Nostos and Algos (Nostalgia)

ΑΔΙΑΙΡΕΤΟ

 

Στάθηκε καταμεσίς στους τάφους

με τ’ αγαλματίδια να παριστάνουν

νεκρούς συντρόφους

τ’ αεράτο του χαμόγελο αντανακλούσε

δόξα παλιάς εποχής

ξάφνου βύθισε τα μάτια του στα δικά μου,

ένας στεναγμός απαλός

σαν του μικρού αγάλματος ακούστηκε

ν’ αφήνει τα χείλη του σαν νάλεγε —

μοναχά αυτό τ’ αέρινο χαμόγελο θα παραμείνει

να το θυμάσαι την ώρα της δικαιοσύνης.

 

Αυτό μόνο το χαμόγελο θα παραμείνει

τ’ άλλα όλα μαραίνονται και σβύνουν

σαν στον άνεμο τ’ άρωμα γιακίνθου

σαν την αγάπη σου για τη γυναίκα

 

όλα χάνονται σαν μέσα από σίτα

άμμος στα δάχτυλα σου

 

μα τούτη η στιγμή για πάντα θα διαρκέσει

γιατί το τώρα δεν μπορέσανε ποτέ

να το διαιρέσουν σαν όλα τ’ άλλα

που γι’ αυτά έχουν βρει

σταθμά και τεμαχίδια και συστατικά

 

 

UNDIVIDED

 

He stood amid the gravestones

and the statuette resembling

our dead comrade

with his airy smile

still reflecting on bygone glorious days

suddenly his eyes dived deep in mine

he let a sigh go as silently as

the statuette’s saying: only

this graceful smile stays forever

remember this at the hour of reckoning.

 

Only this graceful smile remains

all the rest perish, they vanish

like the hyacinth’s fragrance

in the wind’s teeth

like your love for a woman

 

all disappear like the sand through a sieve

or the fingers of your hand yet

 

this moment will last forever

because only the now can’t be divided

for everything else they have found

pieces, fractions, elements

 

~Nostos and Algos, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2012

 

Advertisements

The Second Advent of Zeus

merging dimensions cover

ΔΥΑΔΙΚΟΤΗΤΑ

 

Και γέλασα με του κωμικού το αστείο

 

σαν να πιανόμουν απ’ το παραπέτο πλοίου

να μην πέσω στο αβυσσαλαίο στόμα

του θηριώδους λογικού κι άλλοι φανήκαν

για το σαρκίο μου πεινασμένοι άντρες

 

εύκολο που ήταν να μιλήσω με το απροσδιόριστο

όταν ξαφνικά τα σουβλερά ένιωσα δόντια

του αμείλικτου ρολογιού να παίζουν

το παράξενό τους ύμνο που θρηνούσε

την κάθοδό μου προς στο Έρεβος, εκεί

 

που μ’ υποδέχτηκε η συγγένειά μου

κι αμέσως μετά στη κηδεία του θείου Αντώνη

προς το γαμήλιο γλέντι βηματίσαμε

προς όλων έκπληξη κι εγώ που εμφανίστηκα νωρίς

και καταλάβαμε το νόημα του αετού

που πέταγε ψηλάθε στον αιθέρα

σα να βεβαίωνε πάνω  στη γη

και στο υπόβαθρό της πως υπήρξαμε

 

 

DUALITY

 

And I laughed at the comedian’s joke

 

as if I grabbed onto the ship’s handrail

that I wouldn’t fall into the abysmal

mouth of the monstrous logic and

many men appeared hungry for my flesh

easy it was to talk to the inexplicable

when suddenly I felt the fangs

of the inexorable clock ticking

their strange hymn lamenting

my descent to Erebus, where

 

my family greeted me and after

my uncle Antony’s funeral

we walked to the marital celebration

to the surprise of all that I was also there

and we understood the meaning of the eagle

flying over us as if to confirm

on this earth and under it that we’ve lived

 

 

