Neo-Hellene Poets, an Anthology of Modern Greek Poetry, 1750-2018

 

Ο ΣΩΤΗΡΑΣ

Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτὰ τ᾿ ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι

Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτὰ νερὰ
με τη γυμνὴ καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανὸ παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μια χαραμάδα φως
δίχως μια αναπνοὴ οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη

Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μια ανοιχτὴ πληγὴ
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ᾿ το βούρκο πάλι και τ᾿ άγρια σκυλιὰ
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι άν βρω το φαρμακείο κλειστὸ
κι άν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιὸ
κι άν βρω τη γυμνὴ καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου

Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία

Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιὰ

Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κόπηκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους

 

SAVIOR

 

I count the fingers of my severed hands

the hours I’ve spent on these windy roofs

I have no other hands, my love, and the doors

don’t close and the dogs are uncompromising.

 

With my naked legs deep in these dirty waters

with my naked heart I long (not for myself)

for a light-blue window

how have they built so many rooms

so many tragic books

without a shred of light

without a short breath of oxygen

for the sick reader

 

since each room is but an open wound

how can I descent the tumbled stairs again

among the bog and the wild dogs

to bring medicine and rosy gauzes

and if I find the pharmacy closed

and if I find the pharmacist dead

and if I find my naked heart on the window display of the pharmacy

 

no, no, it’s all over, there’s no salvation

 

the rooms will remain as they were

with the wind and its cane fields

with the ruins of glassy moaning faces

with their achroous bleeding

with porcelain hands opened towards me

with the unforgiving forgetfulness

 

they’ve forgotten my fleshy hands which were severed

as I was measuring their agony

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s