ξανά θα δοκιμάσω τη φωνή
του τριζονιού να μετατρέψω
σε ανατρίχιασμα

INSISTENCE

A mother laments for the end
that attacks impetuously
and you write your little poems
about the little trees and the chickadees
even if no one ever reads them
unless the wind stops blowing
and curiously comes near them
to take them to the opposite side
where even the dead orate poems

and you said—

again I shall try to transform
the cricket’s song
into a shiver
~ΝΟΣΤΟΣ και ΑΛΓΟΣ, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012

Dimitris Liantinis’ “Hour of the Stars”/Δημήτρη Λιαντίνη- “Οι Ώρες των Άστρων”

!cid_178308138DCA4B20A98C2CCBFAB16FA0@userHP

ΖΥΓΟΣ

Ἐπίσημη ξένη καί ὡραία πού γυμνώνεις
τό χαῖρε
καί τόν ἥλιο ὡς τό κόκκαλο,
πού σπέρνεις τήν πλευρά τῆς χίμαιρας.
Σέ χαιρετοῦν
σάν ἀνοίγουν οἱ ὧρες μας
μέ τά φτερά τῶν ἀνέμων μαρμαίροντα
μέ τά τραγούδια στά γενέθλια τῆς θάλασσας.
Σε χαιρετοῦν
σάν βουλιάζουν οἱ πόθοι μας
διάττοντες γλάροι στήν κλεψύδρα τοῦ γέλιου σου,
ἐθελοντές τοῦ πανάρχαιου ἔπους
μέ τά κύκλια γυρίσματα.
Ἐπίσημη ξένη καί ὡραία
καλῶς μᾶς κόπιασες ὡς νά κοπάσεις.

LIBRA
Solemn and beautiful stranger
you who undresses
the salute and the sun to the bone
who sows the side of a daydream.
Our hours as they unfold
salute you
with feathers of winds they gleam
with songs during the sea’s birthday.
They salute you
as our lust sinks
shooting stars-seagulls
in the hourglass of your laughter
volunteers of the ancient epic
with its circular returns.
Solemn and beautiful stranger
welcome till you exhaust yourself.

~Δημήτρη Λιαντίνη “Οι Ώρες των Άστρων»/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Dimitris Liantinis “Hour of the Stars”/Translated by Manolis Aligizakis

 

ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ-ΑΚΡΟΒΟΛΙΣΜΟΣ/YANNIS RITSOS-SKIRMISH

ritsos front cover

Ο χωροφύλακας περνάει μέ τό βραδινό συσσίτιο στήν καραβάνα του

η χλαίνη του χτυπάει στόν άνεμο σά λαμαρίνα στόν προσφυγικό

      συνοικισμό.

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους μέσα σ’ ένα απόγευμα πού

     ανάβουν τά φώτα τόσο νωρίς

όταν τό μαγκάλι ανάβει στήν ξώπορτα τού φτωχόσπιτου

όταν μιά μακριά ουρά από κόκκινες σπίθες τινάζεται στόν άνεμο

καί θά μπορούσε νάναι ένα άλογο πού καλπάζει στά παραμύθια

ένα άλογο πού μπορείς καί σύ κι εγώ νά καβαλλικέψουμε

καί νά μάς πάει όπου θέμε—σ’ ένα χωράφι παπαρούνες

όπου γελάνε τά κορίτσια—όπου θέμε—ένα άλογο—

 

Τί χωρίζει λοιπόν τούς ανθρώπους όταν εσύ κι εγώ πεινάμε

όταν διψάμε χώρια είτε μαζί—τό ίδιο διψάμε,

τί μάς χωρίζει; νάσαι σύ ο φρουρός καί γώ ο εξόριστος

όταν η λέξη μητέρα ξέρουμε κ’ οι δυό μας τί θά πεί

όταν οπαγώνουν τ’ αυτιά καί τών δυονώ μας μέ τόν άνεμο

κι όταν στήν τσέπη μας κρατάμε λίγα χρώματα απ’ τό δείλι

σάν τά χαρτνομίσματα μιάς άλλης εποχής πού δέν μπορείς μ’ αυτά

     ν’ αγοράσεις τίποτα στίς μέρες μας;

 

The policeman goes by with the evening meal in his mess tin

his greatcoat flaps in the wind like sheet metal in the refugee

       settlement.