SECOND ADVENT OF ZEUS, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2016

2015 books published by Manolis Aligizakis

Manolis
I am very pleased to inform you that during the year 2015 I had 11 books published in 4 different countries and in 4 different languages.
In these books I’m either the poet or the translator, or the author, or my work has been translated/published into a different language/country.
Με ιδιαίτερη χαρά σας ενημερώνω ότι το 2015 είχα 11 βιβλία μου που εκδόθηκαν σε 4 διαφορετικές χώρες και σε 4 διαφορετικές γλώσσες.
Στα βιβλία αυτά είμαι ή ο ποιητής, ή ο συγγραφέας, ή κάποιο μου βιβλίο μεταφράστηκε σε διαφορετική γλώσσα κι εκδόθηκε στην αντίστοιχη χώρα.
Manolis----cover
~OSZI FALEVELEK, poetry by Manolis Aligizakis, translated to Hungarian
   by Karoly Csiby, AB-ART, Gyor, Hungary, 2015
EROTOKRITOS_cover_Mar26.indd
~EROTOKRITOS, by Vitsentzos Kornaros, Transcribed by Manolis
   Aligizakis, Libros Libertad, Jan, 2015. Rare, limited edition of 100 copies,
   collectible book $ 5,000 each, numbered, signed and dedicated to each
   purchase.
svest
~SVEST, poetry by Manolis Aligizakis, translated into Serbian by Jolanka Kovacs, Sziveri, Serbia, 2015
images of absence cover
~IMAGES of ABSENCE, poetry by Manolis, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2015, http://www.ekstasiseditions.com
CARESSING MYTHS_cover_Feb10.indd
~CARESSING MYTHS, poetry by Dina Georgantopoulos, translated into English by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015, http://www.libroslibertad.ca
11414395_1115336121826108_614062975_n

~Άσματα του Παραλόγου, poetry by Manolis Aligizakis, ΕΝΕΚΕΝ, Salonica, Greece, 2015

exo
~ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ, poetry by Manolis Aligizakis, SAIXPIRIKON, Salonica, Greece, 2015
!cid_8A6047E6-FB09-47C2-B768-B275C2705D38@telus
~HOURS of the STARS, Poetry by Dimitris Liantinis, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015, http://www.libroslibertad.ca
Hear Me Out_cover_Jun9.indd
~HEAR ME OUT, LETTERS TO MY EX-LOVER, by Tzoutzi Matzourani, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2015, http://www.libroslibertad.ca
A FOGOLY 03
~ A FOGOLY, a novel by Manolis Aligizakis, translated into Hungarian by Karoly Csiby, AB-ART, Slovakia, 2015
Chthonian Bodies_cover_Oct2.indd
~ CHTHONIAN BODIES, paintings by KEN KIRKBY-poetry by MANOLIS, Libros libertad, 2015, http://www.libroslibertad.ca

The Prisoner-Petros Spathis

A FOGOLY 03

A FOGOLY

My novel “Prisoner” translated into Hungarian by Karoly Csiby just published in Slovakia. Book was published in N. America with the title “Petros Spathis” (name of the main character). Title in Hungarian is ‘A Fogoly’

Το μυθιστόρημά μου “Κρατούμενος” μεταφρασμένο στην ουγγρική γλώσσα από τον Karoly Csiby εκδόθηκε στη Σλοβακία. Το μυθιστόρημα εκδόθηκε στη Β. Αμερική στα αγγλικά με τίτλο “Πέτρος Σπαθής” (όνομα του κεντρικού ήρωα) Τίτλος στην ουγγρική είναι ‘A Fogoly’

MANOLIS ANAGNOSTAKIS-ΜΑΝΩΛΗς ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

93119261_134154321279

I SPEAK

I speak of the last trumpeting of the defeated soldiers.
of the last rags from our festive garments
of our children who sell cigarettes to the passers-by.
I speak of the flowers that wilted on the graves and
rain rots them
of the houses gaping with no windows like toothless
skulls
of girls begging and showing the scars of their breasts.
I speak of the shoeless mothers who crawl among the ruins
of the conflagrated cities the corpses piled in
the streets
the pimps poets who during the night shiver by the front
steps.
I speak of the endless nights when the light is dimmed
at dawn
of the loaded trucks and the footsteps on the wet
cobblestones.
I speak of the prison yard and of the tear of the moribund.

