Yannis Ritsos-Poems, Selected Books, Volume I

YANNIS RITSOS-POEMS, Selected Books, Volume I


Αυτό μου μένει ακόμη — κάτι σαν ανταμοιβή, σαν απόμακρη δικαίωση, κι ίσως
αυτό να μείνει, λέω, κάπου, στον κόσμο — μια στιγμιαία ελευθερία,
φανταστική, βέβαια, κι αυτή — παιχνίδι της τύχης και της άγνοιάς μας. Οι γλύπτες,
σ’ αυτή τη στάση ακριβώς (όσο θυμόμουν), δοκίμασαν να φτιάξουν
τα τελευταία αγάλματά μου· — και βρίσκονται ακόμη στον κήπο·
θα τα ’δες μπαίνοντας. Καμιά φορά, κι εγώ (σαν είναι οι δούλες στις καλές τους
και με κρατούν απ’ τις μασκάλες να με πάνε ώς εκείνη την καρέκλα
μπροστά στο παράθυρο), τα βλέπω. Λάμπουν στον ήλιο. Μια άσπρη ζέστα
ανεβαίνει απ’ τα μάρμαρα ώς εδώ. Δε συλλογιέμαι πιο πέρα. Σε λίγο
με κουράζει κι αυτό. Προτιμώ να κοιτάζω ένα κομμάτι δρόμο
όπου δυο τρία παιδιά παίζουν με μια πανένια μπάλα, ή κάποιο κορίτσι
που κατεβάζει ένα καλάθι, δεμένο με σκοινί, απ’ τ’ αντικρινό μπαλκόνι.
Κάποτε οι δούλες με ξεχνούν εκεί. Δεν έρχονται να με βάλουν ξανά στο κρεβάτι.

Και μένω όλη νύχτα να κοιτάζω ένα παλιό ποδήλατο, σταθμευμένο
μπροστά στη φωτισμένη τζαμαρία ενός καινούργιου ζαχαροπλαστείου,
ώσπου σβήνουν τα φώτα, ή εγώ αποκοιμιέμαι στο περβάζι. Κάθε τόσο
θαρρώ πως με ξυπνάει ένα άστρο που γλιστράει στο διάστημα
όπως στο σάλιο απ’ το ανοιχτό, ξεδοντιασμένο στόμα ενός γέρου.
έχουν καιρό να με φέρουν στο παράθυρο. Μένω εδώ στο κρεβάτι
καθιστή ή πλαγιασμένη, — αυτό το μπορώ. Για να περνάει η ώρα
πιάνω το πρόσωπό μου —ένα πρόσωπο ξένο·— το αγγίζω, το ψαύω, μετράω
τις τρίχες, τις ρυτίδες, τις κρεατοελιές· — ποιός είναι μέσα
σε τούτο το πρόσωπο;
Κάτι στυφό ανεβαίνει στο λαιμό μου — η ναυτία κι ο φόβος,
ο ηλίθιος φόβος, θε μου, μήπως χάσουμε κι αυτή τη ναυτία. Μείνε ακόμη —
μπαίνει λιγάκι φως απ’ το παράθυρο — θ’ ανάψανε τους φανοστάτες έξω στο δρόμο.

This still remains with me – like a consolation like a remote

          justification and perhaps

this will remain I say somewhere in the world – a momentary


even illusory of course – a game of our luck and our ignorance

           in that exact

position the sculptors (as far as I recall) tried to create

my last statues – and they are still in the garden

you must have seen them coming in Sometimes I also see them

         (when the servants

are in good moods and they hold me by my arms and take me to

that chair by the window) They gleam in the sunlight

         White warmth

rises from the marble right up to here I don’t think anymore In a


even this tires me I prefer to gaze at part of the street

where two-three kids play with a ball made of rags or

          some girl

lowers a basket tied with a rope from the balcony across

          the street

Sometimes the servants forget me there They don’t come to

          help me back to bed

and I stay all night looking at an old bicycle left

in front of the lit window of the new patisserie

until the lights go out or until I fall asleep at the windowsill

           Every so often

I feel that a star wakes me sliding through space

like saliva from the open mouth of a toothless old man


they haven’t taken me to the window for a long time I stay

in bed sitting or lying down – this I can do To kill time

I touch my face – a strange face – I touch it I examine it

            I count

the hairs the wrinkles the warts – who is inside this


Something acrid rises in my throat – nausea and fear

the stupid fear my god that perhaps we may lose the nausea

Stay for a little while –

some light comes through the window – they must have lit

the streetlamps

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s