Then what separates people in this afternoon when the lights

      are turned on so early

when a brazier is put on in the front door of the poor dwelling

when a long tail of red sparkles blows up in the wind

and it could be a horse galloping in fairy tales

a horse that you and I can ride on

and it can take us wherever we want – to a poppy field

where girls laugh – whatever we want – one horse –

Then what separates people when you and I are hungry

when we thirst together or on our own – we thirst the same way

what separates us? That you are the guard and I am the exiled

when we both know the meaning of the word mother

when both our ears freeze by the wind

and when we hold a few colors of dusk in our pockets

like money of another era that can’t buy you

      anything these days?

Γιάννη Ρίτσου-Ακροβολισμός/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Skirmish/Translated by Manolis Aligizakis

Yannis Ritsos-Selected Poems/Γιάννης Ρίτσος-Εκλεγμένα Ποιήματα

ritsos front cover

Συμπαράσταση

Ο άνεμος κουβεντιάζει μπροστά στά παράθυρα

όπως εκείνοι πού πρόκειται νά χωρίσουν.

Τά έπιπλα γίνονται σάν τά φτωχά κορίτσια πού μαζεύουν

τίς πεσμένες ελιές. Η βραδιά περπατάει κάτω απ’ τά λιόδεντρα

ολομόναχη, κι ο κάμπος μέ τά θερισμένα στάχυα

είναι μιά άρνηση. Τό παλιό δέρμα τού τζίτζικα

μοιάζει μ’ ένα μικρό καμπαναριό γκρεμισμένο στά ξερά χόρτα.

Έρχεται αργότερα η ψιχάλα—κυνηγάει τά σπουργίτια,

αργά τό φεγγάρι πλαγιάζει κάτου απ’ τά κυπαρίσσια

σάν τό παρατημένο αλέτρι. Ο ζευγολάτης

κοιμάται κάτου απ’ τό χώμα—

η γυναίκα του μονάχη μέ τό σκυλί καί τό λιγνό βόδι.

Τά χέρια τής σιωπής είναι παγωμένα

έτσι πού δένει κάτου απ’ τό πηγούνι της τό μαύρο τσεμπέρι της.

Όμως στό ξύλο τού αλετριού μένει τό χνάρι τού χεριού του πιό

        δυνατό απ’ τό χέρι του

κι η ράχη τής καρέκλας κρατάει ζεστό τό φάρδος τής πλάτης του.

Γιά τούτα τ’ ασήμαντα πράματα—δέν ξέρω—

θέλω νά γράψω ένα μικρό τραγούδι πού νά δείχνει πώς δέν ξέρω

τίποτα γιά όλ’ αυτά, μόνο πώς είναι αυτά όπως είναι

μονάχα, καταμόναχα κι ούτε ζητάνε καμιά μεσολάβηση

ανάμεσα σ’ εκείνα καί σέ κάποιον άλλον.

Solidarity

The wind converses with the windows

like those who are going to separate.

The furniture becomes like the poor girls who gather

fallen olives. The evening walks under the olive trees

all alone and the field with harvested wheat

is a denial. The shed husk of the cicada

resembles a small bell-tower fallen on dry grass.

Later, the drizzle comes – it hunts the sparrows,

slowly the moon lies down under the cypresses

like the abandoned plow. The plowman

sleeps beneath the soil –

his wife alone with the dog and the thin ox.

The hands of silence are frozen

as she ties her black headscarf under her chin.

But the trace of his hand stays on the wood of the plow

          more strong than his hand

and the chair’s back retains the warmth of his broad shoulder blades.

About these insignificant things – I don’t know –

I want to write a small song that will show I don’t know

anything about them, only that they are as they are

alone, completely alone and they don’t ask for any mediation

between themselves and someone else.

Γιάννης Ρίτσος “Εκλεγμένα Ποιήματα”/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos “Selected Poems”/Translation by Manolis

www.ekstasiseditions.com