But I speak more of the fishermen
who abandoned their nets and followed His steps
and when He got tired they didn’t rest
and when He betrayed them they didn’t reject Him
and when He was glorified they turned their eyes the other way
and their comrades spat at them and crucified them.
Though they, serene, took the road that had no end
and their glance didn’t ever darken nor bowed down
standing up and lonely amid the horrible loneliness of the crowd.

ΜΙΛΩ
Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών.
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα.
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες.
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους
και τα σαπίζει η βροχή.
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία
ξεδοντιασμένα.
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια
τις πληγές τους.
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα.
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους
δρόμους.
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα
κατώφλια.
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα
ξημερώματα.
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές
πλάκες.
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ
των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες.
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του.
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν.
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν.
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια.
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν.
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει.
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει.
Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.
~Μανώλη Αναγνωστάκη/Manolis Anagnostakis—μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη/translated by Manolis Aligizakis

UBERMENSCH — ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ

ubermensch_cover

FUNERAL

We buried him, yesterday afternoon, in the freshly dug soil,
a small twig that he was, the poet with his thin gray beard.
His only sin: so much he loved the birds that didn’t come
to his funeral.
The sun went down behind the army barracks where the future
dead slept and the lone hawk, lover of songs, sat on the oak
branch; women lamented for the day’s yellow rapture and after
approving everything the hawk flew away, as if to define
distance. Wind blew over the surface of the lake searching
for the traitor who had run to the opposite shore where
judgement was passed and the ancient cross remained with
no corpse.
Everyone felt joyous, wine and finger food had to do with it
the hawk returned without news and the beggar extended
his hand and softly begged:
“two bits, man, God bless your soul, two bits.’

ΚΗΔΕΙΑ

Χθες το απόγευμα, τον θάψαμε στο φρεσκοσκαμμένο χώμα,
λες να `τανε βλαστάρι ενός δεντρού, το ποιητή με τ’ αραιό
γκρίζο γενάκι. Μόνη του αμαρτία που αγαπούσε πολύ
τα πουλιά κι αυτά ξέχασαν στην κηδεία του να έρθουν.
Ο ήλιος έδυσε πίσω απ’ το στρατόπεδο με τους νεκρούς
της αύριον και το γεράκι, μονιάς της λαγκαδιάς, καθόταν
στης οξιάς κλαδί. Γυναίκες κλάψαν για το κίτρινο συναίσθημα
της μέρας και το γεράκι αφού όλα τα επιδοκίμασε, πέταξε
μακρυά τις αποστάσεις για να καθορίσει, ο αγέρας φύσηξε
πάνω απ’ τη λίμνη, λες κι έψαχνε για τον προδότη που είχε
πάει στην αντιπέρα όχθη, εκεί που κρίνονται οι δίκαιοι
κι ο πανάρχαιος σταυρός έμεινε δίχως κορμί.
Όλοι ένιωσαν ευέλπιστοι απ’ το κρασί και τους μεζέδες,
ξανάρθε το γεράκι δίχως να φέρει νέα κι ο ζητιάνος έτεινε
το χέρι και καλοκάγαθα ψυθίριζε:
‘ελεημοσύνη χριστιανοί, ελεημοσύνη.’

~Υπεράνθρωπος/Ubermensch, Ekstasis Editions, Victoria, BC, 2013

THE GREAT INITIATES–EDOUARD SCHURE

Edouard_Schuré_01

Edouard Schure

Lord_Rama_with_arrows

LORD RAMA

THE ARYAN CYCLE — RAMA

Zoroaster asked Ormouzd, the great Creator,
“Who is the first man with whom you conversed?”
Ormouzd answered.
“Noble Yima, the one who was in command of the Courageous. I told him to watch over the worlds which belong to me, and I gave him a saber of gold and a sword of victory.”
And Yima moved forward on the way of the sun and assembled the courageous men in the famous Airyana-Vaeja, created pure.”

~Zend Avesta

ΑΡΙΟΣ ΚΥΚΛΟΣ — ΡΑΜΑ
Ο Ζωροάστρης ρώτησε τον Ορμούντζ, τον μεγάλο δημιουργό: “Ποιος είναι ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο συνομίλησες;”
Ο Ορμούντζ απάντησε:
“Είναι ο ωραίος Γίμα, αυτός που ήταν επικεφαλής των γενναίων. Του είπα να επαγρυπνεί πάνω στους κόσμους που μου ανήκουν και του έδωσα μια χρυσή ραμφαία, ένα νικητήριο σπαθί. Κι ο Γίμα προχώρησε στον δρόμο του ήλιου και συγκέντρωσε τους γενναίους αμνθρώπους στο φημισμένο Αερυάνα-Βαέγια, το αγνογέννητο.”
~Ζεντ Αβέστα
~ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΜΥΣΤΕΣ, ΕΔΟΥΑΡΔΟΥ ΣΥΡΕ///THE GREAT INITIATES, EDUARD SCHURE

NIETZSCHE: Guilty Conscience

800px-Nietzsche187a

NIETZSCHE: Guilty Conscience
Posted on January 17, 2015
In Shakespeare’s Macbeth, the pangs of a guilty conscience drive Lady Macbeth to madness. Her doctor remarks that medicine cannot cure a sense of guilt. “More needs she the divine than the physician.” Guilt overwhelms Lady Macbeth until she finally commits suicide at the end of the play.
Considering the powerful influence that guilt can have over a person, it is important to explore the origin and nature of this emotion in order to possibly gain some control over it. In this video, we will discuss Nietzsche’s theory concerning the origin of guilt, and we will also explain what it indicates for the future of mankind.
To feel guilty means to feel painful regret for some wrong committed. According to Nietzsche, the concepts of right and wrong arose with the development of societies. He describes guilt as a disease that humanity caught when it formed these social communities. “I look on bad conscience as a serious illness to which man was forced to succumb by the pressure of the change whereby he finally found himself imprisoned within the confines of society and peace.”
When man left the lawless wilderness and entered into societies, he entered into an entirely new world where his old instincts were worthless. Nietzsche compares this radical change experienced by man to the change experienced by the first sea animals to venture onto land. “It must have been no different for man, happily adapted to the wilderness, war, the wandering life and adventure than it was for the sea animals when they were forced to either become land animals or perish – at one go, all instincts were devalued and ‘suspended’. The poor things were reduced to relying on thinking, inference, calculation, and the connecting of cause with effect, that is, to relying on their mind, that most impoverished and error-prone organ!”
Man’s wild instincts, however, did not fade away. Instead, he was forced to turn his instincts for cruelty inwards because the new laws of societies prohibited violence. “Those terrible bulwarks with which state organizations protected themselves against the old instincts of freedom had the result that all those instincts of the wild, free, roving man were turned backwards, against man himself. Animosity, cruelty, the pleasure of pursuing, raiding, changing and destroying – all this was pitted against the person who had such instincts.”
After diverting his cruel instincts towards himself, man began to grow sick of existence. Nietzsche refers to this sentiment as the worst and most insidious illness ever to afflict man, and an illness from which man has yet to recover. “Lacking external enemies and obstacles, and forced into the oppressive narrowness and conformity of custom, man impatiently ripped himself apart, persecuted himself, gnawed at himself, gave himself no peace and abused himself, this animal who battered himself raw on the bars of his cage and who is supposed to be ‘tamed’; man, full of emptiness and torn apart with homesickness for the desert, has had to create within himself an adventure, a torture-chamber, an unsafe and hazardous wilderness – this fool, this prisoner consumed with longing and despair, became the inventor of ‘bad conscience’.”
Despite the dismal diagnosis of civilized man’s illness, Nietzsche regarded the disease of guilt, like all other afflictions in life, to be an opportunity to enhance human excellence. To him, mankind’s ability to turn against itself is indicative of man’s potential to achieve something great in the future – to achieve the meaning of the earth – to achieve the birth of the Ubermensch. “The prospect of an animal soul turning against itself was something so new, profound, puzzling, contradictory and momentous that the whole character of the world changed in an essential way. Man arouses interest, tension, hope, almost certainty for himself, as though something were being announced through him, were being prepared, as though man were not an end but just a path, an episode, a bridge, a great promise.”
To conclude, Nietzsche asserts that a guilty conscience developed when mankind formed societies and established laws. These social institutions forced man to turn his cruel and wild instincts inwards against himself. When man finally overcomes his bad conscience – which is nothing more than contempt for life – he will be one step closer to giving birth to the Ubermensch.
WWW.ORWELL.WORDPRESS.COM

ΣΤΑ ΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ–ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ

erotas-afroditi

Κωστής Μοσκώφ, Στα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας (απόσπασμα)

Νοσταλγία για τη μητέρα Θεσσαλονίκη, τον Πλαταμώνα, όπου είναι οι περισσότεροι φίλοι μου;
Αλλά έχω δημιουργήσει κι αλλού πάλι καταστάσεις τέτοιες κι αισθάνομαι δεν αισθάνομαι πολίτης του κόσμου, αισθάνομαι Έλληνας βέβαια και Ρωμιός, και μάλιστα με την ιδιαιτερότητα του Θεσσαλονικιού που είμαι, αλλά αισθάνομαι ότι αυτό που είχα στην Ελλάδα το δημιουργώ μέσα από ανθρώπινες σχέσεις και σε άλλα μέρη και το επεκτείνω. Και αυτό έχει μια ομορφιά! Δηλαδή, φτιάχνεις τη ζωή σου με μεγαλύτερη ποικιλία, με περισσότερες εκφορές. Τα ίδια πράγματα με πιο πολλές γλώσσες, με διαφορετικά ημιτόνια κάθε φορά. Θα έλεγα ότι λίγο-πολύ είμαι πεισματάρης. Ό,τι ήθελα στη ζωή μου το απέκτησα. Εκείνο βέβαια που πάντα θέλω πιο πολύ και είναι πράγμα που ίσως κανένας δεν μπορεί να τ’ αποκτήσει είναι, ακόμα πιο πολλή αγάπη, ακόμα πιο πολύ έρωτα. Και να παίρνω και να δίνω. Αυτό είναι ένα αλισβερίσι, όπως ξέρεις. Δηλαδή, θέλω το Θεό τον ίδιο, να αγαπήσω το Θεό τον ίδιο – να στο πω έτσι με λόγο θρησκευτικό -και αγαπάω τους αγγέλους του. Κι όχι τον ίδιο. Δεν μου δίνεται ο ίδιος ο Θεός, μου δίνονται οι προφήτες, οι αγγέλοι του. Ε, είναι ένας πλούτος, ίσως, να αισθάνεσαι αυτήν την έλλειψη. Μπορώ να την αισθάνομαι αυτήν την έλλειψη από τη συνείδησή της. Αλλά είναι και μια φτώχεια. Δηλαδή νοιώθω ανικανοποίητος. Ικανοποιημένος για πολλά, ανικανοποίητος για όλο και περισσότερα. Πάντα υπάρχει περιθώριο, βεβαίως, να καλυφθεί. Πάντα υπάρχει περιθώριο! Και ξέρεις, μεγαλώνοντας κανένας καταλαβαίνει πιο πολύ. Μπορεί βιολογικά να γερνάει, στα 57, αν μπορείς να πεις ότι γερνάει. Ήδη, δεν είσαι βέβαια 30 χρονών, είσαι, είμαι δηλαδή, στα 57. Αλλά απ’ την άλλη μεριά καταλαβαίνω πολύ περισσότερα πράγματα, έχω ζήσει πολύ περισσότερα πράγματα. Ξέρεις, έχω ζήσει πιο πολύ, και έχω εκτιμήσει τη στιγμή της αποτυχίας του ανθρώπου. Εντάξει οι στιγμές της επιτυχίας. Μιλήσαμε γι’ αυτές. Και είναι έκδηλες όταν υπάρχουν. Αλλά να μάθεις να βλέπεις το μεγαλείο του ανθρώπου όταν αποτυχαίνει στην προσπάθειά του να φτιάξει τον κόσμο καλύτερο και τον εαυτό του καλύτερο, ε, νομίζω και αυτό είναι σημαντικό. Κι αυτό το ‘χω μάθει μέσα από πολλά πράγματα. Είχα μεγάλους έρωτες και έχω. Αλλά κάποια στιγμή νοιώθω ότι οι έρωτες αυτοί έχουν πολύ άγρια όρια προς εμένα. Ίσως ακριβώς ζητάω τους δύσκολους έρωτες, ζητάω τις δύσκολες σχέσεις. Θα έλεγα ότι δεν υπάρχουν τα όρια του έρωτα και της ιστορίας σ’ ανθρώπους που δεν το συνειδητοποιούνε και σ’ ανθρώπους που συνειδητοποιούνε. Ίσως εγώ το έχω συνειδητοποιήσει ότι είναι άγρια αυτά τα όρια.
Το ταξίδι μετράει βεβαίως. Η ιστορία μας και η ζωή μας όλη συμπυκνώνεται πάνω σ’ αυτό το έπος της Οδύσσειας. Έτσι δεν είναι; Είναι αυτό το ταξίδι για το οποίο λέει κι ο Καβάφης αρκετά χρόνια μετά από τον Όμηρο. Αυτό μετράει. Δηλαδή είμαι πεισματάρης, επαναλαμβάνω πάλι και πάλι. Κι όταν βάλω κάποιο στόχο θα τον πετύχω, ή τουλάχιστον θα φάω το κεφάλι μου, θα προσπαθήσω όμως να τον πετύχω. Είπαμε, τώρα η Αίγυπτος μου μαθαίνει να είμαι πιο σοφός και να δέχομαι ίσως περισσότερο την αποτυχία. Ίσως αυτό, δεν ξέρω, μου διευκολύνει τη ζωή μου, μπορεί να την κάνει και λιγότερο πλούσια. Ξέρεις, έχω γνωρίσει τελευταία περιπτώσεις ανθρώπων με μεγάλα προβλήματα, οι οποίοι πήγανε σε γιατρούς, πήγαν από δω, πήγαν από κει, γιατρεύτηκαν λέγεται ψυχικά, αλλά δεν νομίζω ότι αυτή η γιατρειά είναι μια πραγματική γιατρειά. Χρειάζεται αυτή η ανάγκη του να φτιάξεις κάτι άλλο, έστω κι αν αυτή η ανάγκη σε κάνει όχι ευτυχισμένο αλλά δυστυχισμένο. Γιατί μια ευτυχία αλλιώτικη είναι μια ευτυχία του ύπνου και της ανυπαρξίας, ενώ το άλλο είναι η ύπαρξη με τις δυσκολίες της, τις στιγμές αυτές που η παράδοσή μας ονομάζει πολύ ωραία «σταυραναστάσιμες», με το σταυρό της κάθε μέρας και την Ανάσταση, που είναι μία βέβαια μέρα της εβδομάδας ή μία μέρα του χρόνου, η Λαμπρή του Πάσχα, αλλά είναι η καθοριστική μέρα, είναι το κέντρο του κόσμου. Αυτό κάπου βρίσκεται και στην αρχαία τραγωδία. Αλλά ακόμα πιο πολύ βρίσκεται στην καινούρια τραγωδία που είναι η Ορθοδοξία μας. Κατά κάποιον τρόπο είναι κι αυτή μια τραγωδία. Επικαθορίζονται όλα από τη στιγμή της νίκης του ανθρώπου. Και γι’ αυτήν πολεμάμε, αλλά και για την άλλη μεριά. Και για να κατανοήσουμε το μεγαλείο της μη νίκης. Της αποτυχίας μας. Όταν δεν είναι δυνατή η επιτυχία.
Από το βιβλίο του Κωστή Μοσκώφ Στα Όρια του Έρωτα και της Ιστορίας (Ιανός, 1997)

http://www.thepoetsiloved.wordpress.com

ODYSSEY by NIKOS KAZANTZAKIS

images74001

ODYSSEY A

And when in his wide courtyards Odysseus had cut down
the insolent youths, he hung on high his sated bow
and strode to the warm bath to cleanse his bloodstained body.
Two slaves prepared his bath, but when they saw their lord
they shrieked with terror, for his loins and belly steamed
and thick black blood dripped down from both his murderous palms
their copper jugs rolled clanging on the marble tiles.
The wandering man smiled gently in his horny beard
and with his eyebrows signed the frightened girls to go.

ΟΔΥΣΣΕΙΑ Α

Σαν πια ποθέρισε τους γαύρους νιους μες στις φαρδιές αυλές του,
το καταχόρταστο ανακρέμασε δοξάρι του ο Δυσσέας
και διάβη στο θερμό λουτρό, το μέγα του κορμί να πλύνει.
Δυο δούλες συγκερνούσαν το νερό, μα ως είδαν τον αφέντη
μπήξαν φωνή, γιατι η σγουρή κοιλιά και τα μεριά του αχνίζαν
και μαύρα στάζαν αίματα πηχτά κι από τις δυο του φούχτες
και κύλησαν στις πλάκες οι χαλκές λαγήνες τους βροντώντας.
Ο πολυπλάνητος γελάει πραγά μες στα στριφτά του γένια
και γνέφει παίζοντας τα φρύδια του στις κοπελλιές να φύγουν.
Το χλιο πολληώρα φραίνουνταν νερό κι οι φλέβες του ξαπλώναν
μες το κορμί σαν ποταμοί, και τα νεφρά του δροσερεύαν
κι ο μέγας νους μες στο νερό ξαστέρωνε κι αναπαυόταν.

~ODYSSEY, by NIKOS KAZANTZAKIS, translated by KIMON FRIAR

Nikos Kazantzakis
1883-1957
Nikos Kazantzakis was born in Heraklion, Crete, when the island was still under Ottoman rule. He studied law in Athens (1902-06) before moving to Paris to pursue postgraduate studies in philosophy (1907-09) under Henri Bergson. It was at this time that he developed a strong interest in Nietzsche and seriously took to writing. After returning to Greece, he continued to travel extensively, often as a newspaper correspondent. He was appointed Director General of the Ministry of Social Welfare (1919) and Minister without Portfolio (1945), and served as a literary advisor to UNESCO (1946). Among other distinctions, he was president of the Hellenic Literary Society, received the International Peace Award in Vienna in 1956 and was nominated for the Nobel Prize in Literature.
Kazantzakis regarded himself as a poet and in 1938 completed his magnum opus, The Odyssey: A Modern Sequel, divided into 24 rhapsodies and consisting of a monumental 33,333 verses. He distinguished himself as a playwright (The Prometheus Trilogy, Kapodistrias, Kouros, Nicephorus Phocas, Constantine Palaeologus, Christopher Columbus, etc), travel writer (Spain, Italy, Egypt, Sinai, Japan-China, England, Russia, Jerusalem and Cyprus) and thinker (The Saviours of God, Symposium). He is, of course, best known for his novels Zorba the Greek (1946), The Greek Passion (1948), Freedom or Death (1950), The Last Temptation of Christ (1951) and his semi-autobiographical Report to Greco (1961). His works have been translated and published in over 50 countries and have been adapted for the theatre, the cinema, radio and